“Η μικρή Γεσθημανή”. Ομιλία Εσπερινού εορτής Κοιμ. Θεοτόκου, στην Ι. Μονή Αγκαράθου. Του Θεοφιλ. Επισκόπου Κνωσού κ. Μακαρίου. (2002)

Η Μικρή Γεσθημανή.

Γλυκυπνέει  κατά τις ζεστές τούτες αυγουστιάτικες ημέρες, η δροσοβόλος χάρις της Παναγίας.

Εορτάζομε πανδήμως: την εκ της εκ γης μετάσταση, την εκ του ουρανού ερχόμενη αληθινή χαρά, την εκ του προσκαίρου θανάτου ατελεύτητη ζωή.

Εορτάζονται πνευματικώς: τα μεταρσίως και ευκλεώς γενόμενα. Εορτάζονται και εδώ σ΄ αυτή την Ιερή της Παναγίας Μάνδρα, καθ΄ όλη την διάρκεια του έτους και απόψε ολοθύμως, όλως εξαιρέτως και πανηγυρικώς.

Από το αγιοθεομητορικό νέκταρ των σεβασμίων ημερών της Παναγίας, από τις χιλιοψαλμένες αξεπέραστες παρακλήσεις και τους γλυκυηχείς μητρικούς ύμνους, άνευ ουδενός στοιχείου συναισθηματικής υστερίας ή καταγραφής κοπώσεως από την επανάληψή τους, βοηθούμεθα από τα ανωτέρω, για να βιώσουμε και να προσεγγίσουμε κατά χάριν, το επί της μακαρίας κοιλίας της Υπεραγίας και Αειπαρθένου Μαρίας βασταζόμενο μυστήριο, το εκ των μαστών αυτής θηλαζόμενο, τρεφόμενο και διαιωνιζόμενο μυστήριο της Εκκλησίας.

Ένας μοναδικός τρόπος – τόπος, με κύριες πλευρές εσωτερικής σύνθεσης, τες μυστικές πτυχές του ανεξάντλητου υπερβάλλοντος κάλλους και της υπερόχου θεϊκής ωραιότητος, υπερεχόντων των γεγονότων, της καταφυγής προς την Παναγία, της επικλήσεως του Αγίου ονόματός της, της παρηγοριάς στις θλίψεις, της παραμυθίας στους πόνους, της διεξόδου από την απελπισία και το δράμα.

Προβάλει μια αξεπέραστη σε μεγαλείο θα λέγαμε εσωτερική διάθεση και ένας δυσεύρετος λυρισμός του Εκκλησιαστικού σώματος, κατά το δεκαπενταύγουστο, προκειμένου να συναθροιστεί και να θέσει τον εαυτό του έκδηλα υπό την ζωαρχική προστασία και τες ακοίμητες πρεσβείες της Μητρός Παναγίας.

Εδώ μάλιστα, σήμερα, ιστάμεθα επί τόπου εξόχως αφιερωματικού και ιστορικού, μοναστικού, συνεορτάζοντες μετά των αεί φερόντων την επί τόσους αιώνες, Ιερά μνήμη της μεγάλης αυτής Χριστιανικής εορτής.

Συνεορτάζομε την αφιέρωση του Καθολικού εις το υψηλό ενταύθα κατοικητήριό τους. Μετέχουμε του αγιοβαδίστου τόπου των μοναχών και αναπέμπουμε μετ’ αυτών, ωδές και ύμνους, αναλογιζόμενοι την μητροευσπλαχνία της Κυρίας των Αγγέλων, διηγούμενοι, το θαύμα πάντων των πάλαι θαυμάτων, με κυρίαρχο Πρόσωπο, εκείνο της μοναχοδιδασκάλισσας, Γερόντισσας Παναγίας, της Ευάνδρου και Παλαιφάτου Ιεράς Μονής της Αγκαράθου.

Άλλοι μπρος στο μυστήριο στέκουν με δέος και άλλοι με δισταγμό. Όλοι όμως προσέρχονται ερευνώντας για να απαντήσουν, των περισσοτέρων μη δυναμένων να τα μεταγλωττίσουν.

Μη δυναμένων να αφήσουν στον Θεό τον λογισμό τους, να αναθέσουν την πάσαν ελπίδα των στην Παναγία, στην προσκομίζουσα καθ΄ εκάστην ημέραν στον Θρόνο της οικτιρμοσύνης του Θεού την τυραννία της ψυχής των πολλών, από την δίβουλη κατάστασή των. Η μια που τους σέρνει προς τα κάτω και η άλλη που τους έλκει προς τον ουρανό.

