Οι τρεις Ιεράρχες
Υπάρχουν μερικές χρονικές περίοδοι της Παγκόσμιας Ιστορίας που σημάδεψαν την ροή του χρόνου. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει ο 4ος π. Χ. αιώνας και ο 4ος μ. Χ. αιώνας. Ένας από τους πλέον σημαντικούς λόγους που τους έκαμαν να ξεχωριστούς είναι τα πρόσωπα όπου έζησαν και έδρασαν κατ΄ αυτές και τα οποία κατηύθυναν καταλυτικά με τη ζωή και το έργο τους την πορεία των ανθρωπίνων γεγονότων.
Ξεφυλλίζοντας τες δέλτους της Ιστορίας συναντούμε λοιπόν τον 4ο π. Χ. αιώνα ονομασθείς “χρυσούς αιών”, ως προπύργιο της Φιλοσοφίας και της Δημοκρατίας των αρχαίων Ελλήνων και τον 4ο “χρυσούν αιώνα” μ. Χ., τον χρυσό εκείνο αιώνα της Εκκλησίας των Αγίων Πατέρων, της Εκκλησίας με τις εξέχουσες Ιερές Μορφές των τριών Αγίων Ιεραρχών και διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του χρυσορρήμονος.
Αν δούμε τα χαρακτηριστικά και μόνον με τα οποία ονοματοδότησε και στόλισε η Ιστορία τους τρεις φωστήρες της Οικουμένης είναι αρκετό για να καταλάβουμε περί ποίων Ιερών Προσώπων ομιλούμε απόψε: Μέγας ο ένας, Θεολόγος ο άλλος και Χρυσορρήμων ο έτερος, ονομασίες σπανίως ευρισκόμενες στις σελίδες των βιβλίων της Ιστορίας.
Επάναγκες είναι ενταύθα να θέσουμε υπ΄ όψιν σας την εξής και σε πολλούς άγνωστη, πλην πολύ χρήσιμη, πληροφορία: Την προσωνυμία Θεολόγος η Εκκλησία και κατ΄ επέκταση η Ιστορία την απένειμε με ακραία φειδώ. Την έδωσε μόνο σε 5 προσωπικότητες μέχρι σήμερα στην ζωή της και ένας από αυτούς είναι ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο εις εκ των τριών Ιεραρχών.
Τούτο και μόνο ως παράδειγμα, εκ των προσωνυμιών των τριών Ιεραρχών, αρκεί για να φανερώσει από την μια, ότι ο σημειούμενος σαν θεολόγος δια της απονομής ενός πτυχίου είναι ο μετέχων μόνο στην ακαδημαϊκή διαδικασία, δηλαδή αυτός που τελείωσε Πανεπιστήμια και Σχολές έχοντας έτσι την δυνατότητα της συστηματικής αποτύπωσης και μεταφοράς των αληθειών της Πίστεως, σε πολλές δε περιπτώσεις με εξαίρετη μόρφωση, καλό και άξιο, μετέχων μάλιστα πολλάκις στην ηθικοπλαστική, όπως λέγεται, διαμόρφωση των ανθρώπων και από την άλλη, ότι ο σημειούμενος ως θεολόγος υπό της Εκκλησίας και της Ιστορίας της είναι ο δια βιωμάτων και ο δια εμπράκτων πνευματικών αγώνων αναζητητής της υπαρξιακής και όχι απλώς της ηθικής ένωσης με το Θεό.
Για την αγιοπατερική διδασκαλία και εν προκειμένω και για την διδασκαλία των τριών Ιεραρχών, το ζητούμενο είναι ο άνθρωπος και μάλιστα ο θεούμενος άνθρωπος δηλαδή ο κατά κυριολεξία θεολόγος και ο κατ΄ επέκταση αληθής διδάσκαλος.
