Ομιλία του κ. Στυλ. Ταβερναράκη, Εκπαιδευτικού για τον Καπετάν Μαλιχούτη. (2006)

Ομιλία του κ. Στυλιανού Ταβερναράκη, Συνταξιούχου εκπαιδευτικού περί του Καπετάν Μαλιχούτη και των συναγωνιστών του, που έγινε στον Οικισμό, Τρυπητά, στις 6-8-2006.

Μαζί με το πανηγύρι του πρόσφατα αναστηλωμένου παλιού Βυζαντινού αυτού ναΐσκου, τιμούμε σήμερα και την τελευταία μεγάλη και τραγική μάχη της Μεσαράς κατά την επανάσταση του 1821-1830, η οποία δόθηκε σ’ αυτήν εδώ την περιοχή Πλατάνου και τρυπητών, καθώς επίσης τιμούμε και την τραγική θυσία του γενικού επαναστατικού αρχηγού της Μεσαράς, καπετάν Νικόλα Μαλικούτη, και των συναγωνιστών του. Τα γεγονότα αυτά συνέβησαν, εν συντομία, ως εξής:

Κατά τα έτη 1828,1829 και μέχρι τα μέσα του 1830, οι Κρήτες επαναστάτες κυριαρχούν απόλυτα σ’ ολόκληρη την ύπαιθρο της Κρήτης κι έχουν αποκλεισμένους – κυριολεκτικά σαν τα ποντίκια – τους τούρκους στις πόλεις και τα μεγάλα φρούρια του νησιού.

Οι τούρκοι έχουν περιέλθει σε δεινή θέση και δεν αντέχουν άλλο τον αποκλεισμό αυτό. Ιδιαίτερα τους έχει στοιχίσει το γεγονός ότι έχασαν τον πλούσιο κάμπο της Μεσαράς, ο οποίος αποτελούσε τον κύριο τροφοδότη τους. Από το άλλο μέρος όμως, δεν είναι σε θέση να υποτάξουν τους επαναστάτες με κατά μέτωπον αγώνα και γι’ αυτό μεταχειρίζονται τα ύπουλα σχέδια.

Βρισκόμαστε στο Πάσχα του 1830. Οι καπεταναίοι της Μεσαράς, ο Κόρακας, ο Αποστόλης Κατεχάκης, ο Μαστραχάς, ο Ρωμάνος, ο Λέκκας, ο Τσακίρης, ο Ψωμαδάκης, ο Γερώνυμος, ο Στρατής ο Σκουρβουλιανός, ο Λαδούκος, ο Τσομπάνος, ο Μπαλάσκας και πολλοί άλλοι, κάτω από τη γενική αρχηγία του Βοριζανού καπετάν Νικόλα Μαλικούτη, εορτάζουν όλοι μαζί στην Πόμπια, με τον πιο λαμπρό τρόπο, την κορυφαία αυτή εορτή της Χριστιανοσύνης και μαζί της την ανάσταση της Κρήτης, στην οποία τόσο πολύ πιστεύουν και για την οποία τόσο σκληρά αγωνίζονται,

