Ομιλία για την κατάταξη των Αγ. Παρθενίου και Ευμενίου στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας. Του Πανοσιολ. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδάκη, Πρωτοσυγκέλλου Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας.

Ομιλία για την κατάταξη των Αγ. Παρθενίου και Ευμενίου στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας
Του Πανοσιολ. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδάκη, Πρωτοσυγκέλλου της Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας

Κατά την υπόσχεση του Κυρίου πρό του Πάθους του, ο Παράκλητος που θα ερχόταν μετά την Ανάληψή του στους ουρανούς, «το Πνεύμα της αληθείας», θα οδηγούσε τους Αποστόλους και επομένως την Εκκλησία Του «εις πάσαν την αλήθειαν». Εάν θεωρούμε ως χρονικό ορόσημο της γενεθλίου ημέρας της Εκκλησίας την ημέρα της Πεντηκοστής, είναι λογική και βιωματικά αποδεδειγμένη στη ζωή της Εκκλησίας η Θεολογική απόρροια, ότι είναι και γενέθλιος ημέρα της ανωτάτης αυθεντίας της Εκκλησίας, δηλαδή της «Εκκλησιαστικής Συνειδήσεως».

Η «Συνείδηση της Εκκλησίας», μυστηριακώ τω τρόπω εμπνέεται και καθοδηγείται από το Πανάγιο Πνεύμα. Ό,τι μαρτυρεί, ό,τι δέχεται, ό,τι επιβεβαιώνει, ό,τι σφραγίζει ως αλήθεια της πίστεως, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των Συνόδων, αυτό και αβίαστα γίνεται ιερό πιστεύω της Εκκλησίας, όχι απλώς ισχυρό, αλλά αδιαμφισβήτητο, καθολικής αποδοχής και συντελούν στη σωτηρία.

Η «Συνείδηση της Εκκλησίας» είναι αυτή που αλαθήτως αναγνωρίζει και τους Αγίους, διότι το Άγιο Πνεύμα πληροφορεί τις καρδιές, όχι μόνο ενθουσιαστικά και προς καιρόν, αλλά προϊόντος του χρόνου όλο και περισσότερο, «του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων». Αυτή η «Συνείδηση» εκδηλώνει τους τρόπους ευλαβείας σε ό,τι αφορά την τιμή των Αγίων και ιδιαίτερα στη Θ. Λατρεία, της αρχής πάντοτε γενομένης από την τοπική Εκκλησία η οποία έχει τον πρώτο λόγο εκκλησιολογικώς, διοικητικώς, ιστορικώς και ηθικώς. Η τοπική Εκκλησία αφουγκράζεται τον αγιολογικό παλμό του ποιμνίου της. Ως φέρουσα την ευθύνη ενώπιον του Θεού, ενώπιον της όλης Εκκλησίας και της ιστορίας αφήνει πάντοτε εν συνέσει να περάσει χρόνος πολύς. Διότι με την πάροδο του χρόνου που αναχωρούν τα πρόσωπα που γνώρισαν τους αγίους ή άκουσαν περί των αγίων χρονικά κοντά, καθιζάνει η θολούρα των ερωτημάτων, υποχωρεί η υπερβολή αλλά και αποκαθίσταται η αλήθεια στις περιπτώσεις εκείνες που η ανθρώπινη κρίση δεν είχε τηρήσει την ορθή στάση. Δεν ομιλεί όμως ο χρόνος, αλλά ο δημιουργός του χρόνου μέσα από το χρόνο. Ομιλεί δια σημείων και θαυμάτων στις περιπτώσεις που Εκείνος κρίνει. Αλλά ομιλεί και χωρίς σημεία και θαύματα, με τι σιωπηλή πληροφορία της «Εκκλησιαστικής Συνειδήσεως» δια του Αγίου Πνεύματος.

Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, μια τοπική Εκκλησία δεν αρνείται στο λαό της την έκφραση ευλαβείας πρός τους αγίους για τους οποίους δεν έχει γίνει ακόμη κατάταξη στο αγιολόγιο, αλλά μετέχει διακριτικά στο βηματισμό αυτό. Ενθαρρύνει την ιερή περί των αγίων παράδοση, να γίνει υπεύθυνο γραπτό συναξάρι, να ιστορηθεί εικόνα τους, να κτισθεί Ναός, να προπαντός να υμνολογηθούν, διότι δια της Ιεράς Ακολουθίας της οποίας η χρήση απαιτεί Συνοδική έγκριση, γίνεται το δεύτερο μεγάλο βήμα που θα οδηγήσει την αρμόδια πρός τούτο Εκκλησιαστική Αρχή, δηλαδή τη Μητέρα Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως στην επίσημη κατάταξη στο Αγιολόγιο μέσα από τις απ̉  αιώνος κρατούσες σοφές διαδικασίες που τηρεί.

