“Μεταμόρφωση, η δόξα του Θεού”. Του Θεοφιλ. Επισκόπου Κνωσού κ. Μακαρίου. (2002)

Μεταμόρφωση η δόξα του Θεού.

“Όρος το ποτέ ζοφώδες και καπνώδες νυν τίμιον και άγιον εστίν”, ψάλλει απόψε η Ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία.

Εκάλυψε η νεφέλη το Όρος και κατέβηκε η δόξα του Θεού. Ένα αποκαλυπτικό γεγονός το οποίο δυστυχώς η θεολογική σκέψη και η Εκκλησιαστική πρακτική των νεωτέρων χρόνων το ενέδυσε, ούτε λίγο, ούτε πολύ, με ένδυμα γνόφου και μυστηριώδους ακατανοησίας.

Εορτάζονταν τόσα χρόνια η Μεταμόρφωση του Χριστού, αυτή η σπουδαία και κύρια για την θεολογία και την πνευματική ζωή εορτή, ως μια επετειακή εορτή που είχε την αναφορά της, στην ξερή αφήγηση του γεγονότος. Χωρίς καμιά διείσδυση στο μεταμορφωτικό και φωτεινό μυστήριο της Εκκλησίας.

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου, πέρασε ως μια ανάμνηση ενός γεγονότος χωρίς την σωτηριολογική ερμηνεία του και μοιραία κατάπεσε σε αιτία για ηθικιστικές αναφορές συνδεδεμένες με ένα θρησκευτικό συναισθηματισμό, επηρεασμένος από την αναγεννησιακή θρησκευτική ατμόσφαιρα, για μια ουτοπική φωτεινή πολιτεία και ζωή.

Το φως του Κυρίου, η λαμπρότητα με την οποία περιγράφεται το συμβάν της Μεταμορφώσεως στην Αγία Γραφή και το δέος των μαθητών του Χριστού ήταν μια καλή ευκαιρία, για κείνους που πίστευαν στο φως ως ποιητική ιδέα ή ως μια κατάσταση μαγικού νιρβάνα, να δράσουν  ανενόχλητα και βρίσκοντας και επιδερμική ευαγγελική κάλυψη, να προχωρήσουν στην θεολογική διαστρέβλωση της μεγάλης αυτής Δεσποτικής εορτής.

Η σημερινή εορτή είναι άκρως θεολογική, δηλαδή Εκκλησιαστική, συνδεόμενη με το γεγονός ως εμπειρία των Αγίων και την θέα του ακτίστου Φωτός ως αποκάλυψης. Όχι με την κατ΄ ιδέαν υψηλή, έννοια του κοσμικού φωτός.

Η σημερινή εορτή είναι η κυρία διαχωριστική γραμμή μεταξύ της θεολογίας των Ορθοδόξων και της ουμανιστικής θεολογίας των όποιας μορφής άλλων αποκλίσεων.

Η λαμπρότητα και η θέα του Θεϊκού φωτός από τους μαθητές του Χριστού στο Θαβώρ, είναι η δι΄ ολίγον αποκάλυψη της Θείας δόξης. Λέγομε δι΄ ολίγον, διότι όταν ο Κύριος μεταμορφώθηκε ενώπιον Πέτρου, Ιακώβου και Ιωάννου, δεν μπόρεσαν να δουν τις ακτίνες του φωτός του Προσώπου του Κυρίου και έπεσαν στην γη, μη μπορώντας να ατενίσουν το φρικτό θέαμα. “Οι μαθητές σου Λόγε, έρριψαν εαυτούς εν τω εδάφει της γης, μη φέροντες οράν την αθέατον μορφήν”.

Από δω αρχίζει και η διαφορά. Όλοι οι Χριστιανοί ως γνωστόν, την ίδια Αγία Γραφή διαβάζουμε και των αυτών γεγονότων που περιέχει, είμαστε οι αφηγητές και οι διδάσκαλοι.

