Η Αγάπη Της «Άξιον Εστίν»
Ιερά Μονή Παλιανής
Οι αιώνες της Ρωμιοσύνης κληροδότησαν και στην τοπική Εκκλησία την Εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία και φέτος προβάλλει πεπικοιλμένη με τις εσπερινές μελωδίες των παρακλήσεων προς τιμήν του Ιερού Προσώπου Της.
Η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης, στα όρια της περιφερείας της, έχει πολλές παλαιές και νέες Εκκλησίες, αφιερωμένες στην Κοίμηση της Θεοτόκου, καθώς και δύο Ιστορικά Μοναστήρια, της Παλιανής στην Επαρχία Μαλεβυζίου και της Αγκαράθου στην Επαρχία Πεδιάδος.
Σ΄ αυτούς τους Ναούς, «των νεκρών πονεμένων ψυχών το αίμα», οι στεναγμοί των λευκών σιωπών, η βοή των λυγμών της ψυχής, η φθαρμένη από τη ζάλη του κόσμου συνείδηση, θα αναθαρρήσουν και θα αναστηθούν από το «Πάσχα του καλοκαιριού», τη Μετάστασή Της, και θα περιμένουν Εκείνη ως Γοργοϋπήκοο, στη συνάντησή Της με τον κόσμο του πόνου. Είναι η δική τους αδιάψευστη καταφυγή και παρηγορία, «…εις σε μόνην ελπίζω και θαρρώ και προστρέχω τη σκέπη σου σώσον με», όπως ψάλλομε στην Παράκληση. Η Ιερά Μονή Παλιανής στέκει εκεί, δίπλα στα Πεντοχώρια από τα βυζαντινά χρόνια, ως Ιερό Κέντρο προσευχής και παρηγορίας.
Το Μοναστήρι αυτό τιμά την Κοίμηση της Παναγίας και συνδέει πολύ στενά τη Βυζαντινή παράδοση με το σήμερα, διαμέσου των αιώνων. Για την ιστορία της Μονής μπορούμε να ανοίξουμε και να διαβάσουμε τις ιστορικές πηγές ή τα ειδικά βιβλία, που έχουν γραφεί. Με αφορμή την εορτή θέλουμε μόνο να δώσουμε μία αξιόλογη πτυχή της μοναστικής Κρητικής παραδόσεως, και στην περίπτωσή μας, εκείνη της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής της Παλιανής.
Κυρίαρχο σημείο, κεντρικός άξονας, είναι η Μητέρα Παναγία, η «Παλιανιώτισσα», όπως την αναφέρουν οι ίδιες οι μοναχές, οι οποίες καθ’ όλην τη διάρκεια της ζωής τους αγωνίζονται γι’ αυτή την πολυπόθητη συνάντηση με το Ιερό Της Πρόσωπο.
Σήμερα, το Μοναστήρι δεν είναι κοινόβιο. Στην πραγματικότητα όμως, έχει το «λαυριωτικό» σύστημα διαβίωσης, δηλαδή η Γερόντισσα, η πνευματική οδηγός του κάθε κελιού, περιστοιχίζεται από δύο ή τρεις νεότερες στην προσέλευση στο Μοναστήρι μοναχές και αναλαμβάνει την πνευματική τους καθοδήγηση. Το μοναστικό αυτό σύστημα μας θυμίζει τις «Λαύρες» των προ του 4ου αιώνος, στην πρώτη κοιτίδα του Μοναχισμού, στην Αίγυπτο. Τα κελία των ερήμων της Αιγύπτου ήταν ο προάγγελος της οργανώσεως του Μοναχικού βίου κατά τον 4ου αιώνα από τους Καθηγητές της Ερήμου, Μέγα Αντώνιο, Άγιο Παχώμιο, Άγιο Μακάριο κ.λ.π., ή τις νεώτερες «Λαύρες» της Ρωσικής Ορθοδοξίας, που ανέδειξαν τους μεγάλους «Στάρετς» (Γεροντάδες) της Ρωσικής Ορθοδόξου Πνευματικότητας.