Αυτήν ακριβώς την κορυφαία εορτή εκμεταλλεύονται οι τούρκοι του Ηρακλείου για να χτυπήσουν ύπουλα τους Μεσαρίτες επαναστάτες και να τους διαλύσουν. Τη Δευτέρα ή Τρίτη του Πάσχα, λοιπόν, στέλνουν κρυφά από το Ηράκλειο, ένα διαλεχτό σώμα 500 ιππέων υπό την αρχηγία του ικανού αξιωματικού τους, Ντελή Χουσεΐν. Το σώμα αυτό φτάνει νύχτα στον Πλάτανο Καινουργίου και πιάνει θέσεις γύρω από το χωριό, καθώς και στα Τρυπητά, στήνοντας μια μεγάλη ενέδρα στους επαναστάτες. Την επόμενη μέρα, το πρωί, ο Ντελή Χουσεΐν στέλνει 30 ιππείς του για να καλπάσουν στον κάμπο κάτω από την Πόμπια, προκειμένου να προκαλέσουν τους επαναστάτες και να τους παρασύρουν στην παγίδα. Πράγματι, μόλις οι σκοποί των επαναστατών αντιλαμβάνονται από τα υψώματα του Λειβαδιώτη τους Τούρκους αυτούς, ειδοποιούν με συνθηματικούς πυροβολισμούς τους καπετάνιους στην Πόμπια και εκείνοι ιππεύουν αμέσως τα άλογά τους και μαζί με καμιά πενηνταριά εθελοντές ιππείς από την άλλη Ελλάδα, αρχίζουν την καταδίωξη των προκλητικών εκείνων Τούρκων. Οι Τούρκοι αυτοί, εφαρμόζοντας το σχέδιό τους, υποχωρούν αμέσως προς τον Πλάτανο καταδιωκόμενοι από τους επαναστάτες. Κάποια στιγμή ο Κόρακας αντιλαμβάνεται το σχέδιο των Τούρκων και προτείνει στον αρχηγό Μαλικούτη να σταματήσουν την καταδίωξη, για να μη πέσουν στην παγίδα του εχθρού. Ο Μαλικούτης δεν συμφωνεί με τη γνώμη του Κόρακα, πιστεύει πως δεν υπάρχουν άλλοι Τούρκοι και με την γενναιότητα που τον διακρίνει, το θεωρεί δειλία να φοβηθούν τους λίγους αυτούς Τούρκους ιππείς και γι’ αυτό διατάσσει να συνεχιστεί η καταδίωξή των. Έτσι το σχέδιο των τούρκων πετυχαίνει απόλυτα και μόλις οι επαναστάτες περνούν την πηγή της Φουντάνας, πέφτουν στην ενέδρα τους και περικυκλώνονται από παντού από το Τουρκικό ιππικό. Αρχίζει τότε μια Ομηρική αλλά άνιση μάχη. Γύρω στους εξήντα με εβδομήντα οι επαναστάτες, έχουν να αντιμετωπίσουν γύρω στους πεντακοσίους διαλεκτούς τούρκους ιππείς. Σκοτώνονται πολλοί και τούρκοι και επαναστάτες.

Μέσα στο μακελειό αυτό, ο ηρωικός αγωνιστής των Βοριζίων, Κωνσταντής Λέκκας, προσπαθεί να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό. Οι Τούρκοι τον αναγνωρίζουν και τον καταδιώκουν κατά πόδας. Με την ορμή που έτρεχε το άλογο του Λέκκα, σκοντάφτει και πέφτει κάποια στιγμή μέσα σ’ ένα χαντάκι. Έτσι, προφτάνουν οι Τούρκο τον Λέκκα και τον έκαμαν κυριολεκτικά, κομματάκια, αφού όμως πρόφτασε κι εκείνος, πριν πεθάνει, να σκοτώσει δύο από τους Τούρκους που τον κυνηγούσαν. Έχασε έτσι η επανάσταση ένα από τα καλύτερα παλικάρια της. Στην κρίσιμη στιγμή της μάχης ο Κόρακας προτείνει στον Μαλικούτη να κατευθυνθούν προς την μεριά της Πλώρας, απ’ όπου ήταν ευκολώτερο να διασπάσουν τον Τούρκικο κλοιό και να σωθούν πάνω στα βουνά. Ο Μαλικούτης διαφωνεί, γιατί θεωρεί σαν καλλίτερο μέρος τα Τρυπητά κι από εκεί τα βουνά των Απεζανών. Λόγω της διαφωνίας αυτής, οι καπεταναίοι χωρίζονται και όλοι οι άλλοι ακολουθούν τον Κόρακα προς τη μεριά της Πλώρας, απ’ όπου πράγματι διασπούν τον κλοιό των Τούρκων και σώζονται πάνω στα βουνά.