Το κήρυγμα και κυρίως το παράδειγμα των τριών Αγίων Ιεραρχών μας αναβιβάζει στην ακρώρεια του Πνεύματος που έχει σχέση με την αποκάλυψη του Θεού. “Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί” ας δούμε τον Θεό όπως είναι, δηλαδή μέσα από μια υπαρξιακή βίωση και κατά χάρη θέα Αυτού. Για τούτο κατά την Ορθοδοξία και μη σας φανεί παράξενο, είναι παντελώς άγνωστο και απαράδεκτο να ομιλούμε για θρησκεία η οποία παραπέμπει σε μια περιπτωσιακή ηθική σχέση. Για την Ορθόδοξη Θεολογία των Αγίων Πατέρων υπάρχει η Αποκάλυψη του Θεού που δεν ανθρωπομορφοποιεί με εξωτερικούς συναισθηματισμούς ή με φιλοσοφικά κατηγορήματα την σχέση με τον Θεό.
Οι τρεις Ιεράρχες σπουδαγμένοι σε φιλοσοφικές και άλλες περιώνυμες Σχολές των Αθηνών και της Αντιόχειας έχοντας μελετήσει νομική, ρητορική και ιατρική και ενώ εγνώριζαν καλά την θύραθεν σοφία και τους βασικούς επιστημονικούς κλάδους και ενώ πήραν τα καλά και χρήσιμα από αυτές, δεν μπόρεσαν δια των ανωτέρω και μόνον να ξεδιψάσουν εδραία την εσωτερική τους αναζήτηση. Τα λένε όλα τούτα ανούσια και ρηχά. Έβλεπαν πιο μέσα, μέσα από το Ευαγγέλιο κάτι βαθύτερο και έτσι προχώρησαν πιο πέρα από ένα συμβατικό χριστιανικό καθωσπρεπισμό ή μια ιδεολογική αντιπαράθεσή τους με το είναι της φιλοσοφίας. Έζησαν την ουσία της εφαρμογής της έμπρακτης πατερικής άσκησης, με μύριους όσους πνευματικούς αγώνες, καθημερινής εσωτερικής αναζήτησης του Θεού.
Θα μπορούσαν να έχουν ένα θαυμάσιο κοσμικό παρών. Ο Γρηγόριος και ο Βασίλειος με την κλασική παιδεία της Αθήνας όπου σπούδασαν κοντά σε μεγάλους δασκάλους, θα ήταν δυνατόν να δημιουργήσουν δικές τους ανθρωποδόξαστες Σχολές. Θα μπορούσαν κάλλιστα να αξιοποιηθούν τοποθετούμενοι ή επικολλώμενοι πάνω στους ισχυρούς αναβατήρες των τότε μεγάλων περιφερειακών και μη κέντρων της Ανατολής, με τις υψηλές απαιτήσεις μόρφωσης και κατάρτισης.
Ο Ιωάννης είχε περάσει από τα θρανία του τμήματος του φιλοσόφου Λιβάνιου, στην Σχολή της Αντιόχειας, οι δε έτεροι δύο στις ανώτερες Σχολές της Καισάρειας, Αλεξάνδρειας και της τότε Αθήνας. Το μέλλον για τους απόφοιτους τόσων φημισμένων Σχολών και με τόσα φυσικά χαρίσματα διαγραφόταν λαμπρό. Εκείνοι όμως προτίμησαν την στενή οδό του κόσμου των ηγαπημένων και των πενήτων του Κυρίου.
Η φιλοσοφική περίσκεψη τους ταξίδευσε έως ενός σημείου προσέγγισης της αλήθειας. Αντί της νοησιαρχικής περίσκεψης, αντί του φιλοσοφικού υπερβατικού κόσμου του λόγου, της αρμονίας και της ποίησης, αναζήτησαν την μαθητεία, εγγραφέντες εκουσίως, στο σχολείο της απαράκλητης Ερήμου. Η άσκηση, η καρτερία, οι εναγώνιες ατέλειωτες προσευχές τους και οι αληθινές νηστείες τους, κοντά σε πεπειραμένους διδασκάλους της νηπτικής θεωρίας, αφαίρεσαν από τον εσωτερικό τους κόσμο κάθε ρεμβασμό κοσμικής επιθυμίας και κάθε μετεωρισμό κοσμικής αντίληψης.
