“Η προσδοκία της Ανάστασης, εορτολογικά – υπαρξιακά”. Ομιλία του κ. Αντωνίου Αλυγιζάκη, Καθηγητού Πανεπιστημίου Μακεδονίας, η οποία έγινε την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών στον Ι. Μ. Ν. Αγ. Γεωργίου Μοιρών. (2009)

ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ε. ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ*

ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ – ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΑ

1. Ὑπαρξιακὰ

Ἡ ἀνθρώπινη ἐμπειρία ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια σημαδεύτηκε ἀνεξί­τηλα μὲ τὴν ἀνοιξιάτικη ἀνανέωση τῆς ζωῆς, ὕστερα μάλιστα ἀπὸ τὴ χειμερινὴ νάρκη της. Ἔτσι στὶς εἰδωλολατρικὲς θρησκεῖες πλάστηκε ὁ μῦθος τοῦ Θεοῦ ποὺ πεθαίνει κι ἀνασταίνεται. Τὸ δράμα αὐτὸ προσωποποιεῖ τὴν ἀδιάκοπη ἀνακύκληση τῆς φύσης. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ διαμορφώθηκε ἡ πίστη πὼς οἱ σχετικὲς τελετουργίες συντελοῦσαν στὴν ἀποτελεσματικότερη ἀνανέωση τῆς φύσης, τόσο σημαντικῆς γιὰ τοὺς ποιμενικοὺς καὶ ἀγροτικοὺς πληθυσμούς.

Οἱ παγανιστικὲς ὡστόσο παραπάνω θεωρήσεις ἀκυρώνονται θεαματικὰ ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη, στὸ πλαίσιο τῆς ὁποίας ὁ ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι ὁ μόνος Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Συνεπῶς ἡ ἀνατροπὴ τοῦ θανάτου καὶ ἡ προσδοκία τῆς ἀνάστασης στὴ φύση, στὸ σύμπαν καὶ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ὡς ὑπαρξιακὰ φαινόμενα διαπερνοῦν ὁλόκληρη τὴν ἀποκάλυψη μέσω τῶν ἁγιο­γραφικῶν κειμένων, ὁλοκληρώνονται ὅμως μέσα στὸ μυστήριο τῆς εὐχαρι­στιακῆς καὶ ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς τῆς Ἐκκλησίας, στὸ πρόσωπο τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁποῖος «παράγει καὶ καινοποιεῖ τὰ σύμπαντα». Ἔτσι ἡ προσδοκία τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ζωῆς «τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» εἶναι τὸ ἐπί­κεντρο τῆς ὕπαρξής μας καὶ τῆς προσωπικῆς μας ἀνάστασης.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ δημιουργὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ἀνακαινισμοῦ τῆς φύσεως εἶναι διάχυτο στὴ θ. ἀποκάλυψη. Συγκεκριμένα, «Κύριος θανατοῖ καὶ ζωογονεῖ, κατάγει εἰς ᾅδου καὶ ἀνάγει»[1]. Στὸν Δημιουργὸ ἀπευθυνόμενος ὁ Ψαλμωδὸς ἀναφωνεῖ: «Ἐξαποστελεῖς τὸ πνεῦ­μά σου καὶ κτισθήσονται καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς»[2]. Ἡ πραγματικότητα αὐτὴ ὁλοκληρώνεται κυρίως στὸν ἄνθρωπο ποὺ λυτρώνεται, κυριολεκτικά, ἀπὸ τὴ φθορά[3]: «Τον λυτρούμενον ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν σου».