Όλη αυτή η παράδοση της Εκκλησίας, η τόσο σοφή, τηρήθηκε και στην περίπτωση των Οσίων Πατέρων Παρθενίου και Ευμενίου, κτιτόρων της Ιεράς Μονής του Κουδουμά. Τώρα «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου». Τώρα πλέον η Εκκλησία και αποφαίνεται. Τώρα με την επίσημη κατάταξη των Οσίων μας στις ιερές των αγίων δέλτους, αποφαίνεται γι̉  αυτούς δοξαστικά και κηρύσσει διορθοδόξως τα ονόματα και τη μνήμη τους. Τώρα πλέον, δεν είναι οι τοπικοί Άγιοι της Αποστολικής Επαρχίας Γορτύνης, αλλά Άγιοι όλης της Εκκλησίας έως περάτων της Οικουμένης, όπως είναι Άγιοι για όλη τη θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία.

Όταν εγκαινιάζεται ένας Ναός, επειδή κατά την αρχαία της Εκκλησίας παράδοση και τάξη τοποθετούνται στην Αγία Τράπεζα λείψανα μαρτυρικά, ψάλλεται ένα τροπάριο το οποίο αρχίζει με τη φράση, «Μαρτύρων θείος χορός, της Εκκλησίας η βάση, του Ευαγγελίου η τελείωσις». Κατ̉  επέκτασιν, Μάρτυρες είναι όλοι οι Άγιοι διά του μαρτυρίου της συνειδήσεως το οποίο συνοδεύεται με πολύ κόπο, πολύ ιδρώτα, πολλή υπομονή και άσκηση όλων των εν Χριστώ αρετών. Γι̉  αυτό και για την ορθόδοξη Εκκλησία όλοι οι Άγιοι ανεξάρτητα από το χρόνο που έζησαν, αποτελούν τη βάση της και την τελείωση του Ευαγγελίου του ιδρυτή της. Εκκλησία υπάρχει, για να παρέχει τη δυνατότητα σ̉ όποιον θέλει θα φθάσει στο γενικό προορισμό της προτροπής και επιθυμίας του Χριστού, «Άγιοι γίνεσθε ότι εγώ άγιος ειμί». Γι̉  αυτό το θείο προορισμό υπάρχει το Ευαγγέλιο, η διδασκαλία της, τα μυστήρια της.

Δοξάζοντας ο Θεός τους αγίους του με θαύματα και αποκαλύψεις, δοξάζοντας τα σώματά τους που μετείχαν στον ιερό αγώνα μαζί με την ψυχή τους, μας υπευνθυμίζει τι θέλει από μας, τι περιμένει από μας και τι υπόσχεται για μας. Στο θέλημα αυτό του Κυρίου στοιχείται η στρατευομένη Εκκλησία. Ο «στέφανος του ενιαυτού», δηλαδή το δωδεκάμηνο εορτολόγιο της, είναι στέφανος της μνήμης των γνωστών Αγίων της, χωρίς να ξεχνούμε, ό,τι γιορτάζει και τη σύναξη όλων, γνωστών και αγνώστων την Κυριακή των Αγίων Πάντων, Κυριακή τοποθετημένη αμέσως μετά την Κυριακή της Πεντηκοστής για να τονίζεται η βασική αλήθεια, ό,τι οι Άγιοι είναι ο μεγάλος και αιώνιος καρπός του Αγίου Πνεύματος. Ναοί και εικόνες, ύμνοι και βιβλία της Εκκλησίας για τους Αγίους μιλούν. Τα λέιψανά τους, είναι ό,τι πιο πολύτιμο κατέχει η Εκκλησία. Οι βίοι τους είναι το εφαρμοσμένο Ευαγγέλιο κατά την έκφραση του εν Οσίοις αυλιζομένου μεγάλου Σέρβου Θεολόγου Ιουστίνου Πόποβιτς. Όποιος θέλει να καταλάβει και να εμπαιδώσει την αξία των Αγίων και τη μεγάλη σημασία που έχουν στη ζωή μας, δεν έχει παρά να διαβάσει το κείμενό του που φέρει τον τίτλο «σύν πάσι τοις αγίοις» που περιλαμβάνεται στον τελευταίο τόμο του Μεγάλου Συναξαριστή. Σκοπός της συντάξεως αυτού του ιερού κειμένου ήταν να προτρέψει τον κάθε αναγνώστη να διαβάζει τους βίους των Αγίων. Μεταφέρουμε ένα μικρό απόσπασμα από διδακτικό μέρος που ακολουθεί το περί των Αγίων Θεολογικό:

«Οι Βίοι των Αγίων» δεικνύουν πολυάριθμους, αλλά πάντοτε βέβαιους δρόμους σωτηρίας, φωτισμού, αγιασμού, μεταμορφώσεως, χριστοποήσεως, θεώσεως∙δεικνύουν όλους τους τρόπους με τους οποίους η ανθρώπινη φύση κατανικά την αμαρτία, την οιανδήποτε αμαρτία. Δεικνύουν πως νικά τό πάθος, το οιονδήποτε πάθος πως νικά το θάνατο, τον οιονδήποτε θάνατο πως νικά τον δαίμονα, τον οιονδήποτε δαίμονα. Εδώ βρίσκεται φάρμακο για κάθε αμαρτία και για παντός πάθους θεραπεία.

Στους «Βίους των Αγίων» φαίνεται ολοκάθαρα, ότι δεν υπάρχει πνευματικός θάνατος, από τον οποίο δεν θα ήταν δυνατή η ανάσταση με τη θεία δύναμη του Αναστάντος Χριστού. Δέν υπάρχει βάσανο ή θλίψη ή στενοχώρια ή κακοπάθεια, την οποία ο Κύριος διά της πίστεως σ̉  Αυτόν να μη μεταβάλλει βαθμηδόν ή δια μιας σε μια ήρεμη και κατανυκτική χαρά. Πως γίνεται κανείς από αμαρτωλός, δίκαιος; Να, έχομε ένα πλήθος από συγκλονιστικά παραδείγματα μέσα στους «Βίους των Αγίων»! Πως μπορεί κανείς από ληστής, πόρνος, μέθυσος, άσωτος, φονιάς, μοιχός, να γίνει Άγιος; Εδώ θα βρούμε πάμπολλα παραδείγματα. Επίσης, πως από ένα φίλαντο, ιδιοτελή, άπιστο, άθεο, υπερήφανο, φιλάργυρο, εμπαθή, από ένα κακούργο, διεφθαρμένο, φθονερό, κενόδοξο (και άλλα) να προέλθει ένας άνθρωπος του Θεού; Οι «Βίοι των Αγίων» θα δείξουν αυτό σ̉  εμάς και θα το εξηγήσουν. Αλλά επίσης, στους «Βίους των Αγίων», έχομε πάρα πολλά και θαυμαστά παραδείγματα για το πως ένας νέος γίνεται άγιος νέος, πως μια κόρη γίνεται αγία κόρη, πως ένας γέρων, γίνεται άγιος γέρων, πως ένα παιδί γίνεται άγιο παιδί, πως, γονείς, ιερείς, Επίσκοποι, βοσκός, γεωργός, εργάτης, δικαστής, δάσκαλος, καθηγητής, στρατιώτης, αξιωματικός γίνονται άγιοι. Εκείνος ο οποίος διάβασε τους «Βίους των Αγίων» αισθάνεται και εννοεί με όλη την ύπαρξή του, ότι μόνο «συν πάσι τοίς αγίοις» μπορεί να γνωρίσει Χριστό το Θεό και όλα τα εν Αυτώ και περί Αυτού, και όσα πηγάζουν από Αυτόν».

