“Ο Σταυρός ως τύπος και ουσία στην πίστη μας”. Ομιλία της κ. Αμαλίας Γεναράκη, ειδικής επιστήμονος του Παν/μίου Κρήτης και διδάσκουσας της Αν. Εκκλ. Ακαδημίας Ηρακλείου, η οποία έγινε στον Ι. Μ. Ν. Αγ. Γεωργίου Μοιρών, το εσπέρας της Γ΄ Κυριακής των Νηστειών. (2011)

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΩΣ ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ

Θα ήθελα καταρχήν να ευχαριστήσω τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας, κ. κ. Μακάριο, ο οποίος μου έκανε την τιμή να μου προτείνει τη σημερινή ομιλία. Η αλήθεια  είναι ότι στην αρχή δίστασα να αποδεχθώ αυτή την πρόταση κυρίως γιατί δεν είμαι θεολόγος και ως εκ τούτου δεν ήξερα κατά πόσο θα μπορούσα να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις ενός τόσο σημαντικού θέματος, όπως είναι ο Σταυρός για τη ζωή μας. Ταυτόχρονα όμως, η πρόταση αυτή αποτέλεσε και μία πρόκληση στην ιδιότητά μου ως απλού μέλους της Εκκλησίας,  που δεν είναι καθόλου σίγουρο αν και κατά πόσο έχει πλήρη επίγνωση του τι σημαίνει αυτός ο σταυρός, τι είναι στην πραγματικότητα αυτό το σύμβολο για την πίστη μας.

Έτσι, αγαπητοί μου αδελφοί, η πρόταση του Σεβασμιωτάτου Επισκόπου σας με έκανε να έλθω εδώ και να μοιραστώ μαζί σας αυτούς τους προβληματισμούς μου. Το θέμα είναι ευρύ και μέσα στον περιορισμένο χρόνο μιας ομιλίας δεν μπορούμε να έχομε μια πλήρη ανάπτυξή του. Θα προσπαθήσομε απλώς να θίξομε κάποια σημεία που θεωρούμε σημαντικά. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν ο σταυρός αποτελεί σήμερα για μας, που θέλομε να χαρακτηριζόμαστε ως πιστοί, ένα τύπο-σύμβολο που χαρακτηρίζεται ως το «ένσημον» της χριστιανικής ζωής, ως το «σιγνόχριστον», τη σημαία, δηλαδή, του χριστιανού ή μένει ένας τύπος-σημείο, μια παράσταση εξωτερική, η οποία έχει παγιωθεί από συνήθεια, στην προκειμένη περίπτωση από εφαρμογή των κανόνων της λατρείας; Και βέβαια, τελικά πού βρίσκεται η ουσία.

Όπως είναι γνωστό, την Γ΄ Κυριακή των Νηστειών, η Eκκλησία μας αφιέρωσε στον Τίμιο Σταυρό, το σημείο όπου ο Χριστός άφησε την τελευταία του πνοή, και πέρασε από το θάνατο για να τον νικήσει. Η Εκκλησία τοποθετεί το Σταυρό ακριβώς στη μέση της Σαρακοστής για να τον βλέπει ο χριστιανός στη μέση  του αγώνα του, να παίρνει δύναμη και κουράγιο για να συνεχίσει. Ο Σταυρός συνδέεται με τις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής του Χριστού. Κάθε φάση της ανθρώπινης ζωής από την οποία περνάει ο Χριστός κατά την επίγεια παρουσία του, τη θεραπεύει και την αγιάζει. Έτσι περνάει τώρα και από το θάνατο, το τελικό στάδιο της ανθρώπινης ζωής, για να το θεραπεύσει με την πλήρη θεραπεία που είναι η ανάσταση.

Ο Σταυρός μαζί με την Παναγία είναι από τα πιο προσφιλή και ιερά  θέματα για τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, την υμνολογία της Ορθόδοξης λατρείας, τη λαϊκή ευσέβεια και την Ορθόδοξη πνευματικότητα.  Έχουν γραφτεί τόσο πολλά γι αυτό το σύμβολο της λατρείας μας, που ο αναγνώστης τα χάνει και μένει εκστατικός από τα λόγια τα ιερά, τα λόγια τα πολύτιμα, τα θεόπνευστα! Τι να σας πρωτομεταφέρω! Επιλέγω μόνο τα λόγια του Ανδρέα Κρήτης, του συνθέτη του Μεγάλου Κανόνα. «Σταυρός χριστιανών ελπίς, απεγνωσμένων σωτήρ, υγείας δοτήρ, νενεκρωμένων ζωή, ευσεβείας πρόγραμμα…Σταυρός, όπλον κατ’εχθρών, βακτηρία γήρους, οδηγός τυφλών…Σταυρός κλίμαξ εις ουρανόν άγουσα, οδός προς αρετήν οδηγούσα, ζωής πρόξενος, θανάτου λύσις…προς Θεόν παρρησία, κλεις ουρανών βασιλείας. Φύλαξ εν νυκτί, εν ημέρα πύργος, εν σκότει χειραγωγός, εν ευθυμία χαλινός, εν αθυμία ψυχαγωγός, διαλλακτήριος, ικέσιος, φίλιος, συνήγορος, προασπιστής, επίκουρος»[1].

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

Ο σταυρός είναι από τα σύμβολα τα πιο αρχαία και παγκόσμια. Ήταν γνωστός  στους περισσότερους αρχαίους ιστορικούς λαούς. Το σχήμα του σταυρού, λόγω της απλότητάς του, χρησιμοποιούνταν με διάφορες παραλλαγές ως διακοσμητικό στοιχείο στη ζωγραφική και τη γλυπτική. Η λέξη σταυρός απαντά στον Όμηρο (Ιλ. Ω,453, Οδ. ξ, 11) και σε διάφορους μεταομηρικούς συγγραφείς, τον Θουκυδίδη (ΙV 90.VII 25), τον Ηρόδοτο (V,16) κ.ά. Ο Διόδωρος αναφέρεται στη χρήση του σταυρού από τους Ασσύριους και  τους Ινδούς και ο Ηρόδοτος από τους Μήδους και τους Πέρσες. Για τους Αιγύπτιους συμβόλιζε τη μέλλουσα ζωή, για τους Φοίνικες και Ασσύριους τη δύναμη του ήλιου «την τα πάντα ζωογονούσαν».