Ἡ συλλογική, τέλος, προσδοκία τῆς ἀνάστασης τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰσραήλ, τοῦ τεθανατωμένου ἀπὸ τὶς τιμωρίες καὶ τὶς ἀποστασίες του ὑποτυπώ­νονται στὸ ὅραμα τοῦ Ἰεζεκιήλ, ὅπου ἡ ζωὴ ἐπιστρέφει στὰ ξερὰ ὀστᾶ[4]. Πολλὰ ἀκόμη σημεῖα στὴν Π.Δ. προδιαγράφουν τὴν ἀνάσταση τῶν Ἁγίων τοῦ Ὑψί­στου, ποὺ τοὺς προορίζει γιὰ νὰ συμμετάσχουν στὴ βασιλεία του. Ἡ ζωὴ ὅμως ποὺ ἐπαγγέλλεται σ’ αὐτοὺς δὲν θὰ εἶναι τοῦ παρόντος κόσμου, ἀλλὰ θὰ συμπεριλαμβάνεται στὸ μεταμορφωμένο σύμπαν[5]. Γι’ αὐτούς, χαρακτηριστικὰ ὁ Ἰησοῦς παρατηρεῖ: «Ἐν τῇ ἀναστάσει ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσίν»[6]. Ὅλες ὅμως αὐτὲς οἱ ἀναστάσεις καὶ ὅσες ὁ Ἰησοῦς πραγματοποίησε: Ἡ κόρη τοῦ Ἰαείρου[7], ὁ υἱὸς τῆς χήρας τῆς Ναΐν[8], ὁ φίλος του Λάζαρος[9], πιστοποιοῦν βέβαια τὴν κοινὴ ἀνάσταση, ὑποδηλώνουν ὅμως πρωτίστως τὴ δική Του Ἀνάσταση, ἡ ὁποία παραμένει καθ’ αὐτὴν τὸ κεκρυμμένο μυστήριο.

Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀναφέρεται μόνο στὴν ἀνάσταση τῶν Ἁγίων τοῦ Ὑψί­στου τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἀλλὰ προαναγγέλλει καὶ ἐγκαινιάζει τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, τῆς τριημέρου ταφῆς καὶ Ἀνάστασής του, ὡς Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώ­που. Παραπέμπει μάλιστα τὶς προτυπώσεις τῶν Γραφῶν. Στον προφήτη Ἰωνᾶ ποὺ παρέμεινε στὸ κῆτος τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύκτες[10]. Χρησιμοποιεῖ ἀκόμη τὴν ἀλληγορία: «Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐ­τόν»[11]. Οἱ μαθητές του δὲν τὸν κατανόησαν, οὔτε αὐτοὶ ποὺ εἶδαν τὴν Μεταμόρφωσή του[12]. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ οἱ σταυρωτές του ζητοῦν νὰ σφραγιστεῖ ὁ τάφος καὶ νὰ τοποθετηθεῖ φρουρά[13].

Ἡ ἀδυναμία, βέβαια, τῶν ἕνδεκα νὰ κατανοήσουν τὶς Γραφές, ἀλλὰ καὶ προπάντων ὁ θάνατος καὶ ὁ ἐνταφιασμὸς τοῦ Ἰησοῦ τοὺς ἔκαναν νὰ ἀπελ­πιστοῦν[14]. Ὁ κενός, ἐπίσης, τάφος καὶ ἡ ἐξαφάνιση τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ οἱ πρῶτες διαβεβαιώσεις τῶν γυναικῶν ὅτι συνάντησαν τὸν Κύριο δὲν τοὺς ἔπεισαν[15]. Ὁ μόνος ποὺ πίστεψε ἦταν ὁ Ἰωάννης[16].

Οἱ ἕνδεκα μαθητὲς βιώνουν, ὡστόσο, τὴν ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως γιὰ σαράντα ὁλόκληρες ἡμέρες μέχρι τὴν Ἀνάληψη. Ἦταν οἱ ἀποκλειστικοὶ μάρτυρες ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς ἐπέλεξε[17] μὲ τελευταῖο τὸν Παῦλο στὸ δρόμο τῆς Δαμασκοῦ[18]. Ἐμφανίζεται σ’ αὐτοὺς «καὶ οὐχὶ τῷ κόσμῳ»[19], γιατὶ ὁ κόσμος δὲν ἀπο­δέχεται τὴν πίστη. Ἀκόμη καὶ οἱ φύλακες τρομοκρατημένοι δὲν βλέπουν τὸν Ἀναστάντα[20]. Ὁ Ματθαῖος καταγράφει τὸ γεγονὸς μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀντλεῖ ἀπὸ τὰ ἁγιογραφικὰ κείμενα: Σεισμός, Ἄγγελος Κυρίου ὡς ἀστραπὴ μὲ λευκὰ ἐνδύματα. Στὴ βάση του, ὡστόσο, τὸ συμβὰν παραμένει μυστήριο ἄρ­ρητο καὶ παράδοξο. Ἔτσι ὁ θάνατος καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ συνθέτουν τὸ κλειδὶ τῆς κατανόησης τῆς προσδοκίας τῆς ἀνάστασης τῶν ἐσχάτων, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τώρα κατέχει ὁ χριστιανός. Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα εἶναι ἀκόμη ἡ πηγὴ τῆς ἐλπίδας του, τὴν ὁποία καταγράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «τῇ γὰρ ἐλπίδι ἐσώθημεν»[21].