Οι νεότερες μοναχές της Παλιανής μέχρι σήμερα και στο πλαίσιο του μοναστικού τους συστήματος διαβίωσης, αποκαλούν η καθεμιά τη Γερόντισσα της, με αίσθημα βαθύτατου σεβασμού, «Διδασκάλισσα». Η ερμηνεία της λέξης αυτής στα μοναχικά πράγματα της Παλιανής δεν σημαίνει αυτή που τους έμαθε γράμματα -αν και πολλές φορές συνέβαινε και αυτό- αλλά τη δήλωση της πνευματικής υποταγής της αρχάριας νέας μοναχής στην πεπειραμένη περί τα πνευματικά Γερόντισσα. Έτσι το κάθε κελί ήταν και είναι ένας χώρος συνεχούς παραδόσεως και παραλαβής μοναχικού ήθους, εγκράτειας, προσευχής και τελείας αφιέρωσης, δια της Γερόντισσας, της «Διδασκάλισσας», στη Μεγάλη Διδάσκαλο και Προστάτιδα των Μοναχών, την Υπεραγία Θεοτόκο.
Τα κελιά λοιπόν, κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, συγκροτούν έναν κύκλο ιερών καθισμάτων, που στο κέντρο τους υψώνεται το «Καθολικό» (κεντρικός Ναός της Μονής). Μέσα σ’ αυτό δοξάζεται κάθε μέρα, σε κοινή προσευχή το Όνομα του Τρισάγιου Θεού και της Παναγίας, εις δε τα περιστοιχίζοντα κελία συνεχίζεται η ίδια δοξολογία και επίμονη επίκληση των πρεσβειών της Θεοτόκου με την κατά μόνας προσευχή. Η «Διδασκάλισσα» ορίζει τον κανόνα της νηστείας, της ανάγνωσης Ιερών Κειμένων, του εργόχειρου και των άλλων αναγκαίων για τη ζωή του κελίου και της Μονής. Η Ηγουμένη και οι δύο σύμβουλοι, που διοικούν όλη τη Μονή εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία κάθε τέσσερα χρόνια από όλες τις μοναχές, που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον τρία χρόνια διαβίωσης στη Μονή. Αυτό το σύστημα, που δεν είναι βεβαίως το κοινοβιακό, στην Παλιανή διατηρεί άσβεστη τη φλόγα της ολοπρόθυμης αφιέρωσης στο Θεό, γιατί οι μοναχές αυτού του Μοναστηριού συνταιριάζουν την αφιέρωσή τους με τη λαϊκή ευσέβεια. Είναι γυναίκες που ξεκίνησαν, οι περισσότερες από μικρή ηλικία, και ήρθαν στο Μοναστήρι γαλουχημένες με την ευλάβεια του παραδοσιακού κρητικού σπιτιού. Δεν ήρθαν στο Μοναστήρι για να εξασφαλίσουν τα προς στο ζην, γιατί δεν είναι καθόλου εύρωστο οικονομικά. Δεν ήρθαν στο Μοναστήρι απογοητευμένες από κάποια ατυχία της κοσμικής ζωής, γιατί η μοναχική αφιέρωση προϋποθέτει αντοχή στις θλίψεις και το Σταυρό των πολύπλευρων αγώνων. Δεν ήρθαν στο Μοναστήρι ένεκα κάποιας θολής αναζήτησης οδηγούμενες από κάποια εσωτερική σύγχυση, που κρύφτηκε έντεχνα μέσα στη γαλήνη του Μοναχικού Σχήματος, γιατί η μοναχική προσέλευση προϋποθέτει δυνατές ψυχές. Ήρθαν, προσέπεσαν και αφιερώθηκαν στη Χάρη της Παναγίας και όχι σε ανθρώπινα πρόσωπα με απροσποίητο Ζήλο, που χαρακτηρίζεται στο χώρο της Παλιανής από τα αναλλοίωτα συστατικά της λαϊκής ευσέβειας, μη χαριζόμενη στις ακρότητες, στους εκτροχιασμούς και στις ιδεοληψίες, αλλά αναπαυόμενη στη μεσότητα -τη βασιλική οδό-, το μέτρο, την βιωματική αναβίβαση της ανθρώπινης ύπαρξης προς τη θέωση.
