Ομιλία Πρωτοχρονιάς 1992

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1992

Σεβασμιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,

Ευρισκόμενοι εντός του κύκλου των εορτών του Αγίου Δωδεκαημέρου της Σαρκώσεως και της Θείας Επιφανείας του Υιού και Λόγου του Θεού, ερχόμεθα την εσπέραν ταύτην κατά το έθος της Αγιωτάτης ταύτης Αρχιεπισκοπής ενώπιον της Υμετέρας Σεβασμιότητος, ο ιερός κλήρος, τα εκκλησιαστικά συμβούλια των ιερών Ναών, οι επιτροπές των φιλοπτώχων ταμείων, οι υπάλληλοι των γραφείων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, οι υπεύθυνοι των εαυγών Ιδρυμάτων, οι ιεροψάλται, όλοι οι συνεργάται της Εκκλησίας και το ευσεβές πλήρωμα, προσάγοντες τας εορτίους ευχάς μας επί τη ανατολή του νέου έτους.

Εις την παράδοσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας ο παράγων χρόνος λαμβάνει την έννοιαν και την σημασίαν της υπάρξεως του μέσα από το εσχατολογικόν βίωμα της Εκκλησίας.

Ο Ιησούς Χριστός διά της Γεννήσεως Του ανακαινίζει τον Χρόνον, ίνα έλθει μέσα από την πορείαν της επί γης παρουσίας του και της ενδόξου Αναστάσεως Του να τον καταλύσει.

Το έντονον βίωμα της σχέσεως μεταξύ του «τώρα» και του «ερχόμενου» της πρώτης Εκκλησίας που έζησε το έσχατον από την ημέρα της Πεντηκοστής δηλ. αμέσως από την γενέθλιον ημέρα της, σχετικοποίησε την έννοιαν του χρόνου ως παρελθόν, παρόν και μέλλον αφού η παρουσία της εν τη γη σκοπόν έχει να οδηγήσει εις την βασιλείαν του Θεού η οποία «ου εστί εκ του κόσμου τούτου».

Παρά ταύτα το μυστήριον της ενανθρωπίσεως του Λόγου του Θεού εκδιπλούται και αποκαλύπτεται εντός του πλαισίου του ρέοντος χρόνου και του μέλλοντος αιώνος και κατά την πατερικήν σκέψιν τα δύο αυτά μεγέθη δεν αντιτίθενται μεταξύ των, αλλ΄ ως σοφώς παρετηρήθη, υφίστανται μεταξύ των «ποιοτική και παιδαγωγική σχέση», έτσι ώστε ο χρόνος διά την μετάθεσιν των ανθρώπων προς την αιωνιότητα να θεωρείται ως προπαρασκευαστικόν στάδιον εις το οποίον ο άνθρωπος μπορεί να συναντήσει την σώζουσα χάριν του Θεού και να απολάυσει το φως της αιωνιότητας.

Μετέχοντας λοιπόν εις τον ρέοντα χρόνον τον οποίον ο Χριστός διά της επί γης παρουσίας του ενοηματοδότησε και κατυήθυνε προς την αιωνιότητα ζούμε την μετ΄ ου πολύ είσοδον μας εις το 1992 υπό το φως της Πατερικής Ορθοδόξου θεωρήσεως του χρόνου εις το πλαίσιον του μέλλοντος αιώνος εις αντίθεσιν με την υλιστικήν αισχατολογίαν του σύγχρονου κόσμου ο οποίος εν πολλοίς αντάλλαξε τον χρόνον της Βασιλείας του Θεού Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος διά μίας «μελλοντολογίας», που εκφράζεται με την νατουραλιστικήν κατάταξιν του υπερβατικού ως φυσικόν και υπερφυσικόν.

Με το τέλος ενός έτους και την αρχήν ενός άλλου είθισται να ανανεώνεται η διάστασις του χρόνου η οποία τόσο καταλυτικά επιδρά εις την κτιστήν πραγματικότητα που ζούμε.

Σήμερα, όσον ποτέ άλλοτε, η αλλαγή, αναγέννηση, ανανέωση του χρόνου μας φέρει εις μίαν νέαν πραγματικότητα παγκοσμογονικής εκφάνσεως.