Σύμφωνα μὲ ὅσα ἀναφέρθηκαν ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ προσδιορίζει καὶ δίνει λύση στὸ πρόβλημα τῆς σωτηρίας καὶ ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξής μας. Μὲ τὴν προοπτικὴ αὐτὴ συντηρεῖται ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσδοκία μας γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴ ζωὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Πρόκειται γιὰ τὴ διακοπὴ τοῦ συμβατικοῦ χρόνου τοῦ σύμπαντος, τῆς διαδοχῆς δηλαδὴ τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν, καὶ τὸ πέρασμά μας στὸν ὑπερβατικὸ χῶρο τῆς ἔσχατης ἡμέρας τῆς ἀδιάδοχης καὶ ἀτελεύτητης, τῆς ἕκτης ἡμέρας τοῦ Κυρίου. Ὅλα, ὡστόσο, τὰ φαινόμενα αὐτὰ στηρίζονται στὴ βεβαιότητα τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάσταση δὲν εἶναι ἕνα φάντασμα, ἀλλὰ παρουσιάζεται στοὺς Ἀποστόλους μὲ τὸ Σῶμα του. Κι αὐτοὶ τὸν βλέπουν καὶ τὸν ἀγγίζουν, τρῶνε μαζί Του[22]. Δὲν ὑπόκειται ὅμως στοὺς περιορισμοὺς πλέον τῆς φύσης. Εἰσέρχεται ἐκεῖ ὅπου ἦσαν οἱ μαθητὲς «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων»[23]. Τοὺς μίλησε γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν Γραφῶν καὶ «διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν» γιὰ νὰ τὶς καταλάβουν. Τέλος, χωρίστηκε, θαυματουργικά, ἀπ’ αὐτοὺς καὶ βάδιζε στοὺς οὐ­ρα­­νούς. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, δηλαδή, ἡ βεβαιότητα τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἀνα­στάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς συμμετοχῆς μας στὴ νέα ζωὴ στηρίζεται στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν προοπτική της γιὰ τὴν προσδοκία τῆς ἀνάστα­σης τῶν νεκρῶν.

Ὅλα τὰ παραπάνω σημαίνουν ὅτι οἱ Χριστιανοὶ ἤδη «μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν»[24], συνεπῶς ἡ προσδοκία τῆς τελικῆς ἀναστάσεως ἔχει μεταμορφώσει πλέον τὴ ζωή μας ποὺ ἀνήκει στὴ δικαιοδοσία τοῦ Χρι­στοῦ[25]. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν ἀναστάσιμο χαρακτήρα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ὑπο­γραμμίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, σημειώνοντας ὅτι μὲ τὸ βάπτισμα ταφήκαμε καὶ ἀναστηθήκαμε μαζὶ μὲ τὸ Χριστό[26]. Ἔτσι περνᾶμε σὲ μιὰ ζωὴ ἀνα­καινισμοῦ καὶ φωτισμοῦ, γιατὶ ἀπὸ τὸ βάπτισμα κατέχομε τὸν ἀρραβώνα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μᾶς ἀναγεννᾶ ἐν Χριστῷ καὶ ποὺ μᾶς παρέχει τὴ βεβαιότητα τῆς μακαρίας ἐλπίδας καὶ τῆς ἀνυπόμονης προσδοκίας μας γιὰ τὴν τελι­κὴ μεταμόρφωση τοῦ ταπεινοῦ σώματός μας σὲ σῶμα δόξας καὶ ἀνάστασης[27]. Ἡ χριστιανική, συνεπῶς, ἐλπίδα καὶ προσδοκία περιλαμβάνει μιὰ συνολικὴ καὶ ὁλοκληρωμένη ἀποκατάσταση τοῦ προσώπου, τοῦ συνόλου δηλαδὴ τῆς ὕπαρξής μας σὲ ἕνα κόσμο ποὺ τὸν πληροῖ τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἡ κρυφὴ πραγματικότητα τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς μας ποὺ «κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ»[28] θὰ γίνει ὁλοφάνερη μὲ τὴν τελικὴ ἀνάσταση. Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ διάσταση καταγράφει ὁ ὕμνος τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως:

Τὴν τῶν βροτῶν ἐναλλαγήν,

τὴν μετὰ δόξης σου Σωτήρ,

ἐν τῇ δευτέρᾳ καὶ φρικτῇ

τῆς σῆς ἐλεύσεως δεικνύς,

ἐπὶ τοῦ ὄρους Θαβὼρ μετεμορφώθης[29].