Τα ανωτέρω δεν είναι μια εκλεπτυσμένη περιγραφή· είναι ένα αληθινό γεγονός. Δεν έχει παρά να δει κανείς το πώς και με ποιο τρόπο αναφέρονται οι Παλιανιώτισσες στο πρόσωπο της Παναγίας. Να παρατηρήσει μέσα από τα χαρακωμένα από τα χρόνια πρόσωπά τους, τους καθαρούς οφθαλμούς, που αποκαλύπτουν τη βαθιά σχέση του εσωτερικού τους κόσμου με το μυστήριο της Παναγίας. Να κοιτάξει τα ροζιασμένα χέρια από τις μετάνοιες και την εργασία. Τα τριμμένα ράσα και μαφόρια (μανδήλια), που δεν σε οδηγούν στο εξόφθαλμο θαυμασμό, αλλά στην ταπείνωση. Να γευθεί τη σοφία των απλών λόγων, που δεν κρύβουν τα τρομερά υπόβαθρα των υπονοουμένων της εποχής μας. Να ακούσει τις προσλαλιές τους σε κληρικούς και λαϊκούς, π.χ. απευθυνόμενες σε ιερομονάχους θα πουν «η οσιότητά σας πώς είναι;». Βυζαντινές μνήμες και προσφωνήσεις, που προφέρονται με ένα τέτοιο ανεπιτήδευτο τρόπο αναγκάζοντας μας να διερωτηθούμε: πώς κατορθώνεται αυτή η εν Χριστώ απλότητα ή πόσο αληθινό είναι το εκκλησιαστικό βίωμα ημών των νεοτέρων;
Η απλότητα των μοναχών της Παλιανής είναι για τον προσκυνητή μια απρόσμενη συνάντηση με τη λαϊκή ευσέβεια της Κρητικής ενδοχώρας, μίμηση της απλότητας της Παναγίας, μακριά από κάθε ύποπτη αρετή ή άλλη αντικειμενοποιημένη θρησκευτική έκφραση. Είναι τελικά η παράδοση της Μονής, η ιερολογία του μυστηρίου της απλότητας της Παρθένου, ο «χρυσοπλοκώτατος πύργος» της άδολης μοναχικής πολιτείας, που περιβάλλεται το Ιερό Μανδήλιον υφασμένο από τα αργαλιά των αιώνων, που καταγράφουν τη θυσία και τον ηρωισμό της εγκαρτέρησης της συνάντησης με Αυτήν, που κατοικεί αδιασάλευτα στην Παλιανή.
Τα κιονόκρανα, τα λείψανα των παλαιών βυζαντινών οικισμών, οι εναπομείνασες βυζαντινές εικόνες και όλα τα άλλα στοιχεία του καθαγιασμένου παρελθόντος της Μονής, τελικά έχουν μικρή αξία, είναι αποστεωμένα σημεία χωρίς τη ζωοποίησή τους από την ιδιαίτερη μοναχική ζωή της Παλιανής, που τα νοηματοδοτεί και δι’ αυτών μας παραπέμπει αμέσως στην Έφορο και Προστάτιδα της, την Αγία Θεοτόκο.
Όλο αυτό το μυστήριο, που εμείς οι άνθρωποι του κόσμου ελάχιστα προσεγγίζουμε, κορυφώνεται ανεπανάληπτα στις Ιερές Ακολουθίες της Παλιανής. Δεκαπέντε ημέρες οι Μοναχές ψάλλουν κάθε βράδυ την Παράκληση της Παναγίας μπροστά στο Άγιο Εικόνισμά της μαζί με τους λεγόμενους «δεκαπεντιστές», που παραμένουν στους ξενώνες της Μονής για να ολοκληρώσουν το τάμα, την υπόσχεση, να ανταποδώσουν ευχαριστίες για το θαύμα ή τη μεσολάβησή Της στα διάφορα προβλήματα. Μας θυμίζουν τις ιεραποδημίες του παλαιού Ισραήλ, την Έξοδο από τη φλόγα της καμίνου στη δρόσο του Πνεύματος, στη Γη της Επαγγελίας. Η Επαγγελία είναι ζωντανή στις περιγραφές των προσκυνητών της Παλιανής.
