“Σταυρός η πολύφθογγη σιωπή”. Του Αρχιμ. Μακαρίου Δουλουφάκη, Πρωτοσυγκέλλου Ι. Αρχιεπισκοπής Κρήτης. (1998)

ΣΤΑΥΡΟΣ Η ΠΟΛΥΦΘΟΓΓΗ ΣΙΩΠΗ

του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης, Μακαρίου Δουλουφάκη.

Η ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής είναι μια από τις πλέον χαρακτηριστικές του Εκκλησιαστικού έτους, με τις ακολουθίες της το λειτουργικό και υμνογραφικό πλούτο της.

Κοινό και βιώσιμο σε όλες τις λειτουργικές συνάξεις της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας.

Λίγα λόγια και μερικές σκέψεις, κάνουμε τούτη την ώρα κινούμενοι από την ευλάβεια και το κλίμα τον Αγίων τούτων ημερών και μέσα στους καιρούς μας που αποπνέουν ωραία λόγια, πολλές φορές υποκρισίας και αλαζονείας, αλλά και προσπαθείας να εξέλθει από το παραπάνω τέλμα, από το ωραίο στο γνήσιο.

Συνηθίζεται ο λόγος, το κήρυγμα κατά τις μεγάλες ημέρες να ακούγεται περισσότερο, με την διαφορά ότι εις τα καθ’ ημάς, ο λόγος είναι αναπόσπαστο μέρος της Θείας Λατρείας.

Γίνεται δηλαδή με ένα διαφορετικό τρόπο. Η παράδοση μας εντάσσει το λόγο, στο Μυστήριο του Θεού, που αυτές τις μέρες εκδηπλώνεται, πάνω στο Σταυρό της Θυσίας του Θεού των Πατέρων ημών.

Ζούμε τον Λόγον χωρίς την συμπληρωματικότητα των λόγων, και πώς είναι δυνατόν η σιωπή αυτή σε καιρούς σημερινού πολλού θορύβου, να είναι λόγος, διάλογος, επαφή, σωτηρία;

Η σημερινή ημέρα μέσα στην Παράδοση μας παραμένει ανεπανάληπτη και μοναδική, προβάλλοντας με το Μυστήριο του Σταυρού, και την ατμόσφαιρα Της, τον τρόπο του αγιασμού των πιστών δηλαδή το Μυστήριο της σιωπής του Σταυρού, την δόξα των Αγγέλων, το τραύμα των δαιμόνων, το αήττητο τρόπαιο της ευσεβείας, το ζωομύριστο Ξύλον, την ξυλίνη λόγχη, που καρφώθηκε μια για πάντα, στην καρδιά του θανάτου.

Αν συνεχίζαμε θεολογικά να αναλύουμε τον Λόγο της Εκκλησίας θα προσκρούαμε ίσως στα αυτιά πολλών, που μόνο μ’ αυτά έχουν συνηθίσει να ακούουν, επιβάλλοντες και απαιτούντες πολλές φορές από τον λόγο της Εκκλησίας να μιλάει επιδερμικά, φορκλορικά και όχι στο χώρο του πιο πέρα, που απαιτητικά ζητούν μα μάθουν γι΄ αυτόν, κυρίως οι νέοι άνθρωποι όχι δηλαδή να τους τον περιγράψουμε αλλά να τους τον δείξουμε.

Ο λόγος ο του Σταυρού επί είκοσι αιώνες απευθύνεται στους ανθρώπους ζητώντας ακριβώς, τη σιωπή – λόγο και πολλάκις λόγο – επανάσταση των συνειδήσεων, λόγο – πάλη με τις αρχές του σκότους και της ανυπαρξίας.

Επιλέγουμε την πρόκληση της σιωπής του Μυστηρίου του Σταυρού εμείς οι Ορθόδοξοι ηθελημένα, ακούγοντας τους Ευαγγελιστές αυτές τις ημέρες να περιγράφουν τη σιωπή του Ιησού μπρος στο μέγα συνέδριο (ανώτατο δικαστήριο των Ιουδαίων), όταν του απαγγελλόταν οι κατηγορίες.

Ο Πιλάτος προκαλεί το Χριστό ζητώντας Του απαντήσεις για αυτές, αλλά Εκείνος “ουκ απεκρίθη αυτώ προς ουδέν εν ρήμα ώστε θαυμάζειν τον ηγεμόνα λίαν”.

Μπροστά στον Ηρώδη ερωτάται με πολλά λόγια και Αυτός “ουδέν απεκρίνατο αυτώ”. Σε όλη την δοκιμασία Του στα κολαφίσματα και στις ύβρεις, προπάντων πάνω στο Σταυρό “ουδέν απεκρίνατο”. Ενθυμούμεθα λοιπόν τον Προφήτη Ησαΐα, ο οποίος πολλά χρόνια πριν τη γέννηση του Χριστού, είχε προφητεύσει “και αυτός δια το κεκακώσθαι ουκ ανοίγει το στόμα αυτού, ως πρόβατον επί σφαγή ήχθη”.

