Ο αντίλογος της ανάγκης, πούλησε τα σπίτια των πατεράδων μας
Τα χωριά και οι οικισμοί της ενδοχώρας εγκαταλείπονται. Η φυγή στα μεγάλα αστικά κέντρα, εδώ και χρόνια, άφησε πίσω της την ημιερήμωση. Η απομάκρυνση από τις οικογενειακές εστίες έγινε φαινόμενο πού με την επικράτηση της οικονομικής και μόνο λογικής, τείνει να γίνει μόνιμη κατάσταση.
Παρατηρείται μάλιστα η εκποίηση πατρογονικών εστιών, στις οποία μεγάλωσαν τόσες γενεές. Δεν είναι φυσικά το μόνο φαινόμενο που επέφερε η αστυφιλία. Υπάρχουν τόσα και τόσα, αλλά νομίζουμε ότι στην ιεράρχηση των κακών της, η πώληση των πατρογονικών εστιών, κατέχει κεντρική θέση.
Τα τελευταία χρόνια με την οικονομική δυσκολία που έχει εξαπλωθεί παντού, και θα ενταθεί όπως δείχνουν τα πράγματα, το εν λόγω φαινόμενο θα αυξηθεί πιο πολύ. Σ΄ αυτό ήλθε να προστεθεί και το άνοιγμα των κλειστών κοινωνιών και έτσι πολλά τέτοια σπίτια έρχονται στην ιδιοκτησία ξένων. Πολλές φορές για ένα κομμάτι ψωμί!
Να ξεκαθαρίσουμε εδώ πως δεν έχουμε τίποτα εναντίον κανενός ξένου, δεν φοβούμαστε την παράλληλη παρουσία τους στον τόπο μας. Εξ΄ άλλου ο κόσμος όλος έγινε ένα παγκόσμιο χωριό, όπως λέγεται. Μερικές φορές μάλιστα οι ξένοι, αν εξαιρέσουμε τους κακοπροαίρετους, είναι ποιο σοβαροί και από εμάς. Εκείνοι αναζητούν τον ήλιο και στις περισσότερες των περιπτώσεων, επιθυμούν να έχουν καλύτερες κλιματολογικές συνθήκες, από εκείνες του τόπου καταγωγής των ἤ λίγη εργασία.
Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε και να θέσουμε για μας είναι: Εκείνοι ζητούν ότι ζητούν, εμείς γιατί προβαίνουμε στην απαλλοτρίωση των οικιών μας; Η απάντηση που δίδεται σε κάποιες περιπτώσεις είναι, μα έχω ανάγκη τα χρήματα, τα παιδιά μου σπουδάζουν, η ζωή είναι δύσκολη κ.λ.π.
Ναι έτσι είναι. Αυτή η οικονομική υπολογιστική λογική είναι απαραίτητη πλέον για κάθε νοικοκυριό. Αλλά στην οικονομική λογική του αναφερόμενου θέματος, υπάρχει και ένα παράπλευρο ερώτημα: Όλα πουλιούνται και υποτάσσονται στην εκποίηση; Όλα δίδονται; Μήπως υπάρχουν πράγματα που δεν πουλιούνται; Για όποιον γλίτωσε την φαμίλια του και τα παιδιά του, από τον ψυχρό μεταπράτη, κάθε αξίας και από την απανθρωπιά των κακών εσωτερικών αισθημάτων, ναι, υπάρχουν πράγματα που δεν δίνονται και τόποι που δεν διαπραγματεύονται. Αυτοί είναι οι εστίες που μεγαλώσαμε και αυτό το κομμάτι της γης, σήκωσε την διαδοχή από γενεά σε γενεά, κάθε ανθρώπου και κάθε οικογένειας. Αυτοί οι τόποι έχουν κατά συνέπεια ιστορία και ιερότητα.
Ας παρατηρήσουμε ανθρώπους που έγιναν πρόσφυγες. Με ποιο τρόπο μιλούν και εκφράζονται για τα πατρικά σπίτια τους; Ας τους ακούσουμε καλά για το τι λένε. Νιώθουμε το πόσο συγκλονισμένοι είναι, από την στέρηση της πατρικής εστίας.
Κάτι όμως φαίνεται να έχει αλλάξει εν τω μεταξύ και η αναφερθείσα ιερότητα εξαφανίστηκε προ πολλού για πολλούς. Οι αναμνήσεις σβήσανε, το φιλμ της παλιάς μηχανής που αποτύπωνε εικόνες κάηκε, η παγερότητα σκέπασε τον πολυποίκιλο καμβά των αισθημάτων, η ανάμνηση έδωσε τη θέση της στην πρόσκαιρη ενθυλάκωση φευγαλέων νομισμάτων. Η λεγόμενη από την ψυχολογία, απόλυτη χειριστική διαδικασία των πραγμάτων, υπερκάλυψε κάθε ευγενική έννοια, κάθε λογισμό παραμονής στα αξέχαστα βιώματα του τζακιού των σπιτιών μας και κάθε αξία που σφυρηλατήθηκε στις εστίες αυτές από τον ιδρώτα και τον κόπο των γεννητόρων μας.
Με συνοπτικές κτηματομεσιτικές διαδικασίες όλα δίδονται στο βωμό της πρόσκαιρης χρήσης και της απόκτησης λίγων χρημάτων. Τι λύπη! Τι έκπληξη! Ο αντίλογος της ένδειας και της ανάγκης πούλησε τα σπίτια των πατεράδων μας!