Στην Π. Διαθήκη, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της συμβολικής των πρώτων χριστιανών Πατέρων, όλα όσα απεκάλυψε ο Θεός δεν ήταν παρά παραβολές προαγγέλουσες το «μυστήριο του Σταυρού».  «Ο του Χριστού Σταυρός προεκηρύττετο και προετυπούτο εκ γενεών αρχαίων»,[2] λέγει ο Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς. Κάποιες πιο χαρακτηριστικές προτυπώσεις: το «ξύλον το εν τω παραδείσω», «το ξύλον του παραδείσου αιχμάλωτον και γυμνόν εποίησεν τον Αδάμ και κρυβήναι αυτόν παρεσκεύασε: το ξύλον του σταυρού τον νικητήν Χριστόν εφ’υψηλού πάσιν εδείκνυεν»[3], περιγράφει ο Φιλόθεος Κων/πόλεως. Ο Αδάμ για τον οποίο ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει: «Ο Αδάμ δια του ξύλου της βρώσεως κατεκρίθη και ο νέος Αδάμ δια του ξύλου του Σταυρού ημάς ενίσχυσεν» [4]. Η θυσία του Αβραάμ, «εν…τω Αβραάμ το μυστήριον  ενήργει του σταυρού, ο δε αυτού υιός ην τύπος του σταυρωθέντος ύστερον χριστού»[5] (Γρ. Παλαμάς), ο Πάγκαλος Ιωσήφ, «ο υιός του Ιακώβ, αυτός ην τύπος κ μυστήριον του σταυρωθησομένου μετά ταύτα Θεανθρώπου Λόγου»[6] (Γρ. Παλαμάς), τα τεταμένα χέρια του Μωυσή στον αγώνα κατά των Αμαληκιτών, «αναζωγράφησαν παρ’εαυτώ χείρας ηπλωμένας, ίνα ίδης του προσκυνητού σταυρού λάμπουσαν την εικόνα»[7] (Γρ. Παλαμάς).

Όμως, γενικά, κατά τους προχριστιανικούς χρόνους, ο σταυρός ήταν σύμβολο «κακοπαθείας».Ήταν όργανο θανατικής εκτέλεσης, όργανο φρίκης και θανάτου. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος». Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε  πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως.«Πρότερον γαρ ο σταυρός όνομα καταδίκης ην, νυνί  δε πράγμα τιμής γέγονε »[8] , γράφει ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδινών κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς, πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως.

Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Στην Εκκλησία μας, στην οποία όλα είναι δοκιμασμένα, περασμένα από κρίση μεγάλη, οι θείες αλήθειες εκφράζονται  με εικόνες και τύπους και σύμβολα. «Δια συμβόλων ιερών διδάσκει τα υπέρ έννοιαν η Εκκλησία», διακηρύττει ο Άγ. Συμεών Θεσ/νίκης. Εμείς οι άνθρωποι επειδή είμαστε αισθητά όντα,  δεν μπορούμε να ανυψωθούμε στα νοητά παρά μόνο μέσα από τα αισθητά σύμβολα. Τα σύμβολα τα «αισθητά» αγιάζουν τις αισθήσεις και τα «νοητά» τα οποία εγκρύπτονται σ’ αυτά, αγιάζουν το πνεύμα. «Ο τύπος και το σύμβολο», λέγει ο Άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, «χρησιμεύουν να μας αποκαλύπτουν τη θεία και ουράνιο δόξα»[9].

Επομένως, η Εκκλησία, όπως περιγράψαμε και στην αρχή, δεν ήταν δυνατόν να μην πάρει το σημείο του σταυρού και να το χρησιμοποιήσει ως σύμβολο στη λατρεία και τη λειτουργική ζωή της και να τον κάνει το κατεξοχήν σύμβολό της. Έτσι ο σταυρός απέκτησε τη δική του εκκλησιαστική διάσταση και βοηθάει τον πιστό να έλθει σε συνάντηση προσωπική με τον Εσταυρωμένο Ιησού. Από την ώρα που ο Χριστός έχυσε το τίμιο αίμα Του στο σταυρό, και ο σταυρός εντάχτηκε μέσα στην Εκκλησία Του που είναι αγιασμένη, ο Σταυρός αγιάστηκε. Όταν τον προσκυνούμε αγιαζόμαστε και θεραπευόμαστε. Γι αυτό τον υψώνουμε στο κέντρο της Εκκλησίας στο μέσο της Μ. Τεσσαρακοστής, στην εορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και στα γεγονότα της Μ. Εβδομάδας προς αγιασμό των ψυχών και σωμάτων.

Το σημείο του σταυρού αποτελεί ένα από τα εξωτερικά στοιχεία κάθε ιερού μυστηρίου και κάθε λατρευτικής πράξης είτε αυτά τελούνται μέσα στο ναό είτε έξω απ’ αυτόν. Δεν νοείται αγιαστική τελετή χωρίς το σημείο του σταυρού. Ταυτόχρονα γίνεται όργανο αγιασμού και ευλογίας των εκδηλώσεων της καθημερινής μας ζωής, από την ώρα που θα σηκωθούμε το πρωί μέχρι να κατακληθούμε το βράδυ. Παλαιότερα μάλιστα οι άνθρωποι είχαν την ευλογημένη συνήθεια να σταυρώνουν κάθε εργασία τους, οι νοικοκυρές την προετοιμασία του φαγητού, οι γεωργοί το χωράφι, οι εργάτες τη λάσπη, σήμερα εμείς το παραμελούμε.