Εισήλθαμε εις μίαν εποχήν καταργήσεως εποικοδομημάτων με νομοτελειακήν κατάληξιν τον αφανισμόν συστημάτων τα οποία τόσα χρόνια είχαν κερδίσει την συμπάθειαν αλλά κοστίσει και την ζωήν τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων εις το παγκόσμιον σκηνικόν στερέωμα.

Εις ανατολήν και Δύσιν καταρρέουν αξίες – αρχές και δομές συμπαρασύροντας ανθρώπους και συνειδήσεις. Στεκόμενοι όμως αντικειμενικώς εμπρός εις τα φαινόμενα δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζουν οι διάφορες αλλαγές που λαμβάνουν χώρα γύρω μας.

Μέσα στην παγκόσμιον ιστορίαν της ανθρωπότητας υπήρξαν συστήματα, αρχές και εξουσίες που αν και εφαίνοντο να είναι κοινωνικώς και ιστορικώς προσδιορισμένα ήλθε, έρχεται ο χρόνος που την άλλην στιγμήν τα καταλύει.

Έτσι για άλλη μια φορά οι ανθρώπινες ιδεολογίες, η υπαρξιακή τραγικότης του ανθρωπίνου προσώπου και ο «αλλάνθαστος» ενδοκόσμιος προφητισμός, υποτάχθηκαν στους κατακλυσμούς της ιστορίας και εις το πεπρωμένον της απομυθοποιήσεως των εν τω κόσμω αυθεντιών.

Σταθμός μεγάλος θα είναι διά της ανθρωπότητας το νέον έτος 1992. παρακολουθούμε το τέλος μιας εποχής και την αρχήν μιας άλλης. Πολλές από τις προβλέψεις των επαϊόντων επραγματοποιήθησαν και άλλες ακόμα δεν έγιναν, αλλά εις τον σταθμόν της ιστορικής κρίσεως της εποχής μας, μια πρόβλεψις δεν έφτασε παρά των φωτισμένων για να ομιλήσει διά μίαν αποκαλυπτικήν εποχήν όπου η ιστορία αποκαλύπτει δυναμικώς το πρόσωπόν της.

Η συνεχής αναζητήσης λύσεων και οι δυνάμεις όπου ελειτούργησαν καταλυτικώς εις την διαμόρφωσιν ενός αντικειμενοπιημένου κόσμου εις Ανατολήν και Δύσιν εβυθίστηκαν εις το πέλαγος των απέραντων συλλογιστικών και στις επιταγές των συστημάτων όπου η ιστορία εν πολλοίς δεν υλοποίησε και άφησε και πάλιν το υποκείμενον της να εφαρμόσει το δικόν της σχέδιον που ξεφεύγει από την ανθρώπινην αντίληψιν τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα.

Η Εκκλησία του Εμμανουήλ όμως «ουκ έχει ούτως» εν τω ρέοντι χρόνω πορευομένη αλλ΄ υπεράνω του χρόνου ισταμένη, ήδη από την εποχήν της Συνόδου της Χαλκηδόνας διά του όρου των Πατέρων της, του «ασυγχήτως» και «ατρέπτως», εδίδαξε την διάκρισιν μεταξύ κτιστού και ακτίστου, ιστορίας και εσχατολογίας αλλά εν τω αυτώ και την μη διάκρισίν των και προεφύλαξεν την ιστορικήν πορείαν και την εκάστοτε αυτοσυνειδησίαν του υπό των ανθρωπίνων συστημάτων χειμαζομένου ανθρώπου, του ρέποντος εις τους παντοειδείς κατά καιρούς μονοφυσιτισμούς και νεστοριανισμούς, οι οποίοι εις τον αιώνα μας εγνώρισαν την μεγίστην κατά πράξιν και θεωρίαν ανάπτυξίν των, υπό των διαφόρων αιρέσεων.

Ο νεστοριανισμός εταλαιπώρησεν αρκετά την σύγχρονον φιλοσοφικήν σκέψιν εν τη κενολογία των ουμανιστικών φιλοσοφημάτων δια των οποίων οι συζητηταί του αιώνος τούτου ετόλμησαν την αποσάρκωσιν του Υιού και Λόγου του Θεού καθώς πατρικώς επισημαίνει το Χριστουγεννιάτικό μήνυμα του Παναγιωτάτου Οικουμενικού ημών Πατριάρχου κ. κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ.