Μάταια η σε ηλικία 20 ετών χήρα μητέρα του Χρυσοστόμου, η Ανθούσα, προσπάθησε να κρατήσει τον γιο της στο κόσμο των επιφανών και των φιλοσόφων. Αναχώρησε για τα απόμακρα ερημικά μοναστήρια της Ανατολής και επί περίπου έξι έτη κοντά σε μεγάλους θεόπτες Πατέρες άρχισε να ανεβαίνει πολύ γρήγορα ένα – ένα τα σκαλοπάτια της κλίμακας των εσωτερικών αρετών. Επέστρεψε από την έρημο με κλονισμένη σοβαρά την από μικράς ηλικίας εύθραυστη υγεία του και χειροτονήθηκε το 280 Διάκονος και μετά έξι έτη Πρεσβύτερος. Επί δέκα συνεχή έτη δίδασκε και φώτιζε στην Εκκλησία τις ψυχές των χριστιανών που συνωθούνταν για να ακούσουν τον Ιωάννη. Οι τότε μάλιστα θεολογικές έριδες της Ανατολής, το δεισιδαίμον περιβάλλον πολλών ψευδοδιδασκάλων, τόσων αιρετικών αποκλίσεων και οι κοινωνικές αναταραχές ήταν οι βασικές αιτίες της αναζήτησης από τον Αυτοκράτορα Αρκάδιο, ενός αξίου και υγιούς περί την πίστιν ανθρώπου για τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο της Κων/λεως και έτσι εγκαταλείπει την αγαπημένη του Αντιόχεια και χειροτονείται Επίσκοπος το 398.
Η Αρχιερατεία του υπήρξε ένας μεγάλος μαρτυρικός Γολγοθάς. Ήλεγξε στην Κωνσταντινούπολη αμείλικτα την υπερφίαλη εξουσία, έμεινε με τους πτωχούς και υπεραμύνθηκε για αυτούς, εμίσησε θανάσιμα την πάσης φύσεως υποκρισία, αναδείχθηκε ο Παγκόσμιος Μέγας Ιεροκήρυκας, αγαπήθηκε για την ευθύτητά του, έμεινε ασκητής. Απέκοψε κάθε ευλαβή ζηλωτισμό ως απιστία των πιστών και κάθε ανευλαβή εφησυχασμό δικαιωμάτων και όχι διακονίας που δεν είχαν την ορθή κατεύθυνση και αναφορά προς την Εκκλησία. Αντιμετώπισε και ρύθμισε πλήθος συσσωρευμένων εκκλησιαστικών και πνευματικών θεμάτων χωρίς να υπολογίσει παρά μόνο το συμφέρον των ψυχών του ποιμνίου του και την διατήρηση της υγιούς Πίστεως και της ενότητος της Εκκλησίας. Σώζονται περίπου 450 τρανές ομιλίες του, κείμενα αιωνίου πηγής εμπνεύσεως, ποιμαντικής διάκρισης, κοινωνικής ευαισθησίας και λεπτής εκπαιδευτικής διδαχής. Του ανταπέδωσαν την εξορία στην έρημο όπου απόκαμε οδεύοντας πεζός παρά τον Εύξεινο, στις 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα του Σταυρού, του έτους 407, σε ηλικία 60 ετών. Παρά τις πικρίες, τις δυσκολίες και τα όσα υπέστη θα μένει στην Ιστορία ως ο άνθρωπος που αναφώνησε το “Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν”.