Στηριζόμενη η εκκλησία του πρώτου αιώνα στο ομώνυμο βιβλίο του προφήτη  Ιεζεκιήλ στην Παλαιά Διαθήκη, όπου ο Θεός απευθυνόμενος στον Χριστό, (στχ.2-3) του λέει να σφραγίσει με το “σημείο” τα μέτωπα όσων παρέμειναν πιστοί στον Θεό, καθιέρωσε να κάνομε το σχήμα του σταυρού. Με τη λέξη «σημείο» η Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται σ’ ένα ιδιαίτερο σημάδι σφραγίσεως, διακριτικό αυτών που ανήκουν στο Θεό. Στην προφητεία αυτή του Ιεζεκιήλ, αντί της λέξεως «σημείο», στο εβραϊκό κείμενο υπάρχει το σχήμα Τ, υπάρχει η λέξη Ταβ, δηλ. λέει ο Θεός στο Χριστό, να σφραγίσει τους δικούς Του με το σημάδι Τ, που είναι ο Σταυρός [10]. Κάνομε το σημείο του σταυρού με το δεξί μας χέρι, γιατί όπως παρατηρεί ο Άγ.Εφραίμ ο Σύρος, «η δεξιά είναι η σφραγίζουσα πάντα τα μέλη ημών».

Ο πρωταρχικός τύπος του σημείου του σταυρού εμφανίζεται κατά τους αποστολικούς χρόνους, και γίνεται με τον αντίχειρα στο μέτωπο συμβολίζοντας τον ένα Θεό. Από τον 6ο αιώνα, οι πιστοί σφραγίζονται στο μέτωπο, στόμα και στήθος και ο τύπος του σταυρού γίνεται με τον αντίχειρα και το δείκτη συμβολίζοντας τις δύο φύσεις του Κυρίου. Στη συνέχεια γίνεται με τα τρία δάκτυλα, δηλ., τον αντίχειρα, τον δείκτη και τον μέσο και ο τύπος αυτός συμβολίζει την Αγ.Τριάδα. Με το σημείο του σταυρού εξαγιάζομε ολόκληρο τον εαυτό μας, προσφέροντας όλη μας την ύπαρξη στην Αγ. Τριάδα. Αγγίζοντας το μέτωπο αφιερώνομε στο Θεό τις σκέψεις μας, αγγίζοντας στο στήθος του αφιερώνομε την καρδιά, την αγάπη και τα αισθήματά μας, αγγίζοντας το δεξιό ώμο του αφιερώνομε όλες τις καλές πράξεις, αγγίζοντας τον αριστερό ώμο του προσφέρομε όλες τις στενοχώριες και τις θλίψεις μας. Με το σημείο του σταυρού που κάνομε φαίνεται η ταυτότητά μας ως χριστιανών. «Δι’ αυτού γαρ οι πιστοί των απίστων γνωριζόμεθα» [11], γράφει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Συνηθίζομε να φέρομε επίσης το σταυρό στο λαιμό μας, για να θυμόμαστε το Βάπτισμά μας και το λόγο του Κυρίου μας «ει τις θέλει

οπίσω μου ελθείν,…και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. 16, 24). Το σταυρό δεν τον φοράμε για διακοσμητικό ή για «γούρι» μαζί με άλλα ειδωλολατρικά αντικείμενα. Τον φέρομε με καμάρι ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά του κακού, αλλά και, ως ομολογία της πίστεώς μας στη μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού. Λέγεται μάλιστα ότι σωστό είναι να φοράμε το σταυρό με το σώμα του Χριστού επάνω.

Για τη δύναμη που έχει ο σταυρός που φοράμε, ο Γέροντας Παϊσιος λέγει: « Όταν ο χριστιανός βαπτίζεται, τον σφραγίζει ο ιερεύς σταυρωτά στο μέτωπο με το άγιο μύρο λέγοντας: ‘Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου’. Ύστερα κάθε φορά που κάνει το σταυρό του ο χριστιανός, προσκυνάει το σωτήριο Πάθος του Κυρίου και επικαλείται τη δύναμη του Σταυρού, που είναι η δύναμη του σταυρικού θανάτου του Χριστού μας. Όταν λέμε ‘Σταυρέ του Χριστού, σώσον ημάς τη δυνάμει Σου’, επικαλούμαστε τη δύναμη της σταυρικής θυσίας του Κυρίου. Γι αυτό έχει μεγάλη δύναμη ο Σταυρός. Αν λ.χ. βρέχει και πέφτουν κεραυνοί, μπορεί έναν μεγάλο σιδερένιο σταυρό σε ένα καμπαναριό να τον χτυπήσει ο κεραυνός. Αν όμως εκεί κάτω ένας χριστιανός που έχει ένα τόσο μικρό σταυρουδάκι και πει ‘Σταυρέ του Χριστού, σώσον με τη δυνάμει Σου’ δεν τον χτυπάει ο κεραυνός. Στο καμπαναριό λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι και πέφτει ο κεραυνός πάνω στο σταυρό και τον ρίχνει κάτω. Εδώ φυλάει τον πιστό ένα τόσο σταυρουδάκι γιατί επικαλέσθηκε τη δύναμη του Σταυρού»[12].

Περιγράφει, επίσης ο Γέροντας και μια άλλη ιστορία: «Ένας άνδρας είχε μπλέξει με μάγους και δεν ήθελε ούτε σταυρό να φορέσει. Η γυναίκα του που ήταν πιστή, για να τον βοηθήσει, έρραψε κρυφά στο γιακά του σακακιού του ένα σταυρουδάκι. Μια φορά που χρειάστηκε να περάσει από ένα γεφύρι στην άλλη όχθη ενός ποταμού, μόλις πάτησε στο γεφύρι, άκουσε μια φωνή να του λέει ‘Τάσο, βγάλε το σακάκι σου να περάσομε μαζί το γεφύρι’. Ευτυχώς έκανε κρύο και είπε ‘Πώς να το βγάλω; Κρυώνω!’ ‘Βγάλ’ το, βγάλ’ το να περάσομε’, άκουσε την ίδια φωνή να του λέει. Βρε τον διάβολο. Ήθελε να τον ρίξει κάτω στο ποτάμι αλλά δεν μπορούσε, γιατί είχε επάνω του το σταυρουδάκι. Τελικά τον έρριξε εκεί σε μια άκρη. Εν τω μεταξύ τον έψαχναν οι δικοί του όλη τη νύχτα και τον βρήκαν τον καημένο πεσμένο πάνω στο γεφύρι. Αν δεν έκανε κρύο, θα έβγαζε το σακάκι και θα τον πετούσε ο διάβολος στο ποτάμι. Τον φύλαξε ο σταυρός που είχε στο πέτο του»[13].