Αλλά αποθαρρυνθείσα η ανθρωπότης ζητεί την αίσθησιν του χρόνου εις τας αιωνίως αληθινάς του διαστάσεις και εις την αναφοράν όλων των υπό του χρόνου οριζομένων υπό το φως του αμετάβλητου Εκκλησιαστικού esse (είναι), ως πατήρ της Εκκλησίας λέγει και τούτο γίνεται φανερόν εις τας πανβαλκανικάς, πανευρωπαϊκάς και παγκοσμίους μεταλλαγάς.

Η καθ’ ημάς Ορθόδοξος Ανατολή, αγωνιούσα και συμμετέχουσα εντόνως εις την προσπάθειαν αυτήν του σημερινού ανθρώπου, και το πλήρωμα της αληθείας θεόθεν κατέχουσα, ζητεί ανταποκρινόμενη στην πρόκλησιν των καιρών και της ιστορίας, ως έμαθε και ως εδιδάχθη, να δώσει το ελπιδοφόρον μήνυμα της ταπεινής φάτνης εις την αλαζονίαν των καιρών μας, προσκαλώντας εις την ορθήν θεώρησιν της σχέσεως χάριτος – χαρίσματος και αξιωμάτων εις την κατά χάριν ανάληψιν και μετοχήν εις το τρισσόν αξίωμα του Κυρίου «βασιλικόν, ιερατικόν, προφητικόν» διά να αισθανθούν έτσι τον αληθή και ζωηφόρον πλουραλισμόν της ζωής, το συνειδητόν πέρασμα από τα φέροντα εις τα αιώνια την ιστοριολογίαν στην ιστορία από τον επαρχιωτισμόν εις την οικουμένην, από τον υποτιμητικόν θρησκευτικόν ατομικισμόν εις την Εκκλησίαν, την μετάθεσιν εις την Βασιλείαν του Θεού, της χάριτος και της αληθείας μακρυά από κάθε ανθρώπινον αισθησιασμόν, αμοιβών και ποινών μετά θάνατον, του σκοτεινού μεσαίωνα, που ουδέποτε εγνώρισε η Ορθόδοξος ανατολή.

Αλλά εν τω χρόνω και ο Κύριος εργάζεται καθώς είπε «ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται καγώ εργάζομαι» και εργάζεται αγαθά υπέρ της Εκκλησίας του και της Οικουμένης ως φιλάνθρωπος και φιλεύσπλαχνος.

Τούτο διαπιστούται εις την εργασίαν της Εκκλησίας κατά το απερχόμενον έτος 1991 όπου πολλά μεγάλα επετελέσθησαν εν τη καθ΄ όλον Ορθοδόξω Εκκλησία, πολλά σε σταθμούς και γεγονότα.

Η καθ’ ημάς Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία και η Οικουμένη ολόκληρος προέπεμψεν εις την αιωνιότητα τον πράον και μειλίχιον Πατριάρχην της Δημήτριον τον Σεμνόν, ο οποίος ευαγγελικώς και αγιοπατερικώς εκήρυξε την αγάπην και την ειρήνην διά της πορείας του ανά τον κόσμον εις αυτόν ελκύων τα λόγια του ψαλμωδού «ως ωραίος οι πόδες των ευαγγελιζομένων την ειρήνην των ευαγγελιζομένων τα αγαθά».

Εν τω παντίμω προσώπω του εξεφράσθη το κάλλος της Εσταυρωμένης Χαρμολύπης της καθ’ ημάς ανατολικής εκκλησίας και έδωκεν εις ημάς Πατριάρχην κομίζοντος της ελπίδος το μήνυμα και εδώ επισημαίνομεν την πρόνοιαν του Θεού, η οποία εις την απηλπισμένην εποχήν μας, εξαπέστελε τον Πατριάρχην της ελπίδος ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ τον Α΄ κηρύττοντας τον λόγον της αληθείας εκ του πανσέπτου της Ορθοδοξίας κέντρου, το Φανάριον και στηρίζοντα τον λαόν του Θεού επί την άσειστον πέτραν της πίστεως και των εκκλησιαστικών παραδόσεων εις ημέρας κατά τας οποίας η Ορθόδοξος Εκκλησία, ιδιαιτέρως εις τας Σλαβικάς Ορθοδόξους χώρας χειμάζεται εκ προβατόσχημων λύκων της Ουνιτικής προπαγάνδας όπου θεωρεί την Ορθόδοξον επικράτειαν ως “terra missionis” γη δηλαδή ιεραποστολής, δημιουργούσα ανυπερβλήτους δυσχερείας εις τον διάλογον της καταλλαγής Ρώμης και Ανατολής, καθώς η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης προσφάτως επεσήμανεν και εδώ θέλομεν να υπενθυμίσομεν την δήλωσιν του Πάπα Ρώμης εις το Ευρωπαϊκόν Κοινοβούλιον του Στρασβούργου ότι «τα σύνορα της Ευρώπης είναι τα σύνορα του Χριστιανισμού».