Η σύγχυση της διβουλίας που γεννάται από την εφαρμογή της ξερής λογικής. Ασφαλώς δεν είναι αυτό το μυστήριο που απόψε διερμηνεύει με τόση λαμπρότητα η Εκκλησία του Υιού της Παρθένου.

Ψάχνει απεγνωσμένα ο αποκεκομμένος από την χάρη νους να βρει την λύση στα επιτελούμενα. Να ερμηνεύσει την εκ της παρθενίας γέννηση του Χριστού, την εκ της γης μετάσταση της Θεοτόκου.

Εκεί δε, που στην κυριολεξία μωραίνεται, είναι η προσκύνηση του γεγονότος. Η παραδοξότητα της λατρείας της Χριστιανοσύνης.

Η κατακόμβιος αδυναμία της, που μώρανε και κατατρόπωσε, χωρίς νόμους και επίγεια προνόμια, την ανίκητη αυτοκρατορία της Ρώμης. Η λατρεία της Παναγίας που ψάλλει το υπερφυές μυστήριο, στους μυριάδες τόπους των Ιερών Μονών λαμπαδοχούμενες, ως άλλες κατακόμβες της πίστεως.

Οι απόμακροι τόποι των ορέων και των πεδιάδων, που ακόμα και όταν είναι εγκαταλελειμμένοι, διατρανώνουν και διαλαλούν το: “Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι Παρθένε Άχραντε”, κόντρα στην φυσική γραμμή του εγκόσμιου.

Το παράδοξο της δύναμης της Εκκλησίας που αντλείται από Σταυρό, τον Σταυρό του Υιού της, συσταυρούμενη σε κάθε εποχή μετά ληστών, γινόμενη κλίμαξ προς Ουρανόν ως ο τάφος της Παναγίας “και κλίμαξ προς Ουρανόν ο τάφος γίνεται”.

Η συνάθροιση της εκ περάτων της Οικουμένης Αγίων Αποστόλων σε μια Κώμη, την Γεσθημανή. “Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε Γεσθημανή τω Χωρίω”.

Ένα χωριό που απόψε γίνεται με την θεομητορική κοίμηση η έδρα της Αποστολικής χορείας, η έκφραση της Οικουμενικότητος της Αποστολικής χάριτος της Εκκλησίας.

Βλέπετε το χωρίο Γεσθημανή ακολουθεί στην ταπείνωση ένα άλλο γνωστό χωριό την Βηθλεέμ “και συ Βηθλεέμ, γη Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν, εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τον λαόν μου”. (Ματθ. κεφ. 2, 6)

Πράγματα ακατανόητα για την επαρχιώτικη νοοτροπία που επιτάσσει, ότι τα νεοπαγή μεγάλα κέντρα, τα χωρίς βαθειές ρίζες Εκκλησιαστικής παραδόσεως και Ιστορίας, επιτάσσει ότι μπορούν να γίνουν σπουδαία γιατί τάχα ενηλικιώθηκαν έναντι των παλαιών που μάλιστα λένε, ότι τώρα εκείνα τα παλαιά έκλεισαν τον ιστορικό κύκλο και ρόλο τους.

Τώρα οι συναθροίσεις πρέπει να γίνονται με το μέτρο των αριθμών, με τα ποσοστά της δυνάμεως, υπό το φως των προβολέων της τηλεθέασης.

Ξαφνικά καταλάβαμε όσα δεν κατάλαβαν τόσοι αιώνες και όσα όλοι οι δίκαιοι και οι Άγιοι της Εκκλησίας δεν κατάλαβαν. Γίναμε οι ρήτορες του εκσυγχρονισμού της Εκκλησίας. Ποιας Εκκλησίας; Της κατά την εξωπραγματική φαντασίωση που την βλέπει σαν μια ομάδα σαν ένα εγκόσμιο θεσμό.

Τι καυχάσαι λοιπόν απόψε Γεσθημανή; Εσύ τι είσαι; Ένα ταπεινό χωριό. Δεν έφθασε η χάρη σου στα παζάρια των αργυραμοιβών των νέων μεγάλων κέντρων που πωλούν και αγοράζουν.