Και βέβαια, γράφει  ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «προσκυνούμε και τον τύπο του τιμίου και ζωοποιού σταυρού όχι τιμώντας την ύλη (μη γένοιτο), αλλά τον τύπο, ως Χριστού σύμβολο» [14].Ο τύπος, δηλαδή, του σταυρού συμβολίζει και μας ανάγει στην πραγματικότητα του σταυρού, στην οποία εκφράζεται το «φοβερόν και παράδοξον μυστήριον» κατά το οποίο «ξύλω κατακρίνεται ο κρίνων ζώντας και νεκρούς». Προσκυνώ το Σταυρό σημαίνει ότι μετέχω στο μυστήριο του  πόνου του Σταυρωμένου Θεού αλλά και του πόνου του δικού μου σταυρού. Μέσω του τύπου του σταυρού ως συμβόλου αποκαλύπτεται το πνεύμα και το βαθύτερο νόημα της θεολογίας της θείας Σταυρώσεως, που είναι το αποκορύφωμα του μανικού έρωτα του Θεού στον άνθρωπο, η υπέρβαση της άρνησης και του μίσους, η μαρτυρία της άκρας ταπείνωσης και η ελπίδα στην απόγνωση.

Υπάρχει όμως και ο τύπος του σταυρού ως συμπεριφορά, ως μια συμβατική, δηλαδή, καθιερωμένη εξωτερική παράσταση, που γίνεται μηχανικά, από συνήθεια, χωρίς καμία συνείδηση, κανένα περιεχόμενο και πολύ περισσότερο, χωρίς καμία αναφορά και σχέση με το γεγονός αυτό καθαυτό, στην προκειμένη περίπτωση με το γεγονός της Σταυρώσεως. Εδώ τώρα θα χρειαστεί να σκεφτούμε μήπως κ εμείς περιοριζόμαστε στους τύπους, στις εξωτερικές εκδηλώσεις, διατηρώντας τα εξωτερικά σημεία της ευσέβειας και μόνο χωρίς να μετέχομε στη «μωρία» και το «σκάνδαλο», στο μέγα παράδοξο και το μεγάλο πειρασμό για την ανθρώπινη ευσέβεια και τον ανθρώπινο λόγο.

Ως γνήσια παιδιά της εποχής μας τα θέλομε όλα. Θέλομε να είμαστε καλοί χριστιανοί και μαζί πλούσιοι, να έχομε όλες τις ανέσεις και να μένομε αδιάφοροι στη δυστυχία των άλλων. Θέλομε να είμαστε του Χριστού που είπε «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» (Ιωάν. 15,20) και με το στόμα του Παύλου «πάντες οι θέλοντες ζην ευσεβώς εν Χριστώ διωχθήσονται» (Β΄ Τιτ. 3,12) και ταυτόχρονα να είμαστε τέλεια βολεμένοι στον κόσμο. Κάνομε το σταυρό μας αλλά αρνούμαστε να σηκώσομε το σταυρό μας διότι δεν μπορούμε να αρνηθούμε τον εαυτό μας, τον εγωισμό μας. Πηγαίνομε στο ναό, τις περισσότερες φορές τυπικά, σαν εθιμική υποχρέωση και όχι για να ευλογηθούμε και να αγιαστούμε. Προσευχόμαστε απαιτώντας και σχεδόν ποτέ δοξολογώντας, ούτε έστω ικετεύοντας. Και όταν δεν γίνεται το θέλημά μας  αισθανόμαστε προδομένοι από το Θεό, ένα Θεό δικής μας εμπνεύσεως. Και το χειρότερο: Επειδή κάνομε όλα αυτά, έχομε την πεποίθηση ότι είμαστε κοντά στον Θεό, πιστεύομε ότι βρισκόμαστε ήδη στη βασιλεία του Θεού γιατί είμαστε βέβαιοι ότι τη δικαιούμαστε. Με αυτή την αυτοδικαίωση κλείνομε τα μάτια της ψυχής μας και δεν βλέπομε ότι μοιάζομε με τους προφάσει μακρά προσευχόμενους Γραμματείς και Φαρισαίους, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι ο Χριστός βλέπει κοντά στον Θεό τους τελώνες και τις πόρνες οι οποίοι δεν αισθάνονται άξιοι να σηκώσουν το βλέμμα και να δουν το Χριστό, που ξέρουν ότι είναι μακριά από το Θεό, ξέρουν ότι βρίσκονται στην εξορία και μπορούν να αισθανθούν την ανάγκη να επιστρέψουν. Εμείς δεν αισθανόμαστε αυτή την ανάγκη. Εμμένομε στον πειρασμό της σιγουριάς μας που καταβροχθίζει την ελευθερία μας, για να παραφράσομε τον Ντοστογιέφσκυ[15]. Η ύπαρξη και ο κόσμος μας, η ζωή και η σωτηρία μας δεν νοηματίζονται από την ελεύθερη αγάπη, που χωρίς το σταυρό παραμένει άσαρκη, ουτοπική, ανίκανη να συντρίψει τη θύρα κάθε κολάσεως.