 

2. Ἑορτολογικά

Ἡ προσδοκία τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως διαποτίζει ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἡ Κυριακὴ μὲ κέντρο τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀντι­καθιστᾶ τὸ Σάββατο καὶ παίρνει στὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο ἐξέχουσα θέση. Εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας καὶ ταυτόχρονα ἡ ὀγδόη. Ἔτσι ὁ ἀριθμὸς ὀκτὼ ἐκφράζει, συμβολικά, τὴ διαδοχὴ τοῦ πνεύματος τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ἀπὸ τὸ χριστιανισμό, περιέχει τὴ δύναμη τῆς Ἀναστάσεως καὶ εἶναι τύπος, δηλαδὴ ἔννοια τοῦ κόσμου «τῆς καινῆς ζωῆς»[30]. Ὀγδόη ἡμέρα, τελικά, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ αἰωνιότητα, τὸ σύμβολο τῆς μελλοντικῆς κρίσεως, ἐπειδὴ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴ συμβατικὴ ἔννοια τοῦ χρόνου τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδας. Ἔτσι μὲ τὰ παιδαγωγικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἀνακυκλούμενου χρόνου, ποὺ ἐκφράζει τὴν προσδοκία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὁ πιστὸς προπαρασκευάζεται συνεχῶς γιὰ τὸ μέλλον καὶ ζεῖ ἐσχατολογικὰ τὸ παρόν. Ἡ ροὴ αὐτὴ τοῦ χρόνου ἐκφράζεται μὲ τὸ ἑορτολόγιο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὸν κινητὸ ἑορτολογικὸ κύκλο τῶν ὀκτὼ ἑβδομάδων ποὺ διαμορφώνεται μὲ τὴν ἀναστάσιμη ὑμνογραφία τῶν ὀκτὼ ἤχων[31].

Μὲ τὰ πρακτικὰ αὐτὰ λειτουργικὰ μέσα ἡ Ἐκκλησία συντηρεῖ καὶ ἐνισχύει τὴν προσμονὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν προσδοκία τῆς ἀνάστασης τῶν νεκρῶν, ὅπως διατυπώνεται στὸ σύμβολο τῆς πίστεως. Ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὁ Μ. Βασίλειος ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ παιδαγωγικὴ σημασία τῆς ὀγδόης ἡμέρας στοὺς λειτουργικοὺς συμβολισμοὺς ἐκφράζεται μὲ τὴν ὄρθια στάση τῶν πιστῶν στὶς ἀκολουθίες τῆς Κυριακῆς ποὺ μᾶς ὑπεν­θυμίζει ἔτσι συνεχῶς τὴν ἀτελεύτητη ζωή, τὰ ἐφόδια καὶ κυρίως τὴν ἑτοιμότητά μας γι’ αὐτὴν τὴν μετάσταση[32]. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος παρατηρεῖ ὅτι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπὸ ὅλα τὰ πράγματα τῆς ζωῆς «διαφερόντως μέγιστον καὶ ὑπὲρ ἅπασαν ἔννοιαν» καὶ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὴν γιορτάζουμε ὄχι μόνο κάθε χρόνο ἀλλὰ πάντοτε καὶ κάθε ὀκτὼ ἡμέρες[33].