Όμως η πράξη είναι πιο πέρα από την όποια τέλεια αφήγηση. Η πράξη διαφοροποιεί το πώς, ερμηνεύει ο κάθε ένας τον λόγο του Θεού. Εμείς δεν σταματούμε στον εκστασιακό θαυμασμό των θεολόγων της Δυτικής Χριστιανοσύνης. Δεν δεχόμαστε ότι η παμφαέστατη Μεταμόρφωση, θα μπορούσε να είναι η αφορμή για να μιλήσουμε εξ΄ αφορμής του περιεχομένου της, μόνο για την ηθική μεταμόρφωση και μεταστροφή της κοινωνίας και του ανθρώπου προς τον Θεόν. Αυτή είναι η αποστολή και του κοινωνικώς καλού και ωραίου.

Η Ορθόδοξη πνευματικότητα ακολουθεί την Πατερική εμπειρία. Την αγιοπνευματική και αγιοπατερική προσέγγιση στα γεγονότα της ζωής του Κυρίου. Αυτό ονομάζεται εμπειρία, που οδηγεί χωρίς αμφιβολίες στην με βεβαιότητα οντολογική σύνδεση με τον Θεό. Δηλαδή στον εσωτερικό αγώνα.

Το φως δεν είναι απόλαυση της συνέπειας. Είναι καρπός αγώνων στο βάθος του είναι. Αυτοί που πρωτοπορούν σ΄ αυτή την Ορθόδοξη πορεία, είναι οι ασκητές Άγιοι Πατέρες της ερήμου και ακολουθούν στην συνέχεια πάντες οι θέλοντες όχι μόνο ευσεβώς, αλλά κυρίως Εκκλησιαστικώς ζειν. Η μόνη πιο κοντινή κατάσταση στο Θεό. Το Ευαγγέλιο στην έρημο. Η μόνη τέλεια εφαρμογή, που βρήκε ο λόγος του Θεού πάνω στην γη.

Δεν νοείται στην Ορθόδοξη πνευματολογία μετά την πτώση, κόσμος κεχωρισμένος από την άσκηση. Η άσκηση είναι η γιατρική θεραπεία της αδαμιαίας πτώσης που συσκότισε όλο τον άνθρωπο. Είναι η θεραπευτική μέθοδος, ως εύλογη χρήση των εγκόσμιων και στην μορφή της απάρνησής των, ο δρόμος που οδηγεί στην θέα του φωτός της Θεότητος.

Αν είναι τα πράγματα διαφορετικά, τότε οι βίοι των Αγίων της Εκκλησίας, η εμπειρία των, δηλαδή οι αφηγήσεις των και η θέα των μέσα στο άκτιστο Φως, προβάλουν μόνο μέσα από ένα φιλολογικό θαυμασμό ή είναι ευσεβείς υπερβολές ή ευλαβικά παραμύθια όπως διατείνονται μερικοί.

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι συν αυτοίς κατά χάρη θεόπτες, έζησαν την εμπειρία της κατά χάριν θέας του ακτίστου Φωτός. Δεν μένουν στον ψευτοδεή ζήλο και στην νομικίστικη δήλωση της πίστεως, ως ιδεολογήματος. Κάνουν την ζωή των ολόκληρη, μια επίπονη υπαρξιακή αναζήτηση του Θεού.