Ιδού πως ο τύπος του Σταυρού παραμένει τύπος. Ένα σημείο χωρίς περιεχόμενο, χωρίς ουσία.«Για πολλούς», λέγει ο Γέροντας Πορφύριος, «η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μια αγωνία κι ένα άγχος. Γι’ αυτό πολλούς απ’ τους «θρήσκους» τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται. Και πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το βάθος της θρησκείας και δεν την ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστεια και μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερή, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο των πράξεών του, γίνεται άβουλος κι ανίσχυρος, έχει αγωνία κι άγχος και φέρεται υπό κακού πνεύματος (δηλ. δαιμονικής ενέργειας). Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι όλη αυτή η ταπείνωση είναι μια σατανική ενέργεια. Ορισμένοι τέτοιοι άνθρωποι ζούνε τη θρησκεία σαν ένα είδος κολάσεως. Μέσα στην εκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε, «είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι», και μόλις βγούνε έξω, αρχίζουν να βλαστημάνε τα θεία, όταν κάποιος λίγο τους ενοχλήσει. Φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει στο μέσον δαιμόνιο. Κανείς να μη σάς βλέπει, κανείς να μην καταλαβαίνει τις κινήσεις της λατρείας σας προς το θείον. Πολλές φορές ούτε ο κόπος, ούτε οι μετάνοιες, ούτε οι σταυροί προσελκύουν τη χάρη. Υπάρχουν μυστικά. Ό,τι γίνεται, να γίνεται από αγάπη. Το ουσιαστικότερο είναι να φύγεις απ’ τον τύπο και να πηγαίνεις στην ουσία»[16].

 

Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Η ουσία του Σταυρού είναι το «δι ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν». Η ουσία του σταυρού είναι η μάχη που δόθηκε στο κέντρο του κόσμου, στην καρδιά της ιστορίας γι αυτόν ακριβώς το σκοπό. «Εσταυρώθης δι εμέ, ίνα εμοί πηγάσεις την άφεσιν: εκεντήθης την πλευράν, ίνα κρουνούς ζωής αναβλύσης μοι…», ψάλλομε τη Μ. Παρασκευή.

Σ’ αυτό το σημείο θα σας παρακαλέσω να σιωπήσομε για λίγο. Να αφήσομε όλες τις μέριμνες  και το καθημερινό τρέξιμο και να καθήσομε σε μια γωνιά. Να τρέξομε τώρα όχι με το κορμί μας αλλά με την ψυχή μας. Να μπούμε στη διαδικασία μιας γόνιμης απραξίας. «Μεγίστη πράξις εστίν απραξία», λέγει ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος. Να ησυχάσομε για να μιλήσομε. Στον Θεό. Να ηρεμήσομε για να ακούσομε. Τον Θεό. Να σταματήσομε για λίγο, όπως ο Κύριος που καθηλώθηκε κι έμεινε ακίνητος, μετέωρος πάνω στο Σταυρό.  Ελάτε να δούμε μαζί τον Εσταυρωμένο Κύριό μας, να τον ψηλαφίσομε με άλλες αισθήσεις, αυτές της καρδιάς. Να ατενίσομε τον Τίμιο Σταυρό. Να καταλάβομε το πάθος, Του, να εμβαθύνομε σ’ αυτό. Μια φορά ένας γέροντας στο Άγ. Όρος είπε στα πνευματικά του παιδιά «εγώ θα καθήσω απόψε να προσευχηθώ στο Σταυρό». Την άλλη μέρα, όταν μπήκαν τα πνευματικοπαίδια του στο κελί του γέροντα, τον βρήκαν να κάθεται εκεί στην ίδια στάση που τον είχαν αφήσει και να κοιτάζει το σταυρό λουσμένος στα δάκρυα. Τι έβλεπε ο Γέροντας όλο το βράδυ; Έβλεπε τον Ήλιο στη Δύση Του. Ένα ηλιοβασίλεμα έβλεπε ο γέροντας. Ένα ηλιοβασίλεμα όμως που δεν προσφέρεται για ρεμβασμό αλλά για συγκλονισμό, για μετάνοια, για δάκρυα. Προσφέρεται για έρωτα ανυπόφορο και αγάπη μοναδική και καρδιακή συστολή και δέος.

Ατενίζοντας τον Εσταυρωμένο έχομε μπροστά μας ολόκληρο το Ευαγγέλιο στενογραφημένο σε δύο μόνο τεμνόμενες γραμμές. Την κάθετη, την κατερχόμενη, δηλ., αγάπη του Θεού προς τον αμαρτωλό άνθρωπο αλλά και την ανερχόμενη αγάπη των πιστών ανθρώπων προς τον Θεό Πατέρα και την οριζόντια, την επεκτεινόμενη προς όλους τους ανθρώπους και όλα τα έθνη θεία αγάπη Του αλλά και πάλι την ενοποιό αγάπη όλων των ανθρώπων προς τον Δημιουργό τους. Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

Ας σιωπήσομε λοιπόν να ακούσομε τι έχει να μας πει ο Ιησούς από το Σταυρό πάνω, τι μας χαρίζει μέσα από το μεγάλο Του πόνο. Γιατί ένα πράγμα πρέπει να μας γίνει ξεκάθαρο: Πάνω στο Σταυρό ο Χριστός πονούσε πραγματικά  με την ανθρώπινη φύση Του που ήταν η ίδια με τη δική μας. Η θεϊκή Του φύση παραχώρησε να προσλάβει τον ανθρώπινο πόνο και το θάνατο για να λυτρώσει εμάς. Ο Χριστός αισθάνθηκε συσσωρευμένα πάνω Του την κακία, το φθόνο, την αχαριστία, την ειρωνεία, την κοροϊδία, τη μοναξιά, την πίκρα, την εγκατάλειψη. Ο Άγ. Νικόδημος λέγει ότι ο Κύριος ένιωσε όλο το φάσμα του ανθρώπινου πόνου, από το τρύπημα μιας βελόνας μέχρι το μεγαλύτερο πόνο, όλη αυτή την οδύνη, όλο το βάρος των αμαρτημάτων όλων των ανθρώπων, όχι μόνο των συγχρόνων Του, αλλά και των προγενέστερων, από τον Αδάμ και την Εύα, και των μεταγενέστερων, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Και το βάρος των δικών μας αμαρτιών και το δικό μας μίσος ένιωσε γιατί κι εμείς θα τον σταυρώναμε. Ο Χριστός δεν σταυρώθηκε φαινομενικά ή ψεύτικα, όπως τόνιζαν πολλοί αιρετικοί (π.χ. οι δοκήτες), αλλά πραγματικά υπέφερε και πέθανε με τη θέλησή Του για να συντελεστεί η θεραπεία του ανθρώπου και η νίκη του θανάτου. «Το εκούσιον πάθος».

Και ποιος είναι Αυτός που πάσχει; Το έχομε αντιληφθεί; «Κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας». Ο Μεγάλος Θεός! Ο Θεός  που δείχνει τη μεγάλη αγάπη Του, την αβυθομέτρητη, την απροσμέτρητη αγάπη Του στο δημιούργημά Του. «Συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε»[17]. «Λαός μου τι εποίησά σοι και τι μοι ανταπέδωκας; Αντί του μάνα χολήν, αντί του ύδατος όξος». Και πώς απαντάει; « Άφες αυτοίς…». Απαντάει με συγχωρητικότητα, με κατανόηση, με την ταπείνωση της θυσίας Του, με την τέλεια αγάπη Του, αυτή που δίνει στο πλάσμα Του την ελευθερία να Τον σταυρώσει. Ο Χριστός με το Σταυρό έρχεται να φανερώσει και να βεβαιώσει ότι η ανθρώπινη φύση γεννήθηκε μέσα στον πόθο της τριαδικής αγάπης και σώζεται μέσα στο πάθος της τριαδικής αγάπης.

Ό,τι έχει σχέση με το Σταυρό είναι «μωρία», είναι μια τρέλα. Αλλά αυτή η τρέλα έφερε την Ανάσταση, αυτή η τρέλα πάτησε το διάβολο, αυτή η τρέλα άλλαξε τον κόσμο κι αυτή η τρέλα χρειάζεται για να αλλάξει η ζωή μας. Μας αρκεί το αίμα του Κυρίου που θα μας χαρίσει την τρέλα της αγάπης, της μέθης, της συγχωρητικότητας. «Πολλώ ουν μάλλον δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής», [18] κατά τον Απόστολο Παύλο. Να σκεφτούμε ότι εμείς είμαστε ένοχοι, συνένοχοι. Και ο Κύριος μας δίνει τη δυνατότητα να συγχωρούμε τους άλλους, εμείς οι ένοχοι. Και όχι μόνο να συγχωρούμε αλλά και να συγχωρούμαστε. Με τον Τίμιο Σταυρό δόθηκε αυτή η χάρη της αφέσεως, «μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω».

Πάνω στο Σταυρό ο Κύριος, χωρίς να έχει κάνει τίποτα, αισθάνεται το βάρος της εγκατάλειψης του Θεού Πατέρα. «Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες»; Αυτή η στιγμή, όπως και η στιγμή της προσευχής στον κήπο της Γεθσημανή  «ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο», ίσως είναι από τις πιο ανθρώπινες στιγμές στη ζωή του Χριστού με τις οποίες εμείς οι άνθρωποι ταυτιζόμαστε μαζί Του περισσότερο. Η μοναξιά. Το παράπονο. Το «γιατί». Δικαιολογημένο κι αυτό. Ευλογημένο κι αυτό από τον ίδιο τον Κύριο. Ένα «γιατί» όμως που λέγεται σαν γλυκό παράπονο, σαν ικεσία και όχι με απαίτηση.

Έρχεται η ώρα που Εκείνος που δεν είχε «πού την κεφαλήν κλίναι» (Λουκ. 9, 58) «κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα» (Ιωάν. 19, 30). «Τετέλεσται». Όλα ολοκληρώθηκαν. Προφητείες, το θέλημα του Θεού, όλα τελείωσαν αλλά και τελειώθηκαν.  «Εγενήθη εν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις»[19], γράφει ο Απ. Παύλος.  Ο Θεός γεννήθηκε για να πεθάνει. Να ταυτιστεί με τη θλίψη μας, τον πόνο μας, το θάνατο. Όμως αυτόν το μεγαλύτερο εχθρό μας, το θάνατο, ο Κύριος τον αγκάλιασε. Πήγε και έδωσε φιλί στο θάνατο και μας λυτρώνει. Ο θάνατος νεκρώθηκε, εξαφανίστηκε. «Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, Άδη , το νίκος;», ρωτάει έκθαμβος ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο Χριστός με το πέρασμά Του από το θάνατο ανασταίνει τον άνθρωπο από τη φθαρτότητα, τη ματαιότητα, τη θνητότητα. Έτσι  ο Σταυρός λειτουργείται αδιαίρετα με την Ανάσταση μέσα στο μυστήριο της θείας Οικονομίας. «Και γαρ το Πάσχα ημών, υπέρ ημών ετύθη Χριστός» [20]. Η μεν χαρά της Αναστάσεως έρχεται δια του Σταυρού στον κόσμο και είναι χαρά γιατί νικήθηκε ο θάνατος και ο άρχοντάς του, η δε οδύνη του Σταυρού φωτίζεται δια της Αναστάσεως, για να μην είναι οδύνη φθοράς.

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ

Στη ζωή μας είμαστε όλοι σταυροφόροι. Για να συζήσομε με το Χριστό πρέπει να συμπορευτούμε με Αυτόν και να συσταυρωθούμε, μας προτρέπει η εκκλησία. «Δεύτε ουν και ημείς κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς: ίνα και συζήσωμεν αυτώ…» (στιχ. ιδιόμελο αίνων Μ.Δευτέρας). «Εισέλθετε δια της στενής πύλης», μας λέγει ο ίδιος ο Κύριος. Στην Α΄ Επιστολή του ο Απ. Πέτρος γράφει ότι ο Χριστός έπαθε για χάρη μας και έγινε «υπογραμμός», παράδειγμα τέλειο, για να Τον μιμηθούμε και να ακολουθήσομε τα ίχνη Του. «Χριστός έπαθεν υπέρ υμών, υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού»[21]. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη σηκώνει το δικό του σταυρό. Ακόμα κι αυτοί που εμείς ζηλεύομε ότι δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Απλώς δεν έχουν το δικό μας σταυρό, αφού εμείς θεωρούμε ότι ο δικός μας είναι ο μεγαλύτερος…

Μεγάλο το μυστήριο Του σταυρού στη ζωή μας. Πολλές φορές αναρωτιόμαστε: Πώς γίνεται και ζουν καλά οι πλούσιοι που τα έχουν όλα και οι φτωχοί υποφέρουν; Γιατί να πεθαίνει κάποιος νέος και άλλος να ζει μέχρι τα 100; Ο Άγ. Αντώνιος βασανιζόταν από τα ίδια ερωτήματα και το έκανε αίτημα προσευχής. Και ο Θεός του απάντησε: Αντώνιε, κοίτα τα δικά σου. Αυτά είναι τα μυστήρια τα δικά μου που δεν μπορούν να χωρέσουν μέσα στο δικό σου νου. Σε ξεπερνούν. Εσύ που έχεις μυαλό πεπερασμένο ζητάς να καταλάβεις τα ασύλληπτα. Το μόνο που πρέπει να καταλάβεις είναι ότι ο Θεός αγάπη εστί.

Ασφαλώς και αναρωτιόμαστε μα πώς γίνεται ο Θεός να είναι αγάπη κι όμως να είναι σκληρός μαζί μας; Πώς ταιριάζει να βάλεις μαζί αυτή τη μεγάλη αγάπη με τον πόνο; Την ευσπλαχνία με το μαρτύριο, την καλωσύνη με το αίμα, τη γαλήνη του Θεού με το σεισμό, την πλημμύρα, την αρρώστια, το θάνατο; Πώς συμβιβάζονται; Τι κάνει ο Θεός;

Εκείνη την ώρα είναι καλύτερο να σιωπούμε. Και να περιμένομε. Ίσως αργότερα, μπορεί και χρόνια μετά να δούμε την απάντηση. ‘Α, θυμάσαι εκείνο το φοβερό που μου συνέβη τότε, τελικά με ωφέλησε, με δυνάμωσε, καθάρισε την ψυχή μου. Φύγανε διάφορες προσκολλήσεις, αδυναμίες που είχα’.

Και πάλι θα σας μεταφέρω λόγια του Γέροντα Παϊσίου: «Τι νομίζετε; Έχομε μεγάλο σταυρό εμείς; Τέτοια σταυρουδάκια σαν αυτά που κρεμούμε στο λαιμό μας είναι ο σταυρός μας. Μόνον ο Σταυρός του Χριστού μας ήταν πολύ βαρύς, γιατί ο Χριστός από αγάπη προς εμάς τους ανθρώπους δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει για τον εαυτό Του τη θεϊκή Του δύναμη. Και σηκώνει το βάρος των σταυρών όλου του κόσμου και μας ελαφρώνει από τους πόνους των δοκιμασιών με τη θεία Του βοήθεια και με τη γλυκειά Του παρηγοριά.

Ο καλός Θεός οικονομάει για τον κάθε άνθρωπο ένα σταυρό ανάλογα με την αντοχή του, όχι για νa βασανιστεί, αλλά για να ανεβεί από το σταυρό στον Ουρανό-γιατί στην ουσία ο σταυρός είναι σκάλα προς τον Ουρανό. Αν καταλάβομε τι θησαυρό αποταμιεύομε από τον πόνο των δοκιμασιών, δεν θα γογγύζομε, αλλά θα δοξολογούμε το Θεό σηκώνοντας το σταυρουδάκι που μας χάρισε, οπότε και σε τούτη τη ζωή θα χαιρόμαστε και στην άλλη θα έχομε να λάβομε και σύνταξη και ‘εφάπαξ’…Και συνεχίζει: Είναι μακάριος αυτός που βασανίζεται εδώ, γιατί , όσο πιο πολύ παιδεύεται σ’αυτή τη ζωή, τόσο περισσότερο βοηθιέται για την άλλη, επειδή εξοφλά αμαρτίες. Οι σταυροί των δοκιμασιών είναι ανώτεροι από τα ‘τάλαντα’, από τα χαρίσματα που μας δίνει ο Θεός. Είναι μακάριος εκείνος που έχει όχι ένα σταυρό αλλά πέντε. Γι αυτό σε κάθε δοκιμασία να λέμε: ‘Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, γιατί αυτό χρειαζόταν για τη σωτηρία μου’»[22].  «Να ευχαριστείς τον Θεό για τον πειρασμό σου»,τονίζει και ο Γέροντας Πορφύριος. «Σου εμπιστεύτηκε ο Θεός ένα μικρό πειρασμό, μία μικρή δυσκολία, ένα προβληματάκι. Κι εσύ αντί να χαρείς γι’ αυτό που σου εμπιστεύτηκε, κάθεσαι και στενοχωριέσαι; Πές, Χριστέ μου, να είναι ευλογημένο! Αφού εσύ επέλεξες αυτό, ή η αδυναμία μου όρισε αυτό και εσύ το ανέχεσαι, να είναι ευλογημένο. Και ευχαριστώ, Θεέ μου. Ξεχνάμε να λέμε ευχαριστώ και στη θλίψη και στον πόνο». Ο ίδιος  ο Γέροντας επαναλάμβανε «Κάνε με ό,τι θέλει η αγάπη Σου, Χριστέ μου» [23].

Η αλήθεια είναι ότι χωρίς τις δοκιμασίες ο άνθρωπος  κινδυνεύει να ξεχασθεί μέσα σε μια ψευδαίσθηση ακεραιότητας κι αυτάρκειας που τον βυθίζει στον κόσμο μιας παραποιημένης ελευθερίας, η οποία τον εξαντλεί και τον καταδυναστεύει. Ο πόνος, ακόμα κι ο πόνος του θανάτου, μας κάνει να είμαστε πιο ανθρώπινοι, πιο καρδιακοί. Βγαίνει περισσότερη αγάπη από μέσα μας, γλυκαίνει η ψυχή μας, σφραγίζεται η ζωή μας. Η καρδιά απλώνεται με τη θεία χάρη, γίνεται ευρύχωρη. Και η γκρίνια μας μπορεί να μετατραπεί σε προσευχή. Σε προσευχή για εμάς, για τον κόσμο, για αυτούς τους άγνωστους που πονούν σαν κι εμάς, που πονούν πιο πολύ από εμάς.