Ο Βασίλειος, ομοίως θεωρών ότι είναι καλά εκείνα πού άκουσε παρά τους πόδας τόσων σοφών διδασκάλων, μη επαρκών όμως για μια οντολογική προσέγγιση και ανακάλυψη του Θεού πρόσωπο, μετά τις σπουδές του, αναχώρησε για τα φημισμένα Μοναστήρια της Συρίας, της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης. Γυρίζοντας απ΄ αυτή την ωφέλιμη ιεραποδημία κατά την οποία πήρε από Αγίους Ασκητές μοναχικούς κανόνες και εντολές ζωής, εντρυφώντας πάνω σ΄ αυτές, αφού μοίρασε όλη την πατρική κληρονομιά του, έφυγε από τον κόσμο μονάζοντας στον Πόντο, όπου ασκήτευαν ήδη σε άλλο μέρος η μητέρα του Εμμέλεια και η αδελφή του Μακρίνα. Σε ηλικία 34 ετών χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και σε ηλικία 40 ετών Επίσκοπος. Ο ασκητής Βασίλειος καταστάθηκε το ιδεώδες παράδειγμα Ιεράρχου, μοναδικής κοινωνικής και εκπαιδευτικής προσφοράς με την περιβόητη “Βασιλειάδα” και με την όλη δραστηριότητα αυτού και των συνεργατών του, σε όλες τις Ενορίες και τους οικισμούς της Επισκοπής του. Διασώθηκαν περίπου 50 μεγάλες γλαφυρές ομιλίες του οι οποίες αποτελούν διαχρονικό κανόνα πίστεως, ρυθμιστή των μοναχικών κανόνων δηλαδή για το πώς πρέπει να ζουν οι μοναχοί και ακτινογραφείο ελέγχου και διόρθωσης των παθών της ψυχής. Την Αρχιερατική του αξία και τα κατ΄ άνθρωπο τάλαντά του δεν τα χρησιμοποίησε ποτέ για να ζήσει ή να αποθηκεύσει πλούτο επί της γης. Δεν είχε κανένα εγκόσμιο στόχο γι΄ αυτό και στο τρομερό λιμό και την ξηρασία του έτους 368 ήταν ο μόνος που κατόρθωσε να ανοίξει τα σεντούκια των πλουσίων και εχόντων για να σιτιστούν οι πτωχοί και οι ενδεείς. Βαθύτατα και εν Κυρίω αναπαυμένος, εκοιμήθη το έτος 379 σε ηλικία 49 ετών.
Ο ανατόμος της μυστικής θεολογίας ο Γρηγόριος, ο ευαίσθητος ποιητής, ο χείμαρρος της εσωτερικής ζωής γεννήθηκε το 329. Ο πατέρας του Γρηγόριος ήταν Επίσκοπος Ναζιανζού και η μητέρα του Νόννα τον μεγάλωσε με χριστιανικές αρχές και βιώματα. Στην Αθήνα συνδέθηκε με τον Βασίλειο και μετά τις κοινές σπουδές τον ακολούθησε στην Έρημο του Πόντου όπου συνασκήτεψαν. Σε ηλικία 32 ετών χειροτονήθηκε από τον πατέρα του Πρεσβύτερος και σε ηλικία 51 ετών ανήλθε στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο της Βασιλεύουσας. Το 381 προήδρευσε της Βας εν Κων/λει Οικουμενικής Συνόδου. Στην Κων/λη αγωνίστηκε εναντίον της τρομερής αίρεσης του Αρειανισμού. Από την συντριβή της αίρεσης αυτής μέσω των θεολογικών του λόγων και πνευματικών αγώνων του, έλαβε την προσωνυμία θεολόγος. Οι περίπου 45 θεολογικοί λόγοι του είναι μνημεία δογματικής αληθείας και προπαρασκεύασαν την δόξα της Ορθοδοξίας. Ήλεγξε τα κακώς κείμενα της εξουσίας, τις ραδιουργίες των κληρικών και στάθηκε κοντά στους κλονισμένους από τις αιρέσεις προκειμένου να τους επαναφέρει στην αλήθεια και για τούτα όλα συκοφαντήθηκε δεινώς.
Ουδεμία άλλη ομιλία της εποχής του θα φθάσει ποτέ το ύψος της ομιλίας του, στη Μεγάλη Εκκλησία της Κων/λεως, κατά την ημέρα της παραιτήσεώς του. Γράφει Ιστορικός της εποχής εκείνης: “Ουδέποτε η του ρήτορος δεινότης απέβη λαμπροτέρα ουδέ εις τηλικούτο προήλθεν ύψος” Μέλημά του ήταν η διαφύλαξη της ειρήνης και της ενότητος της Εκκλησίας. “Θρόνου εξώσατε, πόλεως απελάσετε, μόνον την αλήθειαν και την ειρήνην αγαπήσατε.”