Ὁ σχεδιασμὸς τοῦ ἑορτολογικοῦ κύκλου τῶν ὀκτὼ ἑβδομάδων διαμορφώνεται στὸ πλαίσιο τοῦ ὑμνογραφικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνὸς συμβάλλει καθοριστικὰ στὴ συλλογὴ τοῦ λειτουργικοῦ βιβλίου τῆς Ὀκτωήχου, εἰσηγούμενος μάλιστα μιὰ νέα τεχνική. Γράφει δηλαδὴ ἑνότητες τροπαρίων στοὺς ὀκτὼ ἤχους πάνω στὸ ἴδιο θέμα, τὴν Ἀνάσταση[34]. Ἔτσι, ὅπως εἴδαμε, ἡ διευθέτηση τοῦ λειτουργικοῦ κύκλου τῶν ὀκτὼ Κυριακῶν ἢ ἑβδομάδων μὲ τὴν ἀναστάσιμη ὑμνογραφία εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Δαμασκηνὸς δίνει στὴ συλλογὴ τῆς Ὀκτωήχου τὴν τυπική της σφραγίδα. Ἐπι­σημοποιεῖται, δηλαδή, ἡ τεχνικὴ τοῦ κύκλου τῶν ὀκτὼ ἑβδομάδων, ἡ ὁποία ἀλλάζει, κυριολεκτικά, τὴ μορφὴ τῆς συλλογῆς. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ Δαμα­-

σκηνὸς ἦταν τὸ κατάλληλο πρόσωπο ποὺ συγκέντρωνε ὅλες τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ τὴν ὀργάνωση καὶ συστηματοποίηση τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἔνταξη τῶν ἤχων στὴ μουσική της[35].

Ἐκεῖνο, ὡστόσο, ποὺ ἀναδεικνύει τὴν προσφορὰ τοῦ Δαμασκηνοῦ στὴν ὑμνογραφία τῆς Ὀκτωήχου εἶναι ὁ ὑψηλὸς θεολογικός του λόγος γιὰ τὴν Ἀνά­σταση καὶ ἡ ἀπαράμιλλη ποιητικὴ κατάστρωση τῶν ποικίλων τροπαρίων ποὺ διατυπώνουν: τὴν ἔντονη προσδοκία τῆς συνανάστασης, τὴ δόξα τῆς ἀφθαρ­σίας, τὴν ἀσθένεια τῶν βροτῶν, τὴν πτώση, τὴν εὐδοκία, τὴν ἀνύψωση, τὸν ἀφανισμὸ τοῦ θανάτου καὶ τὴν κατάργησή του, τὴ σκύλευση τοῦ Ἅδου, τὴν κατάργηση τῆς κατάρας τοῦ ξύλου, τὴν παροχὴ τῆς εὐφροσύνης, τὸ ἄνοιγμα τοῦ Παραδείσου, τὸν φωτισμὸ τῆς οἰκουμένης, τὴ δύναμη τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου, τὴν παθητὴν σάρκα, τὴν κραταιὰν ἀγάπησιν, τὸ ζωοποιὸν αἷμα, τὸ ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυφον καὶ ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον… δι’ οὗ ἀναστήσας τὸν πρωτόπλαστον, ὁ ζωηφόρος τάφος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος, Χριστὲ ὁ τάφος σου, ἡ πηγὴ τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως, τῇ ἐγέρσει σου χαρᾶς τὰ πάντα ἐπλήρωσας, τοὺς μοχλοὺς τοὺς αἰωνίους συντρίψας, ὁ ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος, ὁ πηγάζων ζωὴν ἐξ οἰκείου φωτός, τὸ ἀπρόσιτον φῶς, ἡ ἀνάστασις διὰ τοὺς πεσόντας, τὸ φέγγος τῆς Ἀναστάσεως[36].