Αυτό σημαίνει ότι σιώπησε από αδυναμία ή ότι μαζί με τον λόγο Του, δίδασκε εκείνη την ώρα του πάθους, με το λόγο του Μυστηρίου της σιωπής;

Δύσκολο να κατανοηθεί για τα σημερινά δεδομένα, γεμάτα από λόγια επιτευγμάτων , επιτυχιών , αγαθών κ. λ. π. από θρησκευτικότητα-καταφυγή για λόγους ανασφάλειας, ενώ η Εκκλησιαστικοποίηση του λόγου, είναι προϋπόθεση-δοκιμασία μέσα στο Αποκεκαλυμένο Μυστήριο των αιώνων.

Η παραπάνω διάκριση σημαίνει ότι έχουμε ευθύνη εμείς οι Ορθόδοξοι όταν προχειρολογούμε γιατί η παράδοσή μας, διδάσκει ότι όταν ομιλούμε, ορθοτομούμε μέχρι Σταυρού. Δεν ηθικοποιούμε δηλαδή αποφεύγουμε την θέα του βάθους και ανατρέχουμε στην καταφυγή της εύκολης και αβασάνιστης λύσης.

Ο λόγος για τα πνευματικά, για την θεολογία της ζωής είναι σταυρός εμπειρίας, μέθεξης κατά χάρη με το Θεό, που εναποτίθεται μέσα στην Εκκλησία, για να μην έχει ένα ιστορικό τέλος, για να μπορέσει να ζήσει, μακριά από την δυστυχία και την καταστροφή που μπορεί να προκαλέσει κάθε τι, έξω από το Μυστήριο της σιωπής του Σταυρού, ακόμα και όταν είναι καλά οργανωμένο από ανθρώπους καλής διάθεσης κατά τ’ άλλά, σε ομίλους και οργανώσεις, που ενταφιάζουν το Μυστήριο της Εκκλησίας και του πολιτεύματος Της και εγκαθιδρύουν με ευκολία, ανάλογα με τις περιστάσεις, ένα “καταναλωτικό” λόγο εσχατολογίας, καταστροφής του αληθινού λόγου του Μυστηρίου του Σταυρού.

Αυτή η τακτική παρατηρούμε ότι, μπορεί να κρατηθεί για λίγο στην επικαιρότητα της πληθωρικής εποχής μας, αλλά κατ’ ουσίαν μπορούμε να πούμε ότι εκτρέπεται σ’ αυτήν την επιλογή, γιατί φοβάται τη σιωπή και τον πόνο της θυσίας.

Έτσι με λόγια περί εσχάτων και τέλους, εντυπωσιάζομε, κρατούμαστε στην επικαιρότητα, γιατί η σιωπή ερμηνεύεται κοσμικά, ως ένδειξη ακοινωνησίας, ή αγραμματοσύνης.

Η δικαιοσύνη των αποδεικτικών λόγων ξέρουμε πολύ καλά ότι για την Ορθόδοξη Θεολογία είναι χαρακτηριστικό της απολογητικής μεθόδου, την οποία η Ορθόδοξη Θεολογία ουδέποτε υιοθέτησε.

Η λογική των λόγων και η παρατήρηση των φαινομένων να διαφυλαχθούμε, χωρίς Σταυρό σιωπής, είναι υποκρισία.

Η απόσταση από το χάρισμα και η τάση συστηματικοποίησης του, συνιστούν αμαρτία ώστε σήμερα να στεκόμαστε μπροστά στο Σταυρό του Κυρίου, με μια φτώχεια εσωτερική δηλαδή βιωματική, αλλά με διάθεση όμως αποτελεσματικής δράσεως, απατηλής παρηγοριάς και συσπείρωσης για το τέλος του κόσμου !

Η παρατεινόμενη σιωπή του Σταυρού ανά τους αιώνες είναι αποκαλυπτική για αυτό ζει από τότε στα έσχατα, ως νέα κοινωνία εν Χριστώ Ιησού.

Παραμένει σε τούτο των κόσμο έχουσα έμβλημα το Σταυρό της σιωπής, της αντοχής για την σωτηρία τούτου του κόσμου ως αιώνια χαρά για τον αθάνατο κόσμο που έρχεται.

Μέσα σ’ αυτό τον κόσμο έρχεται ο Σταυρός του Χριστού να διδάξει με την πολύφθογγη σιγή, ότι ο κόσμος νικήθηκε.