Ο Μαλικούτης, μαζί με εννιά εθελοντές από την άλλη Ελλάδα, κατευθύνεται στα Τρυπητά. Στο σημείο όμως που βρισκόμαστε τώρα, περικυκλώνονται από ισχυρές εχθρικές δυνάμεις και κάθε διαφυγή είναι αδύνατη. Μη έχοντας άλλη διέξοδο, ο Μαλικούτης και οι εθελοντές κλείνονται μέσα σ’ αυτό εδώ το εκκλησάκι, που ήταν τότε μετόχι τωνΑπεζανών και προβάλλουν απελπισμένη άμυνα εναντίον των Τούρκων. Ο Ντελή Χουσεΐν Καλεί τον Μαλικούτη με τους εθελοντές να παραδοθούν και τους υπόσχεται, μεγάλους όρκους στο κοράνι, ότι δεν θα πάθουν τίποτε. Ο Μαλικούτης, βέβαια, δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στους όρκους και τις υποσχέσεις των Τούρκων, γιατί τους ξέρει καλά. Από την άλλη μεριά ελπίζει ότι οι άλλοι καπετάνιοι θα κατορθώσουν να διασπάσουν την πολιορκία και να τους απελευθερώσουν. Για τους λόγους αυτούς δεν παραδίδονται αυτός και οι εθελοντές, αλλά συνεχίζουν την ηρωική τους άμυνα μέχρι το τελευταίο φυσίγγιο. Οι Τούρκοι, παρά τις λυσσώδεις επιθέσεις τους, δεν μπορούν να κυριεύσουν το εκκλησάκι. Οι καπετάνιοι πάλι, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να διασπάσουν την πολιορκία, λόγω του πλήθους των εχθρών. Έτσι, όταν τελειώνουν τα πυρομαχικά τους, αναγκάζονται οι πολιορκημένοι να παραδοθούν.

Ο Ντελή Χουσεΐν, αθετώντας τις υποσχέσεις και τους όρκους του, δένει αμέσως πισθάγκωνα τον Μαλικούτη και τους εθελοντές και με μύριους εξευτελισμούς και κακοποιήσεις τους φέρνει στο Ηράκλειο. Δεν γνωρίζουμε τι απέγιναν από κει και ύστερα οι εθελοντές. Πιθανόν να τους απελευθέρωσαν οι Τούρκοι, επειδή ήταν Έλληνες υπήκοοι. Τον Μαλικούτη όμως τον υποβάλλουν σ’ ένα φρικτό μαρτύριο, παρόμοιο με του Δασκαλογιάννη.

Ο Σουλεϊμάν Πασάς του Ηρακλείου παραδίδει τον Μαλικούτη στον αφηνιασμένο Τουρκικό όχλο της πόλης. Εκείνοι τον σέρνουν γυμνό και δεμένο στους δρόμους και τον υποβάλλουν σε αφάνταστα βασανιστήρια. Τον βρίζουν, τον φτύνουν, τον χτυπούν με πέτρες και ξύλα, κόβουν κομμάτια από τις γυμνές σάρκες του, έκοψαν και τις «χερούκλες» του, όπως ανέφεραν αυτόπτες μάρτυρες. Ούρλιαξε και η Αγριολίδαινα και ζητούσε κι αυτή να τον σφάξουν και να τον κρεμάσουν στον πλάτανο της πλατείας των Λιονταριών, για να πάρει κι αυτή ένα κομμάτι από τις σάρκες του, σαν εκδίκηση της εξόντωσης του άνδρα της, του αιμοβόρου αρχιγενίτσαρου και τυράννου της Μεσαράς, τον Ιμπραχήμ Αγριολίδη από τον Άη Γιάννη της Φαιστού, τον οποίον εσκότωσαν τον Αύγουστο του 1928 στα Καπαριανά των Μοιρών ο Μαλικούτης με τον Κόρακα, για να γλυτώσουν τη Μεσαρά από τις θηριωδίες του. «Ως κι η Αγριολίδαινα εβγήκε στο παλάτι κι είπε να τονε σφάξουνε, να παρ’ ένα κομμάτι».

Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι ένας Ευρωπαίος πρόξενος του Ηρακλείου μεσολάβησε στον Σουλεϊμάν Πασά και του πρότεινε να του δώσει χρήματα, προκειμένου να σώσει τον Μαλικούτη, αλλά ο Πασάς αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αναφέρει επίσης η παράδοση ότι ξεψυχώντας ο Μαλικούτης είπε τούτα τα λόγια στους Τούρκους βασανιστές του: «Εμένα κι αν με κάνετε θρουλιά-θρουλιά στην τάβλα, τα μπαϊράκια δε χαλούν, μόνο θα έρθουν άλλα». Μπαϊράκια λεγόταν τότε τα επαναστατικά σώματα. Εξαντλημένος, λοιπόν, από τις πληγές και την αιμορραγία, ξεψύχησε στη μέση του δρόμου ο μεγάλος αυτός αγωνιστής της Κρητικής ελευθερίας. Οι Τούρκοι, σέρνοντας στους δρόμους δεμένο το πτώμα του, το φέρνουν και το κρεμούν στον πλάτανο της πλατείας των Λιονταριών, σαν τρόπαιο.

Αυτό υπήρξε το τραγικό τέλος του γενικού αρχηγού της επανάστασης της Μεσαράς, καπετάν Νικόλα Μαλικούτη, τον Απρίλη του 1830. Ο Νικόλαος Μαλικούτης γεννήθηκε στα Βορίζια το 1782. Προεπαναστατικά, υπήρξε ένας από τους ξακουστούς χαΐνηδες της Μεσαράς. Με την έναρξη της επανάστασης του 1821, τάχθηκε αμέσως κάτω από τις διαταγές του τότε γενικού επαναστατικού αρχηγού της Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης, καπετάν Μιχάλη Κουρμούλη, από τον Κουσέ. Έλαβε μέρος σε πάρα πολλές μάχες στα διάφορα μέρη της Κρήτης, όπου διακρίθηκε για την απαράμιλλη ανδρεία του κι έγινε παράδειγμα για τους νεότερους συναγωνιστές του, τον Κόρακα, τον Μαστραχά, τον Κατεχάκη, το Ρωμανό και τόσους άλλους. Μετά την προσωρινή κατάπνιξη της επανάστασης της Κρήτης από τους Τουρκοαιγύπτιους κατά το 1824, ο Μαλικούτης ήρθε στην άλλη Ελλάδα και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην Πελοπόνησο και τη Στερεά, κάτω από τις διαταγές του Δημήτρη Κουρμούλη και του Καλλέργη. Πολέμησε και στη φονική μάχη του Φαλήρου τον Απρίλη του 1827, απ’ όπου σώθηκε ως εκ θαύματος. Στη συνέχεια κατέβηκε στην Κρήτη, όπου συνέχισε το σκληρό αγώνα κατά των Τούρκων κατακτητών. Οι Μεσαρίτες αγωνιστές τον ανακήρυξαν γενικό επαναστατικό αρχηγό της Μεσαράς, σαν μεγαλύτερος στην ηλικία που ήταν, αλλά και λόγω της ένδοξης ιστορίας του. Πεθαίνοντας, σε ηλικία 48 ετών, με το μαρτυρικό θάνατο που είδαμε άφησε ένα μικρό γιο, το Μανούσο, ο οποίος ανατράφηκε στο Ναύπλιο και αργότερα, συνεχίζοντας το ηρωικό παράδειγμα του πατέρα του, πολέμησε γενναία στη μεγάλη επανάσταση του 1866, κάτω από τις διαταγές του τότε αρχηγού και πατρικού του φίλου, Καπετάν Μιχάλη Κόρακα.

Αυτός ήταν ο Καπετάν Νικόλαος Μαλικούρης. Κυρίες και Κύριοι. Η μάχη του Πλατάνου και των Τρυπητών, την οποία τιμούμε σήμερα, ήταν οπωσδήποτε ένα στρατηγικό σφάλμα του Μαλικούτη. Αν άκουγε τις συμβουλές του Κόρακα, ασφαλώς δεν θα έπεφταν στην παγίδα των Τούρκων κι έτσι δεν θα χανόταν ούτε αυτός ούτε και πάνω από τριάντα άλλοι εκλεκτοί Μεσαρίτες αγωνιστές και εθελοντές από την άλλη Ελλάδα, που ήρθαν να αγωνιστούν και να πεθάνουν για τη λευτεριά της Κρήτης,

Στρατηγικά σφάλματα όμως γίνονται σ’ όλους τους αγώνες. Μήπως άραγε δεν ήταν στρατηγικά σφάλματα η θυσία του Ξωπατέρα στην Οδηγήτρια, του Χατζημιχάλη Νταλιάνη στο Φραγκοκάστελλο, το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, η καταστροφή του Πέτα, των Ψαρών, της Χίου, η πανωλεθρία του Φαλήρου και τόσα άλλα. Μήπως οι σύγχρονοι στρατηγοί, αν και τόσο πολύ σπουδασμένοι τη στρατιωτική τέχνη, δεν κάνουν στρατηγικά σφάλματα.

Δεν πρέπει, λοιπόν, να σταματάμε αποκλειστικά στα σφάλματα. Εκείνο που προέχει, είναι να κοιτάζομε το σκοπό των αγώνων και των θυσιών. Και ο αγώνας του Πλατάνου και των Τρυπητών ήταν αγώνας ιερός, γιατί ήταν αγώνας απελευθερωτικός της Κρήτης, ενταγμένος στη μεγάλη Κρητική επανάσταση του 1821-1830. Και ήταν νικηφόρα η επανάσταση αυτή και η Κρήτη θα απελευθερωνόταν, αν δεν επενέβαινε η βρώμικη διπλωματία και τα συμφέροντα των μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων, τα οποία, με το πρωτόκολλο του Λονδίνου το Γενάρη του 1830, καταδίκασαν την Κρήτη για 70 χρόνια ακόμη κάτω από το βάρβαρο Τουρκικό ζυγό. Δεν θα πήγαινε λοιπόν χαμένη η θυσία του Πλατάνου και των Τρυπητών, αν έλειπαν τα βρώμικα Ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Έχομε χρέος, λοιπόν, να κλίνομε ευλαβικά τα γόνατα στη μνήμη των ηρώων εκείνων, που αγωνίστηκαν και θυσίασαν τη ζωή τους, σ’ αυτά εδώ τα χώματα, για τη λευτεριά της Κρήτης.

Αιώνια τιμή και δόξα στους Προμάχους αυτούς της Κρητικής ελευθερίας.

Τελειώνοντας, θα πρέπει να συγχαρούμε το Δήμο Γόρτυνας και την Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Ηρακλείου, που αναστήλωσαν το ιστορικό αυτό Εκκλησάκι. Την παλιά Κοινότητα Βοριζίων, που εντοίχισε στην είσοδο της εκκλησίας την επιγραφή που βλέπομε, για να γίνεται γνωστή στους μεταγενέστερους η μεγάλη θυσία, που έγινε εδώ πέρα. Επίσης, την Ενορία Πλατάνου, που εξόπλισε με όλα τα απαιτούμενα εκκλησιαστικά είδη το εκκλησάκι αυτό, για να μπορεί να ξαναλειτουργείται. Σας ευχαριστώ.