Αγαπητοί μου, το Αγιολόγιο της Εκκλησίας εν Κρήτη είναι πλούσιο. Αρχίζει από τον Κορυφαίο Παύλο, συνεκδήμους τους Αποστόλους, ακολουθούν οι Μάρτυρες των Μ. διωγμών, Μάρτυρες άλλων εποχών, Ομολογητές, Άγιοι Ιεράρχες, Όσιοι και Νεομάρτυρες και καταλήγει στους Οσίους μας αυταδέλφους. Κι̉  όταν περάσουν τα χρόνια το Πνεύμα το Άγιο θα μιλήσει και για άλλους. Όλος αυτός ο χορός των Κρητών και εν Κρήτη αγίων είναι μεγάλη της και αιώνια δόξα, η εν ουρανοίς ελπίδα μας, διότι με τις πρεσβείες τους αισθητοποιούν τη χάρη του Θεού στη ζωή μας και εκπληρώνουν τα πρός σωτηρίαν αιτήματά μας, καλώντας μας να ακολουθήσουμε τα δικά τους ίχνη, στη δική μας εποχή, μέσα στο προσωπικό του στάδιο ο καθένας.

Η διαδρομή των Οσίων μας Παρθενίου και Ευμενίου, υπήρξε εκ κοιλίας μητρός ηγιασμένη ως το τέλος. Είχαν μέσα τους μόνιμη τη χάρη του Θεού γιατί πρόσεξαν τον εαυτό τους και δεν προκάλεσαν τη φυγή τους. Αναζωπύρωναν διαρκώς το ζήλο τους με το βλέμμα της ψυχής προσηλωμένο στο μοναδικό στόχο τους εν Χριστώ αγιασμού δια της ασκήσεως. Ήταν απόλυτα παραδωμένοι στην Πρόνοια και την αγάπη του Θεού, απόλυτοι τηρητές της λειτουργικής φράσις «Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Υπήρξαν τηρητές των μοναχικών τους υποσχέσεων δίχως παρενθέσεις. Δεν δέχθηκαν την αμέλεια, ούτε σαν πρόταση δια του λογισμού. φθονήθηκαν, ταλαιπωρήθηκαν, αλλά με ταπείνωση «έδωκαν τόπον τη οργή» κατά τον Παύλο, όσπου η Παναγία αισθητά ανέλαβε την κηδεμονία τους, οδηγώντας τους σε τούτο τον τόπο που έγινε στα χρόνια τους το ιερότερο σημείο αναφοράς της Εκκλησίας της Κρήτης. Ο Παρθένιος, νούς και χαρακτήρας ηγεμονικός και άκρως ασκητικός, χαριτώθηκε από νέος με το χάρισμα της θαυματουργίας, ακολούθησε το διορατικό και το προορατικό. Τα χαρίσματά του αυτά, καθώς και τα πολλά θαύματα της Παναγίας έκαμαν τον έρημο και απρόσιτο τούτο τόπο πόλη.

Ο Ευμένιος έζησε ταπεινά στη σκιά του αδελφού του, αναλαμβάνοντας το εξομολογητήριο. Ουδείς ποτέ πνευματικός για τα δεδομένα της Κρήτης υπήρξε τέτοιος θεραπευτής ψυχών και για τόσες ψυχές όπως ο Όσιος Ευμένιος. Για μεγάλα δε χρονικά διαστήματα κατόπιν προσκλήσεων των κατά τόπους Επισκόπων περιήρχετο τα χωριά και εξομολογούσε. Έγινε και αυτός αυτουργός θαυμάτων πολλών, αλλά και δοκιμάστηκε σκληρά από την άπρεπη στάση κάποιον μοναχών που θέλησαν να εκμεταλευθούν την απλότητα και το πράον του χαρακτήρα του. Στις ώρες εκείνες τις δύσκολες αποδείχθηκε, όπως φανερώνουν οι επιστολές του πρός τον Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειο, το βαθύ και ακέραιο εκκλησιαστικό του φρόνημα, η ταπείνωσή του, ο σεβασμός και η υπακοή του στον Επίσκοπο, πρός τον οποίο γινόταν πρεσβευτής για συγχώρηση εκείνων που τον ταλαιπωρούσαν.

Το Μοναστήρι τους έμελλε να υποστεί του διαβόλου τον πόλεμο. Κινδύνευσε να γίνει κατά τα χρόνια των παλαιοημερολογιτικών ερίδων, σχισματικό κάστρο αλλά ο κίνδυνος απεφεύχθη με τη στάση των ορθοφρονούντων αδελφών και το ενδιαφέρον των Επισκόπων Βασιλείου και Ευγενίου. Κατά τη γερμανική κατοχή ερημώθηκε, καταστράφηκε από τους κατακτητές, αλλά και πάλι η χάρη της Παναγίας και των Οσίων το επανασύστησαν, για να αποτελεί προσκύνημα και Μονή καύχημα της Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας.