Ο ανθρώπινος αποκαλυπτισμός ακόμα και αν είναι θρησκευτικός, δεν είναι ασφαλώς η αποκάλυψη. Και τούτο γιατί η ηττοπάθεια και ο ξερός συναισθηματισμός είναι ψευδαίσθηση της αλήθειας, καταφυγή στο φανατισμό και το φόβο της σιωπής.

Αντίθετα η Ορθόδοξη Θεολογία με την νηφάλια βιωματική της εμπειρία, γίνεται διάκονος της υπαρξιακής πληγής της ανθρώπινης ύπαρξης, που προϋποθέτει το λόγο του Σταυρού, που είναι μωρία για αυτούς που δεν αντέχουν, για αυτούς που μέχρι σήμερα τον βλαστημούν, κατ’ επέκτασιν και την Εκκλησία, ως φονικό όργανο της τότε Ρωμαϊκής δικαιοσύνης.

Το πρώτο είναι ασθένεια λόγου ή σιωπής ή μια κατάσταση της αμαρτωλότητας μας, το δεύτερο προϋποθέτει όχι απλώς την κατάσταση, αλλά την επίγνωση της αμαρτωλότητας μας, παρά την επίγνωση της αρετής μας.

Πως να ονομαστεί πνευματική τροφή το πρώτο, για τον πολυπαθέστατο άνθρωπο της εποχής μας, πραγματικό βίωμα χωρίς συναίσθηση του διαβόλου του εκ δεξιών, αληθινή σιωπή χωρίς τη θεραπεία του άλλου, όσο και αν πείθουμε με λόγια;

Ο Σταυρός της Ορθοδοξίας δεν διακόπτει την συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο, δεν μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς του περιορισμένου χριστιανού στα όρια της Μεγάλης Εβδομάδος.

Η εποχή μας όμως έχει και ένα καλό που συνταιριάζει με την Ορθόδοξη πνευματικότητα, ξεντύνει από της εξάρσεις και τα ηρωικά ακροβατήματα, όλους εκείνους που πιστεύουν στην επιτήδευση της σιωπής.

Η αγιότητα προϋποθέτει απέραντη ειλικρίνεια και μεγάλη θυσία, αυτά που τροφοδοτούν το πνεύμα, αυτά που ζήτησαν με την δική τους ηχηρή σιωπή, οι νέοι της Πατρίδος μας, σε μια πορεία αναζήτησης θα λέγαμε, προ ημερών, μπρος στη σωρό του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ.

Ο θεσμός είναι χάρισμα για την Ορθόδοξη Θεολογία, είναι Σταυρός, είναι πόνος, είναι Μεγάλη Παρασκευή, για να μη νεκρωθεί από το πνεύμα.

Ο λόγος ως φθορά, είναι ρητορισμός θριαμβολογίας και αυτοδικαίωσης που υπερτονίζει την πειθαρχία, τονίζει το καθήκον και μέμφεται τον αυθορμητισμό, την αλήθεια, την ειλικρινή ομολογία, τροφοδοτώντας μόνο τα παιδιά του, δηλαδή την ιδεοκρατία, ή τα καταφύγια των ιδεών.

Μέσα στη μέθη του πολιτισμού μας, ο θόρυβος ακόμα και των πνευματικών λόγων, συνήθως δεν πείθει τους νεότερους των ανθρώπων.

Μας ζητούν το Σταυρό του Χριστού, αυτή την πολύφθογγη σιωπή της Ρωμιοσύνης.

Είναι πολύ ουσιαστικό να καταλάβουμε και να συνειδητοποιήσουμε την αμαρτία μας, από την διάθεση της επιβολής μιας καθηκοντολογίας που έθρεψε τον αλαζόνα άνθρωπο της εποχής. Είναι πολύ χρήσιμο να ακούσομε το αίτημα που κατατίθεται κάθε μέρα στα σκαλιά της Εκκλησίας, από τους ανθρώπους της αγωνίας, την επιστροφή στο χάρισμα, στον άνθρωπο, βασιλέα-ιερέα-προφήτη, τα τρία χαρίσματα που λάβαμε με το βάπτισμα στη κολυμβήθρα της θυσίας της Εκκλησίας.

Δύσκολο το πέρασμα από την καλομάθεια της συνήθειας. Βαρύ το φορτίο των Ορθοδόξων που η ευθύνη, μας καλεί εις οικοδομήν πολυφθόγγου Σταυρού.

Δεν αρκεί μόνο η ανάμνηση του παρελθόντος, αλλά με την δύναμη αυτού να διδάξουμε τον λόγο του Σταυρού και να εμπνεύσομε αγάπη προς την Σταυρωμένη Εκκλησία του Χριστού μοναδική πηγή της Θεολογίας.

( Από την Εφημερίδα ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ Ηρακλείου 17/4/1998)