ΙΣΤΟΡΙΑ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΓΟΡΤΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΡΚΑΔΙΑΣ (Από τη Θρησκευτική εγκυκλοπαίδεια)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΓΟΡΤΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΡΚΑΔΙΑΣ
(Από την Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια)

Παύλος ο Απόστολος, αποφυλακισθείς το 62 εν Ρώμη, επιχειρεί την δ΄ Αποστολικήν αυτού πορείαν, και μεταξύ άλλων, επισκέπτεται και την μεγαλόνησον Κρήτην, εις ην και παλαιότερον είχε προσορμισθή (ως ναυαγός), αγόμενος δέσμιος εις Καίσαρα (Πράξ. κζ΄ 7-8, 12, 16). Διαμείνας, ως εικός, εν τη ρωμαϊκή της νήσου πρωτευούση, τη Γορτύνη, το μεν εκήρυξεν επί το συστηματικώτερον τον χριστιανισμόν, γνωστόν ήδη εν τη νήσω από της ημέρας της Πεντηκοστής (Πράξ. Β΄ 11), το δ’ εμερίμνησε δια την οργάνωσιν της συγκοτηθείσης χριστιανικής κοινότητος, «ης χάριν απέλιπεν εν Κρήτη» Τίτον, τον εκλεκτόν αυτού μαθητήν και συνέκδημον (Τιτ. α΄ 5), καταστάντα οιονεί πρώτον εν τη μεγαλονήσω επίσκοπον με έδραν την μνημονευθείσαν Γόρτυναν. Η δοθείσα υπό του θείου Αποστόλου εντολή ήτο να «επιδιορθώσηται τα λείποντα και καταστήση κατά πόλιν πρεσβυτέρους» (αυτόθι), ήτις, ως φαίνεται, επιτυχώς εξετελέσθη, διότι ήδη κατά τα μέσα του Β΄ αιώνος γίνεται λόγος περί της «Εκκλησίας της παροικούσης Γόρτυναν και λοιπών κατά Κρήτην παροικιών» (βλ. Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστ., εκδ. Schwartz: Kleine Ausgabe 1922, βιβλι. IV, κεφ. 23-25, σ. 158-161), ονομαστί μάλιστα αναφερομένων και επισκόπων: Τού «της μητροπόλεως» Γορτύνης Φιλίππου (περί το 160-170) και τού της Κνωσσού Πινυτού. Υποθετέον άρα, ότι “ Επισκοπαί (!) ” εν Κρήτη υφίσταντο απ’ αυτού έτι τού Α΄ αιώνος και ότι η παύλειος φράσις «κατά πόλιν» ανταποκρίνεται προς την είδησιν του Ευσεβίου περί των επιστολών του συγχρόνου τω Ρώμης Σωτήρι (;166-174) επισκόπου Κορίνθου Διονυσίου, αι οποίαι απεστάλησαν «τη Εκκλησία τη παροικούση Γόρτυναν άμα ταις λοιπαίς κατά Κρήτην παροικίαις», εξ ου συνάγεται, ότι εν Κρήτη η πρωτεύουσα Γόρτυνα απέβη και η έδρα της εκκλησιαστικής Μητροπόλεως της Μεγαλονήσου, εχούσης Επισκοπάς εν ταις λοιπαίς πόλεσι (κατά Παύλον) ή παροικίαις (κατ’ Ευσέβιον) (βλ. Γερ. Ι. Κονιδάρη. Αι Επισκοπαί της Κρήτης μέχρι καί του Ι΄ αιώνος, εν «Κρητ. Χρον.» Ηρακλείου, Ζ΄ [1953], σ. 470 Χέτοβεργ. Ιστορία της Ελλάδος. Και άρθρον Gortynn, εν Pauly – Wissowa, Realencyclopadie, 14 ημίτομος, Stuttgart 1912, στ. 1665 -1671).