Μπορεί να έχομε θλίψη στον κόσμο αλλά μέσα στην εκκλησία η δήλωση είναι ξεκάθαρη: «Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν., 16, 33). Μπορεί να διαπιστώνομε καθημερινά ότι η σχέση με το συνάνθρωπο είναι μια συνεχής σταύρωση, αλλά ως παιδιά της εκκλησίας θα πρέπει να θυμόμαστε τα δώρα του Σταυρού, που προσφέρουν το γνήσιο εκκλησιαστικό ήθος. Το ήθος του μοιράσματος και της αυτοπροσφοράς, της θυσιαστικής αυθυπέρβασης και αυτοπαράδοσης. Κι είναι αυτό το ήθος που θα μεταφέρουμε σε κάθε πτυχή της ζωής μας, σε μια λειτουργία –μετά-τη-λειτουργία, κάνοντας τα πάντα λειτουργήματα. Και θα τα κάνουμε όλα με τη δύναμη και την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που συγκροτεί τον όλο θεσμό της Εκκλησίας και την προσωπική ζωή του κάθε πιστού.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σήμερα που ζούμε σ’ έναν κόσμο με ιλιγγιώδεις ταχύτητες  μεταβαλλόμενο, στον κόσμο των μεγάλων μέσων και των συγκεχυμένων σκοπών, με τα συνεχώς διογκούμενα πανανθρώπινα προβλήματα, όπως τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό των χωρών, τις αυξανόμενες πλασματικές ανάγκες, τις θρησκευτικές εντάσεις, τις εθνοτικές συγκρούσεις, την τρομοκρατία, τα ναρκωτικά, την οικονομική κρίση ή κατάρρευση, τη λεηλασία του περιβάλλοντος, που ζούμε μέσα στις πλανητικές δονήσεις που επιφέρουν καθημερινά πλέον οι επιστημονικές και τεχνολογικές ανακαλύψεις με τα συνακόλουθα βιοηθικής φύσεως διλλήματα, μέσα σ’ αυτή την εποχή της παγκοσμιοποίησης και των μετανεωτερικών κοινωνιών ας είναι η δική μας παρουσία, το δικό μας πέρασμα σαν εκείνο του βασιλικού γύρω από το Σταυρό. Μυριστικό! Έτσι να είμαστε εμείς που θέλομε να λεγόμαστε χριστιανοί και μάλιστα Ορθόδοξοι. Πρόσωπα ιερά, ψαγμένα, βασανισμένα, πονεμένα αλλά και αναστημένα!

Πού ξέρομε! Μπορεί η δοκιμασία μας ως λαού να μην είναι τυχαία. Καιρός είναι να πάψομε να υποσιτιζόμαστε με πράγματα κακορίζικα, μικρά, μίζερα, άψυχα, ανούσια, ψεύτικα. Καιρός να ζωοποιηθούμε με τούτο το ξύλον το ζωηφόρον  της Εκκλησίας μας, που δίνει νόημα στο καθετί και ξεπερνά το θάνατο. Που φέρνει τον άνθρωπο στο υπέρ φύσιν και τον κάνει να αποκτά αυτός ο αδύνατος δύναμη ακαταγώνιστη. Να διορθώνει τα κακά, να αξιοποιεί τα καλά, να θεραπεύει τα ασθενή και ταυτόχρονα να γίνεται παρηγοριά για κάθε πλάσμα, για όλη τη δημιουργία που συνωδίνει και συστενάζει περιμένοντας κι αυτή την ελευθερία της από τα ελευθερωμένα τέκνα του Θεού.

Η ανάγκη είναι μεγάλη, μεγάλη και η ευθύνη μας. «Η οδός του Θεού είναι καθημερινός σταυρός»[24], λέγει ο Αγ. Ισαάκ ο Σύρος. Ο δρόμος προς το θείο είναι δρόμος ο οποίος κερδίζεται με τον αγώνα. Αλλ’ αυτό δεν λέγεται· εμπνέεται! Μακάρι λοιπόν να γίνομε όλοι εμείς ο τύπος και η ουσία της έμπνευσης για όλους εκείνους που μας ειρωνεύονται ώστε να συνειδητοποιήσουν ότι η ζωή του χριστιανού δεν είναι μια άλλη ζωή, αλλά η ίδια ζωή που γίνεται άλλη. Και τότε θα μπορούμε να λέμε κι εμείς, όπως ο Απ. Παύλος: «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»[25] . Μόνο καύχημά μου ο σταυρικός θάνατος του Κυρίου μου.

[1] P.G. 97, 1020-21.

[2] P.G. 151, 124.

[3] P.G.154, 726.

[4] Op.Omn. 8, 877.

[5] P.G. 151, 132-133.

[6] ό.π.

[7] Op.Omn. 6, 602.

[8] Op.Omn. 2, 476.

[9] Γρ.Παλαμά, Ομιλ. 42, PG 151, σ.536.

[10] Ιεζεκιήλ, θ΄, 4.

[11] P.G. 94, 1129.

[12] Γέροντος Παïσίου Αγιορείτου Λόγοι, Τόμ. Β΄, σ.268.

[13] Γέροντος Παïσίου Αγιορείτου Λόγοι, Τόμ. Γ΄, σ.188.

[14] P.G. 94, 1132.

[15] Φ. Ντοστογιέφσκυ, Αδελφοί Καραμάζωφ, (Ο θρύλος του Μ. Ιεροεξεταστή), σ.99 κ.ε.

[16] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος κ΄ Λόγοι, Χανιά 2003, σσ. 212-213.

[17] Ρωμ. 5, 8.

[18] ό.π., 8-10.

[19] Α΄ Κορ. 1, 30.

[20] Α΄ Κορ. 5, 7.

[21] Α΄ Πέτρ. 2, 21.

[22] Γέροντος Παïσίου Αγιορείτου Λόγοι, Τόμ. Δ΄, σσ.191-192.

[23] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος κ΄ Λόγοι, Χανιά 2003, σσ. 211 κ 467.

[24] Ισαάκ του Σύρου, Άπαντα τα Ευρεθέντα Ασκητικά, σ. 17.

[25] Γαλ. 6, 13.