Προς τι διηγείσαι την εναπόθεση της χάριτος στα έγκατά σου; Τι κι΄ αν εκεί σε σένα ευρίσκονται γύρω από την Παναγία, οι πρόκριτοι των Αγίων Αποστόλων; Εμείς σε αμφισβητούμε. Γιατί; Διότι η θεοπρέπειά σου δεν καθέζεται στο χρυσοκόλλητο μοσχάρι που κατασκευάσθηκε από την άρνηση του Θεού. Τι να αγοράσουμε από σένα; Δεν έχεις από κείνα που χορταίνουν την απληστία και τον κορεσμό.

Τι κι αν με την Θεοτόκο σε συνδοξάζουν “Θρόνοι, Αρχαί Κυριότητες και Χερουβίμ”; Η σκληρόκαρδη έπαρσή μας σε φθονεί. Τι κι αν εν χερσί Θεού ευρίσκεσαι; Δεν εποπτεύεις τα κέντρα τα μεγάλα που μοιράζουν το ψωμί και γεμίζουν τα ταμεία με χρυσό και άργυρο.

Ω της αφροσύνης η ασέβεια! Ω της τύφλωσης η ανθρωπαρέσκεια! Λοιπόν; Ω Πανύμνητε Μήτερ πρόφθασον. Ω Κυρία της ταπεινώσεως και της σιωπής συγχώρεσέ μας.

Ω Νύμφη του Θεού Βασίλισσα, μάθε τους πως η Εκκλησία του Υιού σου δεν είναι δικαίωμα, αλλά χάρις. Ω της Εκκλησίας το καύχημα λάλησε στην καρδία τους, πως η βαθμοί της Εκκλησίας δεν είναι καύχηση, αλλά διακονήματα.

Ω πόλις του Θεού, οδήγησέ τους στα πλατύσκαλα των Εκκλησιών σου, πλατύσκαλα για ν΄ ακουμπά το δράμα κι΄ ο στεναγμός όλης της οικουμένης και όχι για ν΄ ανεβαίνουμε “αλαχόθεν” στην λησμονιά της ταπεινής Εκκλησιαστικής αποστολής.

Ω “φωνή λιγυρά” προς Κύριον, πρέσβευσε για να δουν, πως η πύλη της Βασιλείας του ηγαπημένου σου τέκνου, άνοιξε εδώ στην γη σε τόπους ταπεινούς. Πως η δόξα της Βασιλείας του δεν μοιάζει με τις βασιλείες του κόσμου τούτου που περνά και χάνεται.

Πάντα όμως θα υπάρχεις ω Γεσθημανή ως η Βηθλεέμ. “και συ, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν, εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τον λαόν μου”.

Θα είσαι το Ιερό Κέντρο για εκείνους που διακονούν. Γι΄ αυτό παρά τις περιπέτειές σου θα έχεις ηγούμενο κρείττονα. Οι τόποι και οι ηγεμονίες σου θα είναι Σταυρός. Δυνατές όμως γιατί θα επιμένουν να δοκιμάζονται. Η παραμονή των διακονητών σ΄ αυτές δοκιμασία. Στο τόπο σου στέκει ο Χριστός, άρα στο Γολγοθά. Αυτό είναι το Κέντρο. Χριστού Βηθλεέμ: γέννηση, Γεσθημανή Παναγίας: τάφος ζωής.

Και τούτο το μοναστικό κέντρο της Ορθοδόξου Κρητικής Εκκλησίας, είναι μια άλλη Γεσθημανή. Ξέρουμε από την πρόσφατη Ιστορία του, ότι λογικά και ανθρώπινα δεν έπρεπε να ζει ως τα σήμερα.

Πολλοί μας είπαν πέθανε. Όμως ιδού μένει και ζει. Ένας τάφος εξ΄ ου αναβλύζει ζωή και πολύ χάρις. Πως όμως;

Δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε αυτό το αναβαίνον στα χείλη μας ερώτημα. Επιθυμούμε να ερωτήσουμε. Να ερωτήσουμε αυτούς που ενασκούνται εδώ και ενωτίζονται τα βήματα της Παναγίας ικετεύοντας την, μέρα και νύκτα.