Κατά τους μετέπειτα χρόνους των διωγμών η Γόρτυνα παραμένει Μητρόπολις Κρήτης, καθ’ α εμφαίνεται εις τα διάφορα εις την εποχήν ταύτην αναφερόμενα μαρτυρολόγια. Ούτως αναφέρονται εις το “Μαρτύριον των Αγίων δέκα μαρτύρων των εν Κρήτη μαρτυρησάντων εν Γορτύνη τη μητροπόλει” (παρεδόθη δια πολλών κωδίκων και εξ εδόθη και τελευταίως. Το 1946, υπό του Er. De (nvalicri) η Γόρτυνα ως Μητρόπολις και Παύλος επίσκοπος αυτής, όστις φέρεται ζων κατά τούς χρόνους του Μεγ. Κωνσταντίνου. Και έτερον “Μαρτύριον του Αγίου Κυρίλλου…”, υπό του αυτού Er. De (nvalicri) δημοσιευθέν, ο επί Δεκίου (249-251) ωσαύτως μαρτυρήσας Κύριλλος χαρακτηρίζεται «αρχιεπίσκοπος Κρήτης μητροπόλεως Γορτύνης» (βλ. Ν. Β. Τωμαδάκη. Οι τίτλοι Επίσκοπος, Αρχιεπίσκοπος και Πρόεδρος της Εκκλησίας Κρήτης, εν Αποστ. Τίτος» Ηρακλείου, ΙΛ΄[1962]. σ. 207).
Και μέχρι μεν του τέλους του Α’ αιώνος η μετ’ Επισκοπών Μητρόπολις Γορτύνης διατέλει, ως και αι λοιπαί Μητροπόλεις, κατ’ ουσίαν αυτοκέφαλος, ότε επί των παπών Σιρικίου (384-398) και Ιννοκεντίου του Δ΄ (402-417) η ηθική απλώς επιβολή του Ρώμης μετεβλήθη εις κανονικήν επί του ανατολικού Ιλλυρικού, εν ω και η Κρήτη συμπεριελαμβάνετο, καίτοι τούτο από του 395 (προσωρινώς το 379) είχε υπαχθή πολιτικώς εις το ανατολικόν ρωμαϊκόν κράτος. Η Κρήτη μετά του ανατολικού Ιλλυρικού βιαίως απεσπάσθη από της Εκκλησίας της Ρώμης και υπήχθη εκκλησιαστικώς εις τον Κωνσταντινουπόλεως μόλις το 732, επί Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου (717-740), ένεκα της στάσεως του πάπα εις την εικονομαχικήν πολιτικήν αυτού. Επομένως κατά την εν λόγω περίοδον (τέλη Α΄ αιώνος – 732), μη αναγραφομένων των Μητροπόλεων του ανατολ. Ιλλυρικού και κατ’ ακολουθίαν και της Γορτύνης (Κρήτης) εις τας Notitias episcopatoum των ανατολ. Πατριαρχείων και δη και του Οικουμενικού, περί της τελευταίας ταύτης πληροφορούμεθα από των Πρακτικών των Συνόδων, εις ας ο επίσκοπος της Μητροπόλεως Γορτύνης συμμετέσχεν. Υψηλήν μάλιστα θέσιν φαίνεται κατέχων ούτος εν τοις Πρακτικοίς των Οικουμ. Συνόδων Δ’, Ε΄, ΣΤ΄ και Πενθέκτης, και δη και εν τοις προτελευταίας ταύτης (680 εν Κωνσταντινουπόλει), ένθα εμφανίζεται ως απεσταλμένος της ρωμαϊκής Συνόδου.
Από του 732 μέχρι της αλώσεως της νήσου υπό των Αράβων Σαρακηνών (826;) η Μητρόπολις Γορτύνης και ο ταύτης επίσκοπος αναφέρονται προς τοις άλλοις εν τω Τακτικώ Λέοντος Γ΄ και Κωνσταντίνου Ε΄ (731-746), τοις Πρακτικοίς της Ζ΄ οικουμ. Συνόδου (787), τοις Τακτικοίς 8ω και 9ω των αρχών του Θ΄ αιώνος (παρά Parthey, σ. 170 και 185 ένθα ο Κρήτης χαρακτηρίζεται αρχιεπίσκοπος). Μετά την απελευθέρωσιν της νήσου υπό του Νικηφόρου Φωκά (961), ότε και εκκλησιαστική πρωτεύουσα της Κρήτης καθίσταται η υπό των Αράβων ιδρυθείσα πόλις του Χάνδακος (σημερινόν Ηρακλείου), απαντώμεν Τακτικόν του 980 (το 3ον, Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, εν ω σημειούται· «τω της νήσου Κρήτης (εν μητροπολίτη) ο Γορτύνης, ο Κνωσσού, ο Αρκαδίας…», όπερ οδηγεί ημάς εις το να διατυπώσωμεν το ερώτημα μήπως μετά την εγκατάστασιν του Κρήτης εν Χάνδακι διετηρήθη εν τη θέσει της αρχικής Μητροπόλεως Επισκοπή υπό το όνομα Γορτύνης; Πάντως κατά την β΄ βυζαντινήν περίοδον εν Κρήτη (961 – 1204) ο μητροπολίτης της μεγαλονήσου εδρεύει εν Χάνδακι ονομαζόμενος Κρήτης, ενώ προηγουμένως επικρατέστερος δια τούτον ήτο ο τίτλος του Γορτύνης, καίτοι πολλάκις απαντά και ως ο Κρήτης (πρβλ. και Ανδρέαν Κρήτης τον Ιεροσολυμίτην κατά τας αρχάς του Η΄ αιώνος εν τη Γορτύνη μητροπολιτικώς επισκοπεύσαντα). Σχετικώς βλ. και Ν.Β. Τωμαδάκη. Η Εκκλησία Κρήτης κατά την Αραβοκρατίαν, εν «Κρητ. Χρον.», ΙΕ’ – ΙΣΤ’ (1961-1962), ΙΙΙ, σ. 203.