Ἡ ἑορτολογική, ὡστόσο, προσδοκία τῆς Ἀνάστασης ἐκφράζεται κυρίως στὶς δύο μεγάλες περιόδους τοῦ Τριωδίου καὶ τοῦ Πεντηκοσταρίου. Ἡ πρώτη περίοδος ἐπικεντρώνεται στὴν κατάνυξη καὶ τὴν νήψη, δύο πρακτικὲς τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ συμπυκνώνουν ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ποὺ συνιστοῦν τὸ στάδιο τοῦ ἀγῶνα γιὰ τὴ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴν ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν, τὴν Ἀνά­σταση: Σταυρός, πίστη, προσευχή, ἐλεημοσύνη, νηστεία, ἐγκράτεια, μετάνοια εἶναι οἱ ἀρετὲς ποὺ πλαισιώνουν τὴν κατάνυξη καὶ τὴ νήψη. Κατάνυξη σημαίνει βαθειὰ εὐσέβεια καὶ εὐλάβεια. Τὸ ρῆμα ὅμως κατανύσσω ἑρμηνεύεται: κατα­τρυπῶ. Μὲ νυστέρι, δηλαδή, βγάζω τὸ πάθος ἀπὸ μέσα μου καὶ τὴ θέση του παίρνει ὁ πόθος. Ἔτσι φθάνω ἀπὸ τὴν κατάνυξη στὴ νήψη. Νήψη σημαίνει νηφαλιότητα, διαύγεια, ἐπαγρύπνηση. Τὸ ρῆμα νήφω καταδεικνύει ὅτι εἶμαι ἐγκρατής, ἐλέγχω τὴν καρδιά, τὸ νοῦ καὶ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό μου. Τότε μόνο μπορῶ νὰ κοινωνήσω μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τότε μόνο μπορῶ νὰ προσευχηθῶ. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἔλεγε ὅτι «ἑνός ἐστι χρεία»[37] ἀναφερόταν στὴ νήψη, τὴ νηφαλιότητα.

Ὁλόκληρη ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ νήψη. Ἔτσι τὸ κατανυκτικὸ Τριώδιο στοχεύει ἀποκλειστικὰ στὴν προετοιμασία καὶ τὴν προσμονὴ τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως μὲ μία σειρὰ ἀπὸ ἑορτο­λογικὰ θέματα ποὺ συμβάλλουν στὴν πνευματικότητα τῆς μεγάλης αὐτῆς περιόδου. Οἱ πρῶτες ἑορτὲς τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, τοῦ Ἀσώτου καὶ τῆς Δευτέρας παρουσίας ἐπινοήθηκαν ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς προπαρασκευὴ καὶ προγύμναση γιὰ τὴ νηστεία ποὺ θὰ ἀκολουθήσει. Ἀλαζονεία, ἔπαρσις, ταπείνωση, οἴηση, πάθος, μετάνοια, ἀλληλοσυγκρουόμενες ἔννοιες! Δευτέρα παρουσία, κρίση, ἐξορία τοῦ Πρωτοπλάστου ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Προβολὴ τῆς παρακοῆς καὶ συνέπειές της. Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ μὲ δυνατὲς θε­μα­τολογίες. Ὀρθοδοξία, ὀρθοπραξία, κακοδοξία, ἄκτιστο φῶς, Σταυροπροσκύνηση, Κλίμακα τῶν ἀρετῶν, Ἀκάθιστος ὕμνος, ἀσωτία, ὁσιότητα, κοινὴ ἀνά­σταση, Βαΐα, Μεγάλη Ἑβδομάδα, Πάθος, Σταύρωση, Ἡ εἰς Ἅδου κάθοδος, ταφή. Διαδοχὲς κοσμοσωτήριων γεγονότων.

Χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο. Πάσχα, ἑορτὴ ἑορτῶν, φῶς, χαρά, κοινωνία ἀγάπης, Πάσχα, Χριστὸς ὁ λυτρωτής, Πάσχα λύτρον λύπης. Ἡ μεγάλη περίοδος τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἀναστάσεως μὲ δυνατὰ ἑορτολογικὰ θέματα ποὺ καταλήγουν στὴν Πεντηκοστὴ τὸ ἑδραίωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς μεγάλης προσδοκίας τῆς ἀνάστασης τῶν νεκρῶν.

Κλείνοντας τὴ σημερινὴ ὁμιλία δὲν θὰ ἀναφέρω ὁποιαδήποτε συμπεράσματα γιὰ τὸ θέμα μας ποὺ ἦταν, Ἡ προσδοκία τῆς Ἀνάστασης ὑπαρξιακὰ καὶ ἑορτολογικά. Θὰ καταθέσω ὅμως μιὰ συγκλονιστικὴ σχετικὴ ἀναφορὰ τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου.

 

Ποῦ ἐστιν ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ;

… Ἀντὶ τῆς ἀνταποδόσεως τῆς δικαίας,

αὐτὸς ἀνάστασιν ἀνταποδίδωσι τοῖς ἁμαρτωλοῖς·

καὶ ἀντὶ τῶν σωμάτων τῶν καταπατησάντων τὸν νόμον αὐτοῦ,

ἀφθαρσίας δόξαν τελείαν ἐνδύει αὐτούς…

Μὴ καλέσης τὸν Θεὸν δίκαιον,

ὅτι ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ οὐ γνωρίζεται ἐν τοῖς πράγμασί σου…

Ἀγαθός ἐστι, φησί, τοῖς πονηροῖς καὶ ἀσεβέσι.