Αυτό ας γίνει συνείδησις εις τους αδελφούς μας της Δύσεως γιατί καλούμεθα να αντιμετωπίσομεν το ολοένα αυξανόμενον πανισλαμικόν κίνημα της ημισελήνου, την θρησκείαν του ξίφους.

Ενώ ούτως έχουσι τα πράγματα και η τοπική μας Εκκλησία συμμετέχει αγωνιωδώς εις την ανωτέρω προβληματικήν και συμβάλλει εις τας λύσεις της, επομένη και στοιχειώσα κανονικώς τω Οικουμενικώ Θρόνω και έχουσα εις τα ώτα αυτής τον λόγον του Κυρίου «πιστεύετε εις Θεόν και εις εμέ πιστεύετε», «στήκετε και θαρσείτε τας παραδόσεις».

Σεβασμιώτατε,

Στην δύσιν ενός χρόνου ιστάμενοι και ενατενίζοντες την ανατολήν ενός Νέου, η Ιερά μας Αρχιεπισκοπή επανασυντάσσει τας δυνάμεις της διά την αντιμετώπισιν των συγχρόνων κοινωνικών και ποιμαντικών προβλημάτων.

Πολλά συνετελέσθησαν εις όλους τους τομείς κατά το απερχόμενον έτος, μεγαλυτέρα δε προσδοκώμεν κατά το Νέον.

Ο Ιερός Κλήρος κάτω από την πνευματικήν Σας καθοδήγησιν, επετέλεσε και επιτελεί έργον σημαντικόν το οποίον, εμφαίνεται στις λειτουργικές, ποιμαντικές, φιλανθρωπικές και άλλες δραστηριότητες των ενοριών της Αρχιεπισκοπής μας μετά πάντων των συνεργατών αυτών και σας περιβάλλει με βαθύτατον σεβασμόν και υϊκήν αφοσίωσιν, παραδειγματιζόμενος από το Σεπτόν Πρόσωπον σας το οποίο φανερώνει τον καλόν και πράον Ευαγγελικό ποιμένα.

Κατακλείοντας τον λόγον δεχθείτε τας ταπεινάς ευχάς μας, του ιερού κλήρου, του λαού και όλων των συνεργατών της Εκκλησίας, δι’ αίσιον και ειρηνικόν ενιαυτόν και παρακαλούμεν την Υμετέραν Σεβασμιότητα, στο χρονικόν τούτο οροθέσιον, όπως δεηθεί εις τον «καιρούς και χρόνους εν τη ιδία αυτού εξουσία» θέμενον Κύριον, όπως παράσχη εις ημάς και εις σύμπαντα τον κόσμον τα αγαθά όπως Αυτός γνωρίζει.

Ενσταλάξατε, πάτερ και Δέσποτα, εις την κανδύλα της πίστεως της Αγιωτάτης ταύτης Αρχιεπισκοπής, στο γύρισμα αυτού του χρόνου, το έλεον της αληθείας, της οποίας ως Αρχιποίμην επί τόσα έτη τον λόγον ορθοτομείτε διά να συνεχίζει να φωτίζει εισόδους και εξόδους των πνευματικών σας τέκνων.

Και αύθις υποβάλλομεν τας ολοκαρδίους ευχάς μας, εξαιτούμεθα τας Υμετέρας Αρχιερατικάς ευχάς και ευλογίας και ευχόμεθα Σεβασμιώτατε, τα έτη υμών μακρά, το Νέον έτος μεστόν ουρανίων Χαρίτων, επ’ αγαθώ της αγιωτάτης ημών Αρχιεπισκοπής και ημών των συνεργατών Σας εις τον αγρόν του Κυρίου.

Χρόνια Πολλά, εύχεσθε.

Αρχιμ. Μακάριος Δουλουφάκης, Πρωτοσύγκελλος Ι. Αρχιεπισκοπής Κρήτης