Αποσύρθηκε στην αγαπημένη του Αριανζό συγγράφοντας και αγωνιζόμενος πνευματικά και μετά από 8 έτη, το έτος δηλαδή 390 παρέδωσε την ψυχή του στον ηγαπημένο του Κύριο.
Οι τρεις Ιεράρχες είναι μεγέθη μεγάλου εκτοπίσματος. Είναι πολυεδρικοί αδάμαντες με ένα πλήθος αρετών και αγώνων. Η τιμή προς αυτούς δεν εξαντλείται σε μια απλή αναφορά προς αυτούς, όπως ετούτη και κατ΄ αυτή την ώρα. Ταπεινά νομίζω ότι αυτό που αξίζει να τονίσουμε σήμερα πρώτο και κύριο από τα τόσα και τόσα των τριών Ιεραρχών είναι ο προσωπικός τους πνευματικός αγώνας για τον δικό τους πρώτα εξαγιασμό. Χωρίς αυτό κάθε κληρικός ή δάσκαλος μπορεί να δείχνει προς την αρετή, αλλά να διαψεύδει με την δική του ζωή.
Πολλοί θαυμάζουν την ρητορεία τους, άλλοι την σοφία τους, άλλοι τα κείμενά τους κ.λ.π. πολύ καλά, αλλά οι πνευματικές τους εμπειρίες οι περασμένες μέσα από την περιπετειώδη διαδρομή τους στα εκκλησιαστικά και κοινωνικά πράγματα είναι ο καλλίτερος δάσκαλος για όποιον ενδιαφέρεται να είναι ο ίδιος χριστοτρεπής.
Εν συνεχεία πρέπει να πούμε ότι οι Πατέρες αυτοί ελάμβαναν υπ΄ όψιν τους τα δεδομένα της δικής των εποχής για να χαράξουν την γραμμή του αγώνα χωρίς να βλάπτουν τις αλήθειες της Εκκλησίας. Επειδή σήμερα η παρέλευση τόσων περιπετειών για το Γένος μας ανέκοψε την ακριβή συνέχεια της ασκητικής αγιοπατερικής Ορθοδόξου Παραδόσεως με την εισαχθείσα νεοκλασικίζουσα τάση αντιγραφής των εγχειριδίων περί θεολογίας και αγωγής από τον προτεσταντισμό και τον παπισμό, που έκαμαν μεγάλη ζημιά στα δικά μας ατόφια και παραδοσιακά πράγματα, θα χρειασθούν αιώνες για να ξαναβρούμε στην σημερινή πραγματικότητα, τους καππαδόκες Πατέρες του 4ου αιώνα.
Λέει ο Στήβεν Ράνσιμαν: “…μόνον η Ορθοδοξία αναγνωρίζει πως η θρησκεία είναι μυστήριο. Οι ρωμαιοκαθολικοί και οι προτεστάντες θέλουν να τα εξηγήσουν όλα. Είναι άσκοπο να πιστεύεις σε μία θρησκεία, θεωρώντας ότι αυτή η θρησκεία θα σε βοηθήσει να τα καταλάβεις όλα. Ο σκοπός της θρησκείας είναι ακριβώς για να μας βοηθάει να κατανοήσουμε το γεγονός, ότι δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Νομίζω πως η Ορθοδοξία συντηρεί αυτό το πολύτιμο αίσθημα του μυστηρίου…
Χρειαζόμαστε, το μυστήριο, χρειαζόμαστε αυτή τη γνώση που λέει πως στο σύμπαν υπάρχουν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούμε να κατανοήσουμε. Χρειαζόμαστε τη διανοητική μετριοφροσύνη και αυτή απουσιάζει, ειδικά μεταξύ των Δυτικών Εκκλησιαστικών ανδρών…
Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορείς να διαχωρίσεις την πίστη προς τους Αγίους με τη διανόηση…Από τη στιγμή που προσπαθείς να εξηγήσεις τα πάντα, καταστρέφεις ουσιαστικά αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί την ανθρώπινη διαίσθηση, αυτή που συνδέει τη διανόηση με τους αγίους και την αίσθηση του Θεού…
… όταν έχεις έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ζωή σου «μορφοποιείται» κι είναι πολύ πιο ικανοποιητική από τη σημερινή, όπου κανείς δεν πιστεύει σε τίποτε αρκετά.”