 

 

 

* Ὁμιλία προγραμματισθείσα ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας κ. Μακαρίου καὶ ἐκφωνηθείσα στὶς 29 Μαρτίου κατὰ τὸν Κατανυκτικὸν Ἑσπερινὸν τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν στὸν Μητροπολιτικὸ Ἱ. Ναὸ Ἁγίου Γεωργίου Μοιρῶν.

[1]. 1 Βασ. 2, 6. Πρβλ. Λεξικὸ βιβλικῆς θεολογίας, Ἀθήνα 1980, σελ. 83 ἑξ.

[2]. Ψλ. 103, 29 ἑξ.

[3]. Ψλ. 102, 4.

[4]. Ἰεζ. 37, 1-14.

[5]. Δν. 7, 13· 12, 2-3· Ἠσ. 51, 17· 60, 1· 2 Μακ. 7, 9, 11, 22· 14, 46.

[6]. Μτ. 22, 30.

[7]. Μκ. 5, 21 ἑξ.

[8]. Λκ. 7, 11-15.

[9]. Ἰω. 11. Πρβλ. Λεξικό, ὅ.π., σελ. 83.

[10]. Μτ. 12, 40.

[11]. Ἰω. 2, 19· Μτ. 26, 61.

[12]. Μκ. 9, 10.

[13]. Μτ. 27, 63.

[14]. Ἰω. 20, 9· Μκ. 16, 14· Λκ. 24, 21, 37· Ἰω. 20, 19.

[15]. Λκ. 24, 11· Ἰω. 20, 2.

[16]. Ἰω. 20, 8. Πρβλ. Λεξικό, ὅ.π.

[17]. Πράξ. 2, 32· 10, 41· 13, 31.

[18]. 1 Κορ. 15, 8.

[19]. Ἰω. 14, 22.

[20]. Μτ. 28, 4.

[21]. Ρωμ. 8, 24. Πρβλ. Λεξικό, ὅ.π., σελ. 86.

[22]. Λκ. 24, 36-44· Ἰω. 20, 19-29.

[23]. Ἰω. 20, 19, 26. Πρβλ. Λεξικό, ὅ.π. Βλ. ἀκόμη, Παύλου Εὐδοκίμωφ, Ἡ τέχνη τῆς εἰκόνας θεολογία τῆς ὡραιότητος, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 237, ὅπου ἡ Ἀνάσταση περιγράφεται ὡς ὀντολογικὴ μεταβολή.

[24]. 1 Ἰω. 3, 4.

[25]. Κολ. 3, 4. Πρβλ. Λεξικό, ὅ.π.

[26]. Κολ. 2, 12· Ρωμ. 6, 4.

[27]. Ρωμ. 8, 22· Φιλ. 3, 10, 20.

[28]. Κολ. 3, 4.

[29]. Κάθισμα Μεταμορφώσεως, Μηναῖο Αὐγούστου, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας.

[30]. Ὠρ. Εἰς τοὺς ψαλμούς, ΒΕΠΕΣ 15, 247, 10-12.

[31]. Βλ. Ἀ. Ἀλυγιζάκη, Ἡ ὀκταηχία στὴν ἑλληνικὴ λειτουργικὴ ὑμνογραφία, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 63.

[32]. Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ΚΖ 66, ΒΕΠΕΣ 52, σελ. 288, 19-22.

[33]. Συναξάριο Κυριακῆς τοῦ Ἀντίπασχα καὶ Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος μδ΄, Ε, PG 36, 612C.

[34]. Βλ. Ἀ. Ἀλυγιζάκη, Ἡ ὀκταηχία, σελ. 70.

[35]. Ὅ.π., σελ. 62.

[36]. Φράσεις ἀπὸ τὰ τροπάρια τῆς Ὀκτωήχου.

[37]. Λκ. 10, 42. Πρβλ. Ἀρχ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου, Λόγος περὶ νήψεως, ἑρμηνεία στὸν Ἅγιο Ἠσύχιο, Ἀθῆναι 2007, σελ. ΙΧ.