Να ερωτήσουμε αυτούς που επί 800 περίπου χρόνια κρατούν εδώ άσβεστη την ακοίμητη κανδήλα που καίει μπρος στην Υπεραγία Θεοτόκο και στην Ιερή κόγχη του Μοναστηριού της: Πατέρες άγιοι, τι τούτο το γενόμενον σε σας; Γιατί η αφιέρωσή κάτω από το όνομα της Παναγιάς; Τι το ποιούν την ενταύθα παραμονή σας; Γιατί η κοίμηση και η νέκρωση των εντεύθεν και η μετάστασις προς τα άνω;

Οι εκ του κόσμου σας ρωτούν. Οι εκ της καθημερινής βιοπάλης και τριβής, οι εκ των αμφιβόλων λογισμών αναβαίνοντες στο Μοναστήρι. Οι θέλοντες εισελθείν. Ρωτούν, γιατί τους είπαν εκεί στο κόσμο ότι να, επειδή η επιστήμη προχώρησε, ο δικός σας κόπος είναι άδικος, ο τρόπος της ζωής σας ξεπερασμένος.

Τους απεκάλυψαν οι διεισδυτικές σύγχρονες επιστημονικές έρευνες στο υποσυνείδητο του ανθρώπου, ότι είναι μια κενή αναπλήρωση, η καταφυγή σας εδώ στην Παναγία. Η έκφραση της στέρηση της κατά κόσμον ζωής, που αναγάγει σε ιερά, γυναικεία πρόσωπα ως εκείνο της Παναγίας.

Τους είπαν ότι πρέπει να έλθετε στον κόσμο για να γίνετε χρήσιμοι αφού κατ΄ αυτούς είναι άχρηστα όσα κάνετε. Να κάνετε τον κόσμο κέντρο. Τι μένετε ενταύθα μη ποιούντες ουδέν εξ εκείνων που ζητεί ο κόσμος; Τι θα μας απαντήσουν λοιπόν αδελφοί μου;

Θα μας μιλήσουν λοιπόν οι εδώ παραμένοντες για μια φλόγα που σε καίει και κρατά στέρεο το λογισμό στην Γεσθημανή της Σεμνής Μαριάμ. Θα μας πουν ο κάθε ένας για μια ανθρώπινη κατανοητή ιστορία που έχει. Πως όμως να μας πουν και να μας εξηγήσουν το βάθος αυτής της ιστορίας;

Θα βρούμε στα λεγόμενά τους την κορύφωση κάθε κλίσης, το αγκίστρι εκείνο που τους ψάρεψε και τους έριξε τετρωμένους τη καρδία, σ΄ αυτό τον ωκεανό της αδιάκοπης μοναχικής ιστορίας, το μαγνήτη που τράβηξε την ουδενία τους στο πολίτευμα της αγγελοειδούς πολιτείας.

Θα ακούσομε, με ώτα ανοικτά, του κάθε ενός μια πορεία μέσα στην δυναμική αυτής της εξωτερικώς φαινομένης μοναχικής αδυναμίας.

Όταν όμως προχωρήσουμε θα προσθέσουν στην διήγηση τους αιώνες που τα καθιέρωσαν, ως να είναι η πορεία των αιώνων αμέτοχη στην κοσμική πορεία της αμαρτίας αποθησαυρίζουσα μόνο την πνευματική εμπειρία των παλαιών, που παραπέμπει χωρίς καθυστέρηση προς την κατεύθυνση του κόσμου της Βασιλείας του Θεού.

Θα ακούσομε για θαύματα που έλυσαν δυσβάστακτους γήινους δεσμούς. Θα μας δείξουν άπαρτα κάστρα εμμονής στην ευαγγελική συνείδηση, τιμαλφείς παλαιούς λίθους, ανώφλια με ξεθωριασμένες από το χρόνο επιγραφές, τριμμένα βαθουλωτά καλντερίμια από το διάβα των προ αυτών.

Θα μας προτρέψουν να προσκυνήσουμε παλαιές πεποικιλμένες “τη θεία δόξη” εικόνες, θα μας εξηγήσουν παλαιά και αρχαία, τα πατήματα και τα περάσματα των προκατόχων τους. Θα μας μιλήσουν για Μάρτυρες Πατριάρχες και Αγίους Αρχιερείς αδελφούς της Μονής. Θα μας που για ενάρετους μοναχούς και δίκαιους ανθρώπους.

Θα μας ανοίξουν την μυροθήκη του Αγίου Πνεύματος για να μυρίσουμε την ευωδία του πάνω από τα Άγια λείψανα. Το Πνεύμα το Άγιο, εκείνο το ίδιο, που επισκέφθηκε την Θεοτόκο στο Ναό κατά την αφιέρωσή της.