Δεν χωρίζεται η διανόηση από τον Θεό λέει ο παραπάνω μη ορθόδοξος διάσημος δυτικός επιστήμονας. Να ένα παράδειγμα τέτοιο σήμερα, οι Άγιοι τρεις Ιεράρχες. Ήσαν Άγιοι και όχι απλώς καλοί δάσκαλοι ή καλοί επιστήμονες. Σήμερα τι γίνεται; Κάθε σχεδιασμός νέων αναλυτικών διδακτικών προγραμμάτων που υποβαστάζεται από τα διασκεπτήρια των Βρυξελλών, στηριζόμενος δήθεν στην αρχή της ουδετερότητας του δικαίου, προσπαθεί να σχίσει κάθε ενυπάρχουσα σχέση με τον Θεό και να αποχρωματίσει από κάθε τι χριστιανικό την γηραιά Ήπειρο. Ακόμα και στο δικό μας Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ακούγονται διάφορα παράξενα πράγματα. Δεν μας διδάσκει το γεγονός ότι χιλιάδες ψυχές νέων ανθρώπων πού εκπαιδεύονται στην σύγχρονη κοινωνία της Ευρώπης αναζητούν εναγώνια την πνοή του Θεού στην εσωτερική τους ζωή και ότι εισέρχονται με ποιοτικές απαιτήσεις στο χώρο του Θεού όπως φυσικά και ο ίδιος ο Δημιουργός έθεσε μέσα στο βάθος της ψυχής; Αυτό διαπιστώσαμε και τοπικά από μια μικρή λειτουργική και εξομολογητική, ποιμαντική επαφή που είχαμε πρόσφατα με παιδιά της περιοχής.
Αλίμονο δεν στρεφόμαστε εναντίον ουδεμίας προόδου ή νέας επιστημονικής εκπαιδευτικής προσαρμοστικότητας εμπρός στις απαιτήσεις της σημερινής πραγματικότητας. Μπορεί όμως να σταθεί ένα πανευρωπαϊκό οικοδόμημα χωρίς Θεό και πίστη με μόνη την καλή και αξιέπαινη προσπάθεια των πολιτικών σχημάτων;
Στις προκλήσεις που υπάρχουν ορατές σήμερα διαγράφοντας την χωρίς Θεό και ελπίδα αυριανή ημέρα για την Οικουμένη, ξανάγιναν επίκαιροι οι λόγοι του μακαριστού Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου, όταν ήλθε στην Ελλάδα: «Η Ελλάδα πρέπει να φύγει από την σκληροκαρδία και τον επαρχιωτισμό».
Στις προκλήσεις των καιρών η Εκκλησία, η απάντησή Της θα πρέπει να είναι το λειτουργικό ήθος Της και κατ΄ επέκταση το κοινωνικό έργο Της. Δηλ. προσευχομένη Εκκλησία που δεν χάθηκε όντας έτσι, ούτε στους φρικτούς διωγμούς κατά την εποχή των τριών Ιεραρχών, ούτε εκεί που ακόμα διώκεται και δεν γίνεται δεκτή, αλλά αμφισβητείται και λοιδορείται.