Γράφει ο Ορθόδοξος Ρώσος Επίσκοπος Βασίλειος Κριβοσέϊν, στο περίφημο βιβλίο του “Μέσα στο Φως του Χριστού” αναλύοντας τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, πάνω στην εμπειρία του από την θέα του Φωτός: “Ο Χριστός παρουσιάζεται στην αρχή από μακρυά, σαν ένας μεγάλος ήλιος, μετά πλησιάζει και μπαίνει μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, όπου αυτός ο ήλιος λάμπει. Πλησιάζει τον Συμεών πηγαίνει και στέκεται στο κεφάλι του, παίρνει την μορφή ενός φωτεινού σύννεφου. Το φως στην συνέχεια φανερώνεται σαν ο ίδιος ο Θεός, ο Χριστός και το Άγιό Του Πνεύμα. Είναι όμως κυρίως το φως του Χριστού. Γεννά μια απέραντη χαρά και μια ανέκφραστη γλυκύτητα, όλα τα μέλη του σώματος γίνονται φωτεινά, ο άνθρωπος μεταμορφώνεται. Η αποχώρηση ή η απομάκρυνση του φωτός προκαλούν ένα πόνο και μια θλίψη αφόρητη. Πρέπει να παλέψει κανείς με ζήλο για να αποκτήσει πάλι το φως, όταν το χάσει. Είναι μια συνεχής δραματική πάλη. Και ο Συμεών ικετεύει  άπειρες φορές τον Θεό να λάμψει πάλι επάνω του το θείο φως”.

Νομίζω ότι το παραπάνω απόσπασμα είναι πολύ χαρακτηριστικό. Οι Άγιοι έβλεπαν το άκτιστο Φως κατά χάρη και η στέρηση του ήταν γι΄ αυτούς η τέλεια οδύνη. Η θέα του άκτιστου Φωτός δεν είναι φως λυχνιών, δεν είναι φάντασμα της ψυχής. Είναι το φως του Χριστού, η δόξα του, η ευσπλαχνία και η αγαθότητά του και κάθε τι που προέρχεται απ΄ Αυτόν.

Γράφει ο ανωτέρω μελετητής “Είναι ένα Φως πνευματικό, άυλο, διαφορετικό και ασύγκριτα πιο έντονο από το φως του ήλιου και των άστρων. Την ημέρα της κρίσεως ο Χριστός θα λάμψει με αυτό το Φως και με την έλλαμψή του θα κάνει να εξαφανιστεί το φως του ήλιου που αυτό μονάχα οι δίκαιοι θα μπορέσουν να το δουν”.

Η δε σαφής δήλωση του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου ότι: “πρέπει να δει κανείς, να το δει σ΄ αυτήν ακόμα εδώ την ζωή, για να το δει και στο μέλλοντα αιώνα και όποιος δεν το είδε εδώ κάτω, δεν θα δει τον Χριστό στην αιωνιότητα” μας δίνει να καταλάβουμε τις προϋποθέσεις του Παραδείσου ως καταστάσεως και όχι ως τόπου περιγραφόμενου με όποια εγκόσμια χρώματα. Ο Παράδεισος είναι η κατά χάρη θέα του Φωτός του Θεού. Η τροφή των Αγγέλων, ο στέφανος των Αγίων. “Φλόγα δροσίζουσαν Οσίους, δυσσεβείς δε καταφλέγουσαν”.

Λέει όμως, ότι όποιος από τούτη την ζωή δεν δει αυτό το Φως, ούτε στην άλλη έχει την δυνατότητα να το δει. Αυτή η αυστηρότητα που σε μια πρώτη εξήγηση δημιουργεί απελπισία, μετριάζεται από τον ίδιο τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, όταν προσθέτει συμπληρωματικά ότι και η επιθυμία της θέας από αυτή την ζωή, είναι αιτία για να επιτρέψει ο Θεός να ζήσει η ψυχή αυτή την εμπειρία στην μετά θάνατο ζωή.

Σημαίνει ότι των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας το Φως, αντιστοιχεί σε ουράνια δωρεά, με το μόνο φόβο, μη ποτέ χάσουν αυτή την τρυφή του Παραδείσου, ένεκα κάποιας αδυναμίας.

Δεν υπάρχουν λοιπόν μοναχοί και λαϊκοί, έγγαμοι και άγαμοι, όνειρα και οπτασίες, προνομιούχοι μπροστά στο Δημιουργό. Υπάρχουν, όμως, ως φωτισμένα ή αφώτιστα. Κατά συνέπεια ως  βίωση αλήθειας ή ως ψεύδος, που είναι η στέρηση και η αποστροφή της αλήθειας.

Αντί δε να κηρύττουμε με την γλώσσα της Ορδοδόξου Εκκλησιαστικής αληθείας, κηρύττουμε με την γλώσσα της ιδιωτικής ευλάβειας που πείθει ή με μαθηματική ακρίβεια που αποδεικνύει, έτσι ώστε τα ανωτέρω μόνο ως σχήματα, να δίνουν την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να σώζουν.

Αυτό ακριβώς είναι η συσκότιση του εν τη Εκκλησία υπάρχοντος άσβεστου για κάθε εποχή φωτός του Κυρίου. Η ατροφία του χαρίσματος. Ο υπερτονισμός του αποστεωμένου θεσμού και του καθήκοντος και όχι του πνευματικού αγώνα και της εθελοθυσίας, κατά την διδαχή και το βίωμα της Εκκλησίας.

Η αμαρτία από την απελπισία της αργοπορίας της επεμβάσεως του Θεού σε ότι ζητήσουμε με κριτήρια ωφελιμιστικά, ότι θέλουμε άμεσα εδώ και τώρα. Η χιλιαστική αναμονή του Θεού, με ανθρώπινους σχηματισμούς, για την απόδειξη της ύπαρξής του.

Εδώ έρχεται και η απάντηση σε όσους ακόμα δεν κατάλαβαν τι είναι αυτό που αναπαύει αληθινά τον άνθρωπο και τι είναι αυτό που τον βασανίζει. Η απολογητική είναι μια μέθοδος που βάζει εμπρός στην αναζήτηση του ανθρώπου την βάσανο της επιστήμης. Η βίωση είναι η ακολουθία της μαρτυρίας της κατά χάρη θέας, των ακτίστων ενεργειών του Θεού.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι ένεκα της χωρίς φως καταστάσεως του κόσμου, η απομάκρυνσή του από το όντως Φως, έδωσε την αφορμή σε μια άλλη συνομοταξία “φωτισμένων”, των γκουρούδων και διδασκάλων των πάσης φύσεως ανατολικών παραθρησκευτικών οργανώσεων ή των ονειροπόλων των μη θεουμένων, για να μιλήσουν για το δικό τους φως.

Ακόμα και σε αυτή εδώ την περιοχή, είναι πολλοί οι άνθρωποι που πλησιάζουν τέτοιους επιτήδειους “φωτιστές”, ψευτοχαρισματούχους για να λύσουν το πρόβλημά τους.

Να μέσα στα τόσα κακά της εποχής και ένα καλό. Η καταισχύνη από τα ψεύδη τους και η συνεχής ανακάλυψη των μαγκανιών τους.

Από την άλλη η χρυσή και ευλογημένη ευκαιρία της Εκκλησίας να ενανθρωπιστεί ως ο Κύριος της και με τα λευκά και καθαρά ενδύματά της, να σκουπίσει τον ιδρώτα της υπαρξιακής αγωνίας και να ενδύσει το κουρελιασμένο και πονεμένο πρόσωπο του ανθρώπου.

Το φως των πάσης μορφής θρησκευμάτων και ενοράσεων είναι αποτέλεσμα της επί της του υποσυνειδήτου πιέσεως ή της επί του ψυχονευρωτικού συστήματος της ανθρωπίνης φύσεως, με αποτέλεσμα να βλέπουν φως, αλλά ως απεδείχθη κτιστό, γι΄ αυτό και στην συνάντηση του δαλαϊλάμα  του Θιβέτ, με ένα επί των ημερών μας βιώσαντα την θέα του Φωτός της Μεταμορφώσεως, π. Παϊσίου του Αγιορείτου, όταν ο μακάριος εκείνος Γέροντας, επενέβη στην θρησκευτική μέθοδό του, έχασε την θέα του φωτός του. Πολύ απλά, ήταν φως κτιστό, αποτέλεσμα ανθρωπίνης προσπαθείας.