Θα ξεδιπλώσουν ωμοφόρια αδελφών αγίων Αρχιερέων και επιτραχήλια ιερέων ευλαβών, που γλυκοσταλάζουν την χάρη τόσων λειτουργιών μυρίζοντας την δόξα της Εκκλησίας και που καταγράφουν με χρώματα ζωηρά την συνέχεια της Αποστολικής διαδοχής.

Θα μας πουν για την Ζωοδόχο Πηγή της Παναγίας, που άφησε την δρόσο της, ακόμα και σε καιρούς λειψυδρίας, για να μη παύσουν να ευωδιάζουν οι αυλές και να γεννούν οι τόποι της.

Για την ζεστασιά στην σκουριά του μάνταλου μπορώντας έτσι να σφαλίζει επί τόσους αιώνες, τις πόρτες που αναχαιτίζουν την ροή του φθείροντος κοσμικού και στο τέλος, αφού κορυφώσουν τον λόγον με άλλα πολλά και εξαίσια, θα σταματήσουν και πάνω στην σιωπή τους, θα αφήσουν να ιχνογραφηθεί ένας χορταστικός ίσκιος. Από πού αυτό; Μα από το άπλωμα του πελώριου μανδηλίου της Παναγίας, που τα χωρεί όλα που σκεπάζει όλο το Μοναστήρι που ζούμε κάτω απ΄ αυτό, θα μας πουν.

Κι’ αν επιμείνουμε θα βρούμε στην θωριά τους μια απάντηση: Κάτω από την χάρη της Παναγίας, εμπιστεύονται ένα ατελείωτο εσωτερικό αγώνα. Πίνουν νερό κάθε μέρα από την πηγή της αφθαρσίας για να ξεχειλίζει κάθε μέρα, σιγά- σιγά, το δοχείο της πνευματικής εμπειρίας, εξαγοράζοντας μ’ αυτό, το Αδαμιαίο πταίσμα του Αδάμ και της Εύας, με την υπέρμαχο βοήθεια της νέας Εύας, της ταπεινής Παναγίας.

Της Μάνας του Πάθους της προδιαγραψάσης κάτωθεν του Σταυρού του νέου Αδάμ, του Υιού και Θεού της, την πορεία της, ως εδώ την ένδοξη κοίμηση και μετάστασή της στην Γεσθημανή.

Τα νικητήρια βραβεία της πορείας της, με την πορεία του κόσμου ολόκληρου ως ελπίδος εν τη κοιμήσει των παθών και ως αιωνίου υποσχέσεως των εκ των επικήρων ώδε προς τα άνω, ότι δηλαδή ποτέ δεν θα εγκαταλείψει τον κόσμον της προσμονής, της των πάντων ενώσεως μετά της Αναστάσεως.

Δυσκόμιστη πορεία και ζωή, δηλαδή δυσκόλως φερόμενη. Όντως. Όμως για τα τέκνα της Αγνής Πανάγνου Μαρίας, είναι τόσο γλυκιά αυτή η ζωή και βέβαιη, γιατί γνωρίζουμε από διηγήσεις, ότι στις δυσκολίες των, σε εκείνη μιλούν, σ΄ αυτήν απευθύνονται. “Φωναίς οσίαις “γίνονται σήματα συναγερμού στον καιρό του πειρασμού και της ξηρασίας.

Υψώνουν ικέτιδες χείρες προς αυτήν ψάλλοντες το “επίβλεψον εν ευμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν” και κατόπιν ενθυλακώνουν αυτές μέσα στα ενδύματά της για να εκζητήσουν την στοργή και την προστασία.

Αρπάζονται από τα Ιερά της ενδύματα για να μη πέσουν, στο σκοτασμό, στον ίλιγγο του γκρεμνού, και όταν φωνάξουν δυνατά: “Μάνα μου, Παναγία μου”, τότε, ω τότε! Ως επί νεφέλης έρχεται και με το μητρικό της χάδι, αίρει τον πειρασμό, λύει τα δεσμά και δροσίζει την λύπη. Σκουπίζει τον ιδρώτα του αγώνα, γιατρεύει τις πληγές, προστατεύει τα παιδία της, μάχεται για αυτά. “Ζωής αϊδίου και κρείττονος ο θάνατος σου γέγονε, διαβατήριον Αγνή”.