Φαίνεται, ότι μέχρι τού 1900, ότε εξεδόθη ο υπ’ αριθμ. 276 νόμος της Κρητικής Πολιτείας, η στενή επισκοπική περιφέρεια του μητροπολίτου Κρήτης ευρίσκετο κυρίως εκεί, ένθα παλαιότερον έκειτο η Μητρόπολις Γορτύνης, ήτοι εν τη λεγομένη Μεσσαρά, της επισκοπικής περιφερείας Αρκαδίας κειμένης εν τη παλαιά επαρχία Ρίζου. Δια του ν. 276/1900 της Κρητικής Πολιτείας η περιφέρεια της Μητροπόλεως – από της β΄ βυζαντινής περιόδου εχούσης την έδραν αυτής εν Χάνδακι, εν τη βορείω Κρήτη κειμένω – ωρίσθη εν ταις βορειναίς κυρίως επαρχίαις του Νομού Ηρακλείου, εν αις παλαιότερον ευρίσκοντο αι Επισκοπαί Κνωσσού (ήτοι της επαρχίας Μαλεβυζίου) και Χερρονήσου (ήτοι της επαρχ. Πεδιάδος). Την παλαιάν περιφέρειαν του μητροπολίτου κατέλαβεν από της επαρχίας Ρίζου ο επίσκοπος Αρκαδίας (περί ης βλ. Πολιτ. Γεωγραφίαν Ιεροκλέους και Α΄ και Β΄ Συγκριτικούς Πίνακας του μνημον. Έργου του Γερ. Κονιδάρη εν «Κρήτ. Χρονικ.», Ζ’, μεταξύ των σ. 464 -465 και 472 -473), όστις δια του ν. 4149/1961 «περί Καταστατικού Χάρτου της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας» μετονομάσθη εις επίσκοπον Γορτύνης, του επισκόπου όμως Τιμοθέου (Παπουτσάκη) διατηρήσαντος, εκ λόγων μάλλον συναισθηματικών, και την ονομασίαν Αρκαδίας, καίτοι γε πάντοτε ο επίσκοπος της Μητροπόλεως Γορτύνης σαφώς διεστέλλετο από του υποκειμένου αυτώ επισκόπου Αρκαδίας. Σημειωτέον, ότι δια της υπ’ αριθμ. 812/1962 Πατριαρχικής Πράξεως του Οικουμ. Πατριαρχείου ο επίσκοπος Γορτύνης προήχθη, ως και οι λοιποί της νήσου Ιεράρχαι, εις μητροπολίτην τιμής ένεκα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡ. Πλην της ανωτέρω μνημονευθείσης, Εμμ. Δ Πετράκη, Ιστορία της εν Κρήτη Εκκλησίας, 1923, Μ. Κριαρά, Ιστοριά της Εκκλησίας Κρήτης επί Τουρκοκρατίας, εν Ελληνικά, Η΄ (1935). Ν. Β. Τωμαδάκη, Η Αποστολική Εκκλησία της Κρήτης κατά τους αι. Η΄ – ΙΡ΄ και ο τίτλος του προκαθημένου αυτής, εν ΕΕΒΣ, ΚΔ΄ (1945). Πεπραγμένα του Α΄ Διεθνούς Κρητολ. Συνεδρίου, εν Κρήτ. Χρον., ΙΕ΄ και ΙΣΤ΄(1961-1962) και ιδία τευχ. ΙΙ και ΙΙΙ.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΖΕΔΑΚΗΣ