“Ο χρόνος”. Του Αρχιμ. Μακαρίου Δουλουφάκη. Πρωτοσυγκέλλου Ι. Αρχιεπισκοπής Κρήτης. (1998)

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Διαβάζομε στα παλαιά βιβλία της Ιστορίας που αναφέρονται στους αρχαίους πολιτισμούς, ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι συνήθιζαν, όταν βασιλικά πρόσωπα πέθαιναν, να στήνουν επί του τάφου των αμερόληπτους ρήτορες, που ανασκοπούσαν τα περί την ζωή τους, τις δραστηριότητες τους και τα άλλα καλά των.

Ευρίσκομε επίσης σε παλαιά βιβλία την συνήθεια των Πυθαγορείων Φιλοσόφων, ότι κάθε νύκτα πριν δώσουν στα βλέφαρά των νυσταγμόν και στους κροτάφους των ύπνο, αγαπούσαν να εξετάζουν τρις φορές ο κάθε ένας τον εαυτό τους, για τα ημερινά τους έργα «πή παρέβησαν, τι δ΄ έρρεξαν, τι αυτοίς δέον ουκ ετελέσθη».

Σφραγίζοντας το τέλος του έτους 1998 επεγείρεται η επιθυμία στον κάθε ένα να ανασκοπήσει, με μια έστω ματιά, σαν άλλος ρήτορας, τα γενόμενα του απερχόμενου έτους και να ενδοσκοπήσει στην βαθύτερη έννοια του χρόνου.

Φαντάζεται κανείς σύμφωνα με τα ανωτέρω, τα οποία συνέβαιναν κάθε νύκτα τρις φορές, στους αρχαίους, πόσα θα μπορούσαμε να παρουσιάσομε και εμείς τώρα δια της Πυθαγορείου αυτοδοκιμασίας στις τελευταίες ώρες, του εκπνέοντος έτους 1998 και της προσμονής της ανατολής του νέου σωτηρίου έτους 1999.

Σφραγίζομε το 1998 με τις πλάκες των πράξεων, των διανοιών, των ενθυμήσεων, των εν «νυκτί και εν ημέρα.». Παραδίδομε στα χέρια του Δημιουργού του παντός «τον καιρούς και χρόνους εν τη ιδία αυτού εξουσία θέμενος», ο κάθε ένας, μια σελίδα της ζωής του.

Παραδίδομε στο θρόνο της ετοιμασίας Του, εικόνα από την Αποκάλυψη, επί «θρόνου φοβερού» τις ώρες αυτές την προσωπική, κοινωνική επισκόπηση, εξετάζοντες «πή παρέβημεν» τι δέον δεν ετελέσαμε, ανακαλύπτοντες συγχρόνως και τα αίτια της παραβάσεως και ολιγωρίας, τις αφορμές και τον βαθμό της επιτυχίας, αίροντες τις πρώτες και εντείνοντες τις δεύτερες κατά την δοκιμασία όπου επιβάλλει σε μας όλους, το χρονικό τούτο οροθέσιο, την μετάβαση από το ένα στο άλλο, νέο ερχόμενο ενιαυτό.

Παραδίδομε στους ατέρμονες αιώνες της Βασιλείας του Θεού τα κατά το ανθρώπινο φαινόμενα και γενόμενα.

Η εθιμική βέβαια ατμόσφαιρα των ημερών αυτών, ο θόρυβος της φαντασμαγορίας, η εθιμική αυτή παράδοση του χρόνου δε σημαίνει καθόλου και το τέλος της ροής και παραδόσεως του χρόνου. Ο χρόνος νοούμενος ανθρωπίνως εκτυλίσσεται, αλλά σαν μια μικρή παράγραφος, εμφαινόμενη εσαεί, στο άφθαρτο κοντάκιο της αισχατολογικής παρασημαντικής των ουρανίων αναλογίων της αιωνιότητας.

Ο χρόνος όπου φεύγει από αρχής έως τέλος αυτού, και η αρχή ενός νέου, ενώπιον της αιωνιότητας, σχηματιζόμενη από το φυλλομέτρημα των αιώνων της αθρυμμάτιστης  απεραντοσύνης, είναι ένας αγώνας, μια πάλη ζωής και θανάτου, ένας αδιάκοπος διάλογος των λεπτών μετά των δευτερολέπτων, των ημερών μετά των εβδομάδων, των μηνών μετά των ωρών κ. ο. κ.

Άλλοτε ερχόμενος ως άγριος και ζοφώδης χειμώνας, ως μια νύκτα ασέληνος με πικρές ωδίνες σχίζων τα ιστία της Ολκάδος,  οδηγών σε ναυάγιο και άλλοτε ως λεπτή αύρα, εκτρέφουσα χρηστές ελπίδες, οικοδομούσα μετά φιλεργίας μέσα στα παλέοντα κύματα του βίου, μορφώνουσα και προάγουσα τον άνθρωπο και τον πολιτισμό κάτω από την σκιά του ευθαλούς της βεβαιότητας, ευσκιόφυλλου δένδρου.

Παλεύει το παλαιό με το νέο. Το απερχόμενο μετά του μέλλοντος, σύμφωνα δε  με το σοφό Ηράκλειτο, είναι μια πάλη που οδηγεί στην «αϊδιον ζωήν του παντός».

Χωρίς αυτή όχι μόνο νέκρωση και ακινησία θα επικρατούσε παντού, αλλά ουδεμία αίσθηση και προαγωγή των πάντων, από τον κινήσαντα και δημιουργήσαντα τα πάντα Μεγαλοδύναμο Θεό, θα είχε ο άνθρωπος, η κτήση, περιεχόμενη από το χρόνο, ως παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Ο θάνατος του παλαιού χρόνου είναι πλέον βέβαιος. Πάλεψε, αλλά και αυτός φθειρόμενος πέθανε, αποθνήσκει, καταποντίζεται, παραδίδεται στους αιώνες, προστίθεται στο ατελεύτητο, απέθανε και τέθηκε ως υποπόδιο του Θρόνου Εκείνου που έχει τους ουρανούς και δημιούργησε από μια «στιγμιαία» χρονικά ερμηνευμένη η λέξη, «στιγμιαία» εκδήλωση της αγάπης Του, τον κόσμο ολόκληρο, κατά τον Μ. Βασίλειο, που ερμήνευσε τόσο χαρακτηριστικά την εξαήμερη δημιουργία του Θεού.

Πάλεψε και νικήθηκε και ο θάνατος του είναι η είσοδος και η αναμονή του νέου άλλου χρόνου, η είσοδος στην εκφορά του μυστικού και του άφθαρτου, τόσο όμως, όσο η πεπερασμένη των ανθρώπων λογική μπορεί να κατανοήσει.

Υψώνεται σήμερα το απερχόμενο, για να χωριστεί από το «νυν» μέσα στην πάλη του δηλαδή, για να μείνει συνεχές παρών. Θα πολιτογραφηθεί όμως νομοτελειακά κατά τον νεοέλληνα μεγάλο ποιητή σαν ένας «σηματωρός» στην χώρα της «λιγοσύνης».

Πέθανε όμως, ή μήπως γίνεται στροφή των ύμνων των αιώνων, εντός ενός μακαρίου φωτός, όπως είπαν οι προ και μετά Χριστόν, άνωθεν της θάλασσας, έως ότου αποκαλυφθεί της «λιγοσύνης το πραγματικό μεγαλείο»;

Μόνο όταν ο μέγας ήχος της σάλπιγγας των διατεταγμένων από τον αδέκαστο Κριτή Αγγέλων, θα ηχήσει, την στιγμή και το χρόνο που μόνο Εκείνος γνωρίζει, θα αναστηθεί από το θάνατο-παρελθόν για να αποτελειώσει το έργο του στην αφθαρσία ως ζωή-μέλλον, «δημοσιεύων» κατά τον υμνογράφο, αυτά πού έχει στα ανοιγμένα βιβλία, της αιώνιας Βασιλείας του Πατέρα, του Υιού και του Πνεύματος του Αγίου.

Αυτός ο ήχος της μέλλουσας κρίσης και του χρόνου, που βιώνομε την παύση του χωρισμού του ως παρελθόν, παρόν και μέλλον, ως μια ακατάλυτη θεϊκή συνέχεια στην δημιουργία, είναι γνωστός στην Θεολογία και μάλιστα στον λειτουργικό χρόνο της Αποκαλύψεως.

 Στην Παλαιά Διαθήκη γραμμένος κατά την περίοδο εκείνη του Νόμου στις πλάκες της αποκάλυψης του Προφήτη Μωϋσή στην κορυφή του Όρους Σινά. Στην Καινή Διαθήκη κατά την περίοδο της αποκεκαλυμένης  Χάριτος στην πόλη της Βηθλεέμ καί «εν εσόπτρω και αινίγματι» στο χώρο της Αποκάλυψης του Ευαγγελιστή Ιωάννη, στην νήσο Πάτμο.

Η διαχρονική αίσθηση του χρόνου, η σχετικοποίηση, η μετάβαση του από την σκιά του χρόνου του Νόμου στο χρόνο της Χάριτος της ερχόμενης Βασιλείας του Θεού «ης ουκ έσται τέλος», εκδηπλώνει και αποκαλύπτει βεβαίως μέσα στα πλαίσια του ρέοντος χρόνου τα μεγάλα γεγονότα της ζωής, αλλά κυρίως και αποφασιστικώς, μέσα στον μέλλοντα αιώνα, ο οποίος κατά την Ορθόδοξη Θεολογία διαφέρει του ρέοντος χρόνου, ποιοτικά και παιδαγωγικά.

Με αυτή την έννοια ο χρόνος για την μετάθεση στην κατάσταση της αιωνιότητας θεωρείται σαν προπαρασκευαστικό στάδιο, ως συγκατάβαση, στην οποία ο άνθρωπος μπορεί να συναντήσει την δημιουργική και πανσθενουργό χάρη του Άπειρου Θεού, απολαμβάνοντας όχι μόνο το μακάριο φως, αλλά το άκτιστο μακάριο φως της αιωνιότητας.

Ο Ελύτης θα γράψει χαρακτηριστικά κάπου «ένας κυτόνας μας παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα, χωρίς συγκατάβαση».

Ο υμνογράφος θα γράψει «Συγκαταβαίνων ο Σωτήρ τω γένει των ανθρώπων…».

Ας προσέξουμε, καταδέχεται, αλλά και αποκαλύπτεται. Ο Ιστορικός χρόνος δεν αρκεί για να ερμηνεύσει. Σήμερα κάτω από το πέλμα μιας θεωρητικής υλιστικής αντίληψης, σιωπά τον χρόνο της Βασιλείας του Θεού, με μια νομική «μελλοντολογία» στηριζόμενος μόνο στο εδώ.

Εμείς, ιστάμενοι και ατενίζοντες την ανατολή του νέου χρόνου που μας φέρει πιο κοντά στο εορτασμό του ιωβηλαίου των 2.000 χρόνων χριστιανισμού, οι Ορθόδοξοι που ανήκουμε στην χώρα της διαχρονικής αίσθησης του χρόνου, με ταπείνωση και αυτογνωσία, «εξαγοραζόμενοι τον καιρόν», ας αποφύγουμε τουλάχιστον το διάβα εκείνου του χρόνου που μας μεταβάλλει, σε ένα από το παρελθόν του χρόνου, ερχόμενο γεγονός, καλό μόνο για τα διάφορα φολκλόρ.

Αυτό βεβαίως δεν αμνηστεύει εκείνους που εκλαμβάνουν τον χρόνο μόνο μέσα από την ταχύτητα, τον όγκο των πληροφοριών και δραστηριοτήτων, που δεν έχουν σταμάτημα. Φυσικά και δεν στρεφόμεθα εναντίον της εξέλιξης, αλλά τονίζουμε την ποιοτική και παιδαγωγική έννοια του χρόνου. Το χρόνο της ευλογίας των έργων και της ζωής.

Μακάριος Δουλουφάκης,

Πρωτοσύγκελλος Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης. 1998