Αναφωνούν τότε οι προσμονάριοι της Παναγίας εδώ: “Πόθεν μοι τούτο, ίνα έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου προς με;” (Λουκ. Α΄ 15). Εκπλήττονται από την ευεργεσία και την ταχεία αντίληψη της Παναγίας.

Τότε το φιλότιμο από την επέμβαση της Παναγίας μεγαλώνει και για την αγάπη της, μένουν και παραμένουν, στην με μαρτυρίας αίμα τροφοδοτούμενη μοναχική συνείδηση.

Τότε η κάθε μέρα είναι ένα λιγότερο εμπόδιο για την εν τιμή έξοδο από τον κόσμο και την επουράνια συνάντηση μαζί της. Η κάθε στιγμή που φεύγει και κονταίνει τον επίγειο χρόνο, προκαλεί την διάθεση για να πανηγυρίσει. Να εορτάσει. Γι΄ αυτό εμείς οι Ορθόδοξοι δεν πιστεύουμε στο θάνατο, αλλά στην προς καιρόν κοίμηση. Γι΄ αυτό είναι πανηγύρι σήμερα, η κοίμηση. Ο τάφος, η ζωή.

Μείνετε λοιπόν Πατέρες άγιοι, αδελφοί της Ιεράς ταύτης Μονής οι κλεινοί μαθητές και πιστοί Απόστολοι του αχράντου μυστηρίου της Παναγίας που διακονείτε. Γίνεσθε κάθε μέρα η αδιάκοπος συνέχεια της πανηγύρεως εκ της εγκαταλείψεως, των καθ’ ημάς ενταύθα κοσμικών.

Πιστοί και αφοσιωμένοι στην τοπική Εκκλησία, η οποία εκ της διόπτρας της ευθύνης της, διαβλέπει για σας ενδοξότερες πνευματικώς ημέρες για την μετάνοιά σας.

Αξιοχρέως να μνημονεύετε κάθε μέρα των ευεργεσιών της Παναγίας και να προσκομίζετε στο Θρόνο της χάριτός της τον πόνο, την αρρώστια και τις ποικίλες ανάγκες των ανθρώπων.

Δεν έχετε κανένα δικαίωμα να ξεχνάτε ούτε στιγμή ποιους έχετε διαδεχθεί και εις τόπον ποίων κάθεστε.

Να είστε ταπεινοί και υπάκουοι. Όχι γιατί το λέει ο ομιλών, αλλά γιατί τα αντίθετα των ανωτέρω κλέβουν μέρα με την ημέρα την γνησιότητα, την συγχωρητικότητα και την θέση τους παίρνουν το εωσφορικό πείσμα, η αλαζονεία και ο τύπος χωρίς ουσία.

Ποτέ και για κανένα λόγο να μη γκρεμίσετε στην πρακτική σας, τον σταμνοστάτη της Μονής που υπάρχει κάτω από το Ηγουμενείο. Το σημείο της ανυπόκριτης, διαρκούς και αδιάκριτης φιλοξενίας.

Αυτό όμως για να επιτευχθεί εξαρτάται από την αύξηση της ευαισθησίας των πνευματικών αγώνων, εις καύχησιν της Μητρός σας Παναγίας. Την συγκρότηση από μέρους σας όχι μόνο μιας αδελφότητος, αλλά μιας συνάξεως αγωνιζομένων αθλητών.

Δεύτε λοιπόν άπαντες κοσμικοί και μοναχοί, αναστάντες, “στησώμεθα χορείαν εξόδια βοώντες επί τη Μεταστάσει της Θεοτόκου σήμερον”, Μακαριωτάτη Μήτηρ, παλάτιον του Βασιλέως, γενού της ψυχής μας η επόπτρια. Κιβωτέ του αγιάσματος, Πανάμωμε νύμφη, έρχου επί την ακαθαρσία μας ως η πυρά που καθαίρει. Θειοτάτη σκηνή του Θεού και Λόγου, βοώμεν σοι: συνέτριψε τον υψιπετή λογισμό μας. Λύρα του Πνεύματος, σάλπισε προς τον Ουρανό για την αποψινή προσκύνηση. Πανίερη Μητέρα συγχώρέ μας.

(Εκφωνήθηκε κατά τον Εσπερινό της εορτάζουσας Ι. Μ. Αγκαράθου, 14/8/2002, από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Κνωσού κ. Μακάριο)