Αυτά τα αιώνια σύνορα της πίστης, που δίδαξαν οι Προστάτες σας τρεις Ιεράρχες, αγαπητοί δάσκαλοι, με μια απαράμιλλη αντοχή πάνω στα ματωμένα θρανία της Ρωμιοσύνης, σήμερα πρέπει να τα κρατήσετε και εσείς. Είναι μια από τις ωραιότερες ομορφιές του Γένους μας, η δόξα της παιδείας και των Ρωμαίικων Γραμμάτων μέσα στην νέα παγκόσμια διαμορφούμενη κοινωνία, και το μόνο για το οποίο μπορούμε να καυχηθούμε χωρίς ντροπή και επιφύλαξη.
Δεν ομιλούμε φυσικά για μια ιεροκρατία ή τον ξένο προς τα καθ΄ ημάς κληρικαλισμό ή για μια κοσμική και φονταμενταλιστικού τύπου θρησκευτική κοινωνία όπου και στην εποχή του Βυζαντίου ανέκοψε τον δρόμο πολλών ασκητών, χρησιμοποίησε για αλλότριους σκοπούς την πίστη των ανθρώπων ή γι΄ αυτή που προετοίμασε την εξορία των τριών Ιεραρχών από την δρώσα κοινωνία με τόσο μίσος. Μιλούμε για το βιωμένο όραμα της θεολογίας των τριών Αγίων για την Εκκλησία του Χριστού που θέτει δια παντός στο περιθώριο την θρησκεία των εξαρτήσεων ανωτέρου κατωτέρου, τον αγυρτισμό και την εκμετάλλευση. Μιλούμε για ένα όραμα αληθινού πολιτισμού πού στηρίζει και οδηγεί κάθε αδύναμη και πονεμένη ψυχή που θέλει να μάθει, να εκπαιδευτεί και να γνωρίσει.
Διάβασα σε ένα γερμανικό βιβλίο με θέμα “βυζαντινή Ελλάδα”, τα εξής χαρακτηριστικά που έγραψε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος:”Εάν είναι αληθές ότι το Βυζάντιον υπήρξεν ο κόσμος, όστις ωνειρεύθη το κατανυκτικώτερον όνειρον της ανθρωπότητος, αξίζει το όνειρον τούτο να βεβαιωθή δι΄ όλων των υπαρχουσών μαρτυριών και επιβιώσεων αυτού εις όλα τα μήκη και πλάτη της συγχρόνου Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού ότι δεν έσβυσεν, ούτε απέθανεν. Το ιερόν τούτο όνειρον δύναται και σήμερον να αποτελέση το βάθρον όλων των εφιεμένων αληθούς αναστάσεως και σωτηρίας, διότι “κοινός παρονομαστής” εις όλας τας αξίας του παρόντος κόσμου, δια το βυζάντιον δεν είναι η αμφιβόλου ποιότητος και αντοχής “πρόοδος” των κοσμικών κριτηρίων, αλλά ο μεταμορφωμένος κόσμος της κατά χάριν θεώσεως.”
Αυτό πρέπει να πονά περισσότερο σήμερα την Εκκλησία. Αυτό πρέπει να μας συνεγείρει και να μας κάνει να ζητήσουμε την έξοδο από το μικρόν του πράγματος, να αναζητήσουμε την ζώσουσα χάρη του Θεού, αλλά και εσάς τους δασκάλους της παιδείας, στα χέρια των οποίων η κοινωνία έχει εμπιστευθεί την διαπαιδαγώγηση των νέων όχι φυσικά μόνο με την επιστημονική αποδελτίωση των δεδομένων, αλλά και με το ήθος των Προστατών σας Αγίων τριών Ιεραρχών.