Να μια αφορμή, για να ξαναπούμε ότι η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι μια θρησκεία δίπλα στις άλλες. Είναι η αποκάλυψη του Θεού “ένθα ήχος καθαρός εορταζόντων, φωνή αγαλλιάσεως, και εν ευφροσύνη βοώντων τω Χριστώ”.

Μέσα από την αχαλίνωτη παροχή των εγκόσμιων αγαθών για να πέσει η κοινωνία σε μια μορφή πνευματικής νάρκωσης, έρχεται όλο και περισσότερο η ιατρική επιστήμη για να μιλήσει περί της νηστείας, της εν γένει ασκήσεως, αγαθό πολύτιμο της Ορθοδόξου πνευματολογίας. “Ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας, βεβαίωσόν με εν τοις λόγοις σου”.

Τι είχε αυτό σαν συνέπεια; Ο σύγχρονος άνθρωπος να αναζητεί την αλήθεια και να απορρίψει την ανθρωπομορφική έκφραση της πίστεως, ως μια άλλη μορφή εντέχνου απαρνήσεως του βάθους της αναζητήσεως της όντως αληθείας.

Να γιατί οι νεώτεροι αναζητούν τον Θεό ως ανάπαυση και ψυχική τροφή και όχι ως τιμωρό και κοινωνικό αναμορφωτή, αφού οι καιροί μας απομυθοποίησαν κάθε εγκόσμιο σχήμα και κάθε μορφή που στηρίζεται στην ανθρώπινη δικαιοσύνη. Ακόμα – ακόμα και κάθε μορφή θρησκευτικής εκμετάλλευσης αναζητώντας το βάθος του Θεού, την αληθινή μετοχή στην εν Αγίω Πνεύματι ζωή και όχι σε μια πνευματική ζωή, έχουσα τα χαρακτηριστικά του πειθαναγκασμού.

Αλίμονο ως Ορθόδοξη Εκκλησία, αν αφήσουμε αυτή την ιστορική συγκυρία να πάει χαμένη. Επειδή έχουμε αλώβητο το προφητικό χάρισμα και την κατά χάρη θέα του Θεού, αλίμονο αν αφήσουμε τον άνθρωπο της εποχής πάνω στην αναζήτησή του, να πέσει ένεκα της δικής μας αδιαφορίας, στο μυστικισμό ή στην όποια μορφή χριστιανικού κοινωνισμού. Το χαμένο μυστήριο ψάχνει η εκτραπείσα από το δρόμο του Θεού πορεία του ανθρώπου. Κουράστηκε από τον επιστημονικό ρεαλισμό και από τον ιδεοκρατικό χριστιανισμό.

Γράφει ο Φώτης Κόντογλου: ” Έλα φεγγάρι αγαπημένο να δώσεις πάλι λίγο μυστήριο σ΄ αυτή την γη, που κατάντησε μια έρημο ξερή  από τις στεγνές ψυχές των ανθρώπων. Απ΄ τα παράθυρα του τρούλου μπαίνουνε οι ακτίνες σου, σαν να ΄ναι μακριές κλωστές και κατεβαίνουνε στο πλακόστρωμα της αρχαίας εκκλησίας. Από την θαμπή αντιφεγγιά φαίνουνται μέσα στις σκοτεινές καμάρες οι άγιοι, πνεύματα δικαίων, που αγρυπνούνε σιωπηλά. Στον τρούλο ο Παντοκράτορας σκύβει από το υψηλό κατοικητήριό του «εξέκυψεν εξ ύψους  αγίου αυτού, Κύριος επί την γην επέβλεψεν». Αρχάγγελοι στέκονται γύρω του και τον δορυφορούνε, χωρίς να σαλέψει κανένας. Δεν ακούγεται πνοή! Μονάχα από την μεγάλη καμάρα, που στέκεται ο προφητάναξ Δαυίδ, σαν να βγαίνει ένας ήχος, που λέει: «Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς και θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ΄ εμού ει».