Σεβασμιώτατε άγιε Χίου κ. Διονύσιε, εκπρόσωπε του Παναγιωτάτου και Οικουμενικού Πατριάρχου μας, «ημέρα χαρμόσυνη και ευφροσύνη ανάπλεως» η σημερινή του εορτασμού για την επίσημη κατάταξη των Οσίων μας στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Στο πρόσωπό Σας βλέπουμε σήμερα τον Πατριάρχη μας παρόντα να διαβάζει τον ιερό κώδικα της κατατάξεως. Ασπαζόμενοι το χέρι Σας, ασπαζόμαστε τη θεοτίμητη δεξιά που τον υπέγραψε καθώς και τα χέρια των αγίων Αρχιερέων του Οικουμενικού Θρόνου που απαρτίζουν την Αγία και Ιερά Σύνοδο. Αλλά έχουμε και άλλο λόγο να Σας καλοσωρίζουμε. Διότι πίσω από την ανάθεση στο σεπτό πρόσωπό Σας της εκπροσωπήσεως της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος, υπάρχει η Θεία Πρόνοια που Σας έφερε εδώ. Ήθελε ως φαίνεται η Παναγία και έφορος της Μονής αλλά και οι τιμώμενοι Όσιοί μας να υπομνήσουν, ότι ο Επίσκοπος που τέλεσε τα εγκαίνια του Καθολικού της Μονής, και άνθρωπος που ευλαβείτο τούς Οσίους εν ζωή και προστάτεψε το Μοναστήρι από την κατάργηση του ως εν ενεργεία Μονή, εκοιμήθη και ετάφη ως εξόριστος εξ̉ αιτίας πολιτικών παθών της εποχής στη Χίο.

Ήταν ο πολύς, ο λόγιος και αγιότητι βίου διακριθείς, Ευμένιος Ξηρουδάκης Μητροπολίτης Κρήτης, ο από Λάμπης και Σφακίων που είχε διατελέσει και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Ιερός το λοιπόν και ο συμβολισμός τούτος, του οποίου η σημασία έτι και έτι επαυξάνει τη χαρά μας, αν αναλογισθούμε ότι και οι δύο νήσοι, Χίος και Κρήτη είναι ηρωοτόκοι και αγιοτόκοι.

Λαέ του Θεού, ευσεβές ποίμνιο της κατά Γόρτυναν Αποστολικής Εκκλησίας, «ευφραίνον και αγάλλον» σήμερα, διότι αυτό που κράτησες ως παράδοση των πατέρων σου επί ένα αιώνα για τους Οσίους Παθένιο και Ευμένιο, το βλέπεις να επικυρώνεται δοξαστικά από την Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία. Μακάριζε και μνημόνευε, όλους εκείνους τους Μοναχούς που έδωσαν τη ζωή τους στην ιερή αυτή εσχατία για να είναι αναμμένο το κανδήλι της Παναγίας, για να βρίσκεις τόπο προσευχής και φιλοξενίας.

Προσευχήσου για όλους τους κατά καιρούς ευεργέτες του σεμνείου τούτου. Προσευχήσου για τους αγίους αρχιερείς που λαμπρύνουν με την παρουσία τους το μεγάλο τούτο για την Εκκλησία της Κρήτης γεγονός.

Μα ιδιαιτέρως να προσευχηθείς με αισθήματα υιικά για τον Επίσκοπό σου, το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ. Μακάριο, που στο δεύτερο χρόνο κιόλας της αρχιερατείας του έκαμε τις κατά το εκκλησιαστικό ήθος ενέργειες για την κατάταξη των Οσίων μας στο Αγιολόγιο. Σήμερα θα χαίρεται και η μακαρία ψυχή του εκ των προμεταστάντων στενών συγγενών του Ιερομονάχου Μακαρίου Δουλουφάκη του Κουδουμιανού, που υπήρξε χειροθεσία των Οσίων, του οποίου και το όνομα έλαβε κατά τη δική του αφιέρωση.

Πατέρες Όσιοι, σας ικετεύουμε σήμερα, που στα ονόματά σας ενώνεται η δόξα Θριαμβευούσης και Στρατευομένης Εκκλησίας, να δώσετε τη χάρη, ώστε η Μονή σας που ιδρύσατε με την αγιοσύνη τον πόνο, τον ιδρώτα και το δάκρυ, να ξαναβρεί την ακμή που της χαρίσατε. Αμήν.