Λέγουν μερικοί: Μα τι να το κάνω αυτό το σπίτι, ένας τρόχαλος από πέτρες κατάντησε. Και όμως από τον τρόχαλο αυτό, ακούγεται η φωνή της μάνας που φτώχεψε για να ταΐσει τη ζωή, για όσους έχουν ακόμα ακοή και μνήμη. Από τα πεζούλια των τροχάλων βγαίνει, η πρώτη ανάσα ανάπαυσης από το ξαπόσταμα του κουρασμένου πατέρα, που γύριζε στο σπίτι από το ολοήμερο ζευγολάτημα στα χωράφια, για όσους έχουν ακόμα αισθήματα ευγνωμοσύνης. Από το ξερό πλέον χώμα της στενής αυλής του σπιτιού αναδύεται η δίψα, που κάποτε δροσισμένο από νερό, ζωήρευε το άσπρο γιασεμί, αφήνοντας να ξεχυθεί το φυσικό άρωμά του σαν παρηγορητικό πέπλο το απόβραδο, σαν φάρμακο ανάτασης και εμπλουτισμού του κουράγιου, για όσους ακόμα οσφραίνονται. Από το σταμνοστάτη έμειναν μόνο θρύψαλα του κατακερματισμένου παρελθόντος. Από το εικονοστάσι μόνο φωλιές κυνηγημένων πουλιών που γεμίζουν το χώρο των ερειπίων με το θρηνητικό τιτίβισμα της εγκατάλειψης, κι ας σώθηκαν οι παλιές εικόνες που μεταφέρθηκαν στα σαλόνια και στις βιτρίνες των πολυκατοικιών, χωρίς θυμίαμα, κανδήλα ακοίμητη και προσευχή.
Αν συνεχίσουμε να βλέπουμε από τις χαραμάδες των γκρεμισμένων τοίχων και από τα περιθώρια της σκέψης του κάθε ανθρώπου για το σπίτι του χωριού, θα ξετυλιχθούν χιλιάδες σκέψεις και εικόνες. Σταματούμε εδώ.
Θα πουν μερικοί: Τι ρομαντισμοί είναι τώρα αυτοί; Ποιά όνειρα και ποιά προοπτική υπάρχει αφού όλα τελείωσαν. Τώρα είναι άχρηστα αυτά τα σπίτια. Την απάντηση μας την δίνουν οι φιλογενείς εκείνοι άνθρωποι που έστω και μακριά από τα πατρικά τους, τα αναστηλώνουν, τα συντηρούν, τα φροντίζουν και κάποτε – κάποτε έρχονται και μένουν λίγο σ΄ αυτά, για να αφήσουν λίγο από τον κόπο των πολύβουων αστικών κέντρων. Είναι αλήθεια μια παρηγοριά και μια αντίσταση στο ξέφρενο ξεπούλημα.
Μη πουλάμε ότι απέμεινε από τις ρίζες μας. Μην αφήνουμε τα λαξευμένα πελέκια, τα χαραγμένα από το χρόνο ανώφλια με την φιλότεχνη υπομονή εκείνων που σφυροκόπησαν τις λειασμένες πέτρες, τα αγκωνάρια των παλαιών σπιτιών μας, να γίνονται διακοσμητικά εντειχίσματα πλουσίων επαύλεων.
Υπάρχει ακόμα χρόνος να περιτοιχίσουμε και να αναστυλώσουμε τα ερειπωμένα σπίτια, τις κατοικίες των πατεράδων μας. Πόνος ψυχής η εγκατάλειψή τους.
Δεν μιλούμε φυσικά για την διατήρησή τους μέσα από την μόδα του ανατείλαντος κοσμικού ερημητισμού, της ευγενικής δηλαδή απόστασης από τους άλλους, αλλά για την περιοδική έστω αληθινή επιστροφή στην κατάφαση του παρελθόντος που μπορεί να λειτουργήσει σαν αυτοσυνειδησία στην ανακάλυψη του ποιοι ήμασταν. Το αύριο πως θα χαραχθεί;
Η αλλοίωση είναι δεδομένη και το βλέπουμε όλοι. Το παρόν κείμενο με πολύ απλό τρόπο επαναφέρει μερικές, ελάχιστες εικόνες που θα μπορούσαν ίσως να συμβάλουν στο σταμάτημα του ευτελούς δοσίματος των πατρικών σπιτιών στα χωριά μας, για να μη χαθούν ρίζες.
Η πολιτογραφική σύνθεση της υπαίθρου θα αλλάζει μέρα με τη μέρα. ¨Ήδη είναι ορατή η αρχή. Οι αιτίες πολλές. Μια μικρή θυσία χρειάζεται και μια διαφορετική αντίληψη για να σωθούν τα σπίτια των πατέρων μας. Ας είναι ξερολιθιές, είναι οι βάσεις των οικογενειακών παραδόσεων και θρύλων.
Δεν πωλούνται τα σπίτια μας και τα χωρία μας. Είναι τα ιστορικά κέντρα από τα οποία ξεκίνησαν για πολλούς όλα τα υπόλοιπα της ζωής. Λίγο να το σκεφτούμε σοβαρά. Τελικά θα υπάρξει περιθώριο για μια άλλη τακτική στον αντίλογο που λέει: Πούλησε το πατρικό σου, τι να το κάνεις;
Πηγή: “Πολιτιστική ματιά” Αγ. Βαρβάρας φύλλο 2
Πάσχα του 2011
† Ο Γορτύνης και Αρκαδίας Μακάριος

Ιερά Μητρόπολις Γορτύνης και Αρκαδίας