Η Ορθοδοξία δεν δίνει λίγη ανάπαυση σαν άλλο παυσίπονο για να είναι το “όπιο του λαού” δίνει την ανάπαυση, τον Χριστό. “Εσημειώθη εφ΄ ημάς το φως του Προσώπου σου Κύριε”. Επιθυμεί να κρατά για τον εαυτό της το Φως του Χριστού άσβεστο και καθόλου παραμορφωμένο, για την κατά βάθος μεταμόρφωση, την θέωση δηλαδή του ανθρώπου.

Να γιατί είναι επίκαιρη η άποψη σύγχρονου θεολόγου και πατρός που λέει: “Πότε στην ιστορία της δεν θεώρησε η ορθόδοξη παράδοση τους πιστούς σαν ένα <<γκέτο>> μεμυημένων που αδιαφορούν για την υπόλοιπη κοινωνία. Αντίθετα… Είναι όμως πάλι αλήθεια ότι αυτή η αποστολή της Εκκλησίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν δεν προηγηθεί το «Θαβώρ», η δόξα δηλαδή της Μεταμορφώσεως. Οι μαθητές κατεβαίνουν στον κόσμο, αλλά με την εμπειρία και την βεβαιότητα της θεώσεως. Το ίδιο «δρουν» και οι Άγιοι μέσα στο κόσμο, αφού όμως έχουν πρώτα «πάθει τα θεία», αφού έχουν δεχθεί την κατά Θεόν αλλοίωσιν”. (π. Γ. Μεταλληνός)

Το φως της Μεταμορφώσεως ως έλλαμψη της ουράνιας δόξας του Θεού και της κατά χάρη μετοχής σ΄ αυτό των Αγίων της Εκκλησίας, είναι η δωρεά του Θεού και η παρακαταθήκη του στην Εκκλησία και στον κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται πνευματικά.

Ελάτε αδελφοί μου να ανεβούμε τον δρόμο της Μεταμόρφωσης του Χριστού. Έχει τρεις στάσεις την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Ας προσπαθούμε να είμαστε στην πρώτη την κάθαρση.

Ελάτε τώρα που όπως λέει η Αποκάλυψη: “ήνοιξε το φρέαρ της αβύσσου, και ανέβη καπνός εκ του φρέατος, ως καπνός καμίνου μεγάλης, και εσκοτίσθη ο ήλιος και ο αήρ εκ του καπνού του φρέατος” (Αποκ. Θ΄ 2), σαν όπως πριν από μερικά χρόνια και σαν αύριο, στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, ελάτε να γονατίσουμε σαν τους μαθητές του Χριστού μπρος στην Θεία του Μεταμόρφωση και να του ζητήσουμε τον δικό μας φωτισμό και του κόσμου ολόκληρου για να γίνει η οικουμένη “Φως Χριστού” που να φέγγει στα έργα και στη ζωή μας.

Αυτή είναι η ελπίδα του κόσμου. Συνοψίζοντας δε τα πρώτα λεχθέντα η ελπίδα η αληθινή. Ο Μέγας Βασίλειος γράφοντας για την Μεταμόρφωση του Κυρίου λέει ότι η εορτή αυτή έχει: “τα προοίμια της ενδόξου αυτού παρουσίας”. Επομένως ελπίδα εσχατολογική που ρίχνει το “νυν στο “αεί”, στο “εις τους αιώνας των αιώνων” της αειστράπτουσας βασιλείας του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

(Εκφωνήθηκε κατά τον Εσπερινό της εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, 5/8/2002 στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Κυρίου Ηρακλείου, από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Κνωσού κ. Μακάριο)