Το βράδυ στο Μοναστήρι πέφτει γλυκά και σκεπάζει με το ιλαρό φως του Αυγουστιάτικου φεγγαριού κατ’ ένα μυστικό τρόπο το Ναό, τα κελία, τους ξενώνες, τις αυλές και τα πρόσωπα των ανθρώπων. Είναι σαν να το έχει πέμψει αυτό το νυχτερινό λατρευτικό φως η ίδια η Παναγία. Διαπερνά την ύπαρξη κάθε ψυχής, που με βαθιά πίστη ζητά τη μεσολάβησή Της. Το θρόισμα των γύρω ελαιώνων αναμειγνύεται με τα θυμιάματα και τις ευωδίες των πλεγμένων ένα προς ένα των ανθών των γιασεμιών, που εναποτίθενται στο τέμπλο της Μονής.
Η γέννηση, η διαιώνιση αυτής της μοναστικής ατμόσφαιρας διαγράφει μια φωτεινή γραμμή ελπίδας για τον ορίζοντα του αύριο. Δηλώνει το ταξίδι των ψυχών, που ακολουθούν την τροχιά της Παναγίας μέχρι εκεί που έχουν τη δύναμη να δουν· πιο μακριά, μέχρι εκεί που μπορούν να ακούσουν τα αυτιά· πιο μακριά, μέχρι εκεί που μυρίζει ακόμα το άρωμα της παρουσίας Της· πιο μακριά, μέχρι εκεί και όσο μπορούν να αισθανθούν τους χτύπους απ’ τα ιερά βήματά Της κάτω από το δέντρο της Αγίας Μυρτιάς. Τα πρόσκαιρα όνειρα των ανθρώπων, το μελαγχολικό μοίρασμα των θησαυρών της γης αφαιρούνται, ξεχνιούνται από τη γοητεία της νύχτας της παραμονής της Κοίμησης, όταν βρέχει το φως της Παναγίας σαν αφαίρεση του σκοταδιού της όρασής μας.
Έχοντες απαρνηθεί τη γλώσσα του κόσμου, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, γεννημένοι στην περιοχή, που βρίσκεται το Μοναστήρι, πλέουμε μέσα στο βυθό της θάλασσας των παιδικών αναμνήσεων και ακούομε μέσα στην ανάσα των ανέμων, την Παυσολύπη Θεοτόκο, που σχημάτισε τις ανταύγειες του Ηλίου του Υιού της στις ψυχές μας, στη ζωή μας, στους γύρω μας μέχρι και στους τοίχους των σπιτιών μας, που ευλαβικά κρέμεται το ιερό εικόνισμά Της.
Απ’ την Αιγυπτία των λογισμών με τις χρυσές σαΐτες της προσευχής, ξεκινούμε ξανά για ένα νέο προσκύνημα στο Άγιο Μοναστήρι της Παλιανής για την καινούρια Ανάσταση των ψυχών μας σε ένα κόσμο, που χάθηκε η σοφία των γερόντων καθώς οι τελευταίοι σταυρωμένοι αναζητούν συνεχιστές, δίπλα σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη το σφούγγιγμα των δακρύων τους απ’ το μανδύλι της Παναγίας, το κράτημα σαν παιδιά απ’ το πορφυρό ένδυμά Της, την άρση κάθε πίκρας και αψυχίας.
Κοντά στην Παναγία κι ας είμαι η σκόνη των χορδών Της, η σκιά του μαφορίου Της, το τελευταίο άκρο που ακουμπά η Αγία Της Ζώνη, η λύτρωση της ποθητής Της δίψας για τον κόσμο, η αόρατη μοναξιά στην ορατή παρουσία Της, ο ελάχιστος της αγάπης Της και μόνον, «Άξιον Εστι».
Εμείς που δροσιστήκαμε στα μάρμαρα της Εκκλησιάς της Παλιανής απ’ τη Χάρη της Παναγίας με ευγνωμοσύνη στεκόμαστε και φέτος κάτω απ’ τον ουρανό Της και μυστικά ανεβαίνουμε χτυπώντας τα σήμαντρα της Μονής για να διαλαλήσουμε παντού γι’ αυτό το φως, το φως που τόσο τρυφερά γλυστρά απ’ το στερέωμα στο ιερό Της Μοναστήρι.
Του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης Μακαρίου Δουλουφάκη 1998

Ιερά Μητρόπολις Γορτύνης και Αρκαδίας