Οδηγούμεθα όμως εκ των πραγμάτων στην πικρή διαπίστωση, ότι η μνήμη των τριών Ιεραρχών εξασθενεί στις εκδηλώσεις που γίνονται κατά τα τελευταία χρόνια και μένουμε σε μικροαναφορές, σε ένα θορυβώδη εκκλησιασμό ανάγκης ή στην αργία της ημέρας. Για τούτο συγχαίρουμε για την σημερινή πρωτοβουλία τιμής προς τους Αγίους Προστάτες της Παιδείας από μέρους του Συλλόγου Εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Μοιρών “Η Φαιστός” και κατ΄ επέκταση προς εκείνους τους δασκάλους που συνταξιοδοτήθηκαν πρόσφατα από την ενεργό υπηρεσία, προς εκείνους που εργάσθηκαν στις διοικητικές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες του 4ου Γραφείου Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του τόπου μας και προς τα παιδιά των εκπαιδευτικών εκείνων που εισήλθαν στα Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. της Χώρας. Ευχαριστούμε για την πρόσκληση αυτής της ομιλίας και για την υπομονή σας να ακούσετε αυτή την γενική αναφορά περί των Τριών Ιεραρχών και Προστατών σας.
Οι καιροί που ζούμε, αντάλλαξαν το βίωμα ως προϋπόθεση της εξευρέσεως της αληθινής σωτηρίας και παιδείας με ένα επετειακό πνεύμα επιδερμικών τελετών. Πάνω στην διαπίστωση αυτή δεν θα πρέπει να αντιπροτείνουμε κορόνες περί Ορθοδοξίας και πολιτισμού ούτε μια ιερή και μόνο ανάμνηση των ιδεών των Βασιλείου, Χρυσοστόμου και Γρηγορίου.
Πολλοί αναδύθηκαν σε ένα αγώνα αποκοπής από κάθε τι το Ορθόδοξο, ως βλαπτικό για ένα νέο προσανατολισμό.
Άλλοι υπεραμύνονται με ένα τρόπο ως η θεολογία και η εκπαίδευση που προέρχεται από την παράδοσή μας να χρειάζεται σωτήρες.
Στην νεοτερικότητα των προκλήσεων δεν θα αντιτάξουμε μια νεοτερικότητα του τύπου των τύπων και των φιλοδοξιών μας. Θα προβάλουμε την ανάγκη να ζήσουμε σωστά με μια λειτουργική εκπαίδευση για τους νέους και με μια προσευχόμενη Εκκλησία για να μη λέγεται σωστά: είναι άδειος ο άνθρωπος που είναι γεμάτος από τον ίδιο τον εαυτό του. Στην εποχή μας πάλεψαν τα βιώματα με τις ιδέες και βρέθηκαν νικητές τα βιώματα.
Για τούτο ευχαριστούμε και πάλι για την σημερινή λίαν τιμητική πρόσκληση στην σημερινή βιωματική αυτή σύναξη. Να ζήσουν όλοι οι ενασχολούμενοι με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και ο πολυπληθής σύλλογός τους ενταύθα, να ζήσουν όλοι οι τιμώμενοι και νάχουν την ευλογία των Τριών Ιεραρχών. Η Ιστορία τους εκλέϊσε, η Οικουμένη τους εορτάζει κάθε χρόνο, εσείς όλοι οι δάσκαλοι αυτού του Αγιοτόκου τόπου τους τιμάτε και τιμάσθαι.
Τα άγια Λείψανά των Αγίων, όπως γνωρίζετε επέστρεψαν πρόσφατα με μεγάλες τιμές από τα φυλακτήρια του Βατικανού στην λειτουργική τιμή, στην έδρα τους, την Νέα Ρώμη, την Κωνσταντίνου Πόλη. Τι άραγε άλλα πράγματα θα πρέπει να επιστρέψουν στην έδρα τους, τι άλλα λείπουν λειτουργικά, εποπτικά και παιδαγωγικά μέσα, για να γίνει έτι περαιτέρω τιμημένη και άνετη η έδρα του δασκάλου και του νηπιαγωγού ως συνέχεια της αγωνίας των Αγίων τριών Ιεραρχών; Πόσα άλλα και τι άλλα χρειάζονται ούτως ώστε να μη πετιούνται παιδιά στις σακούλες των απορριμμάτων για να μη εξευτελίζεται η ίδια η ζωή; Πόση είναι η ευθύνη όλων μας και πιο πέρα και πιο πάνω;
Ο Μέγας Βασίλειος μας λέει: “Καθάπερ της ροδωνιάς του άνθους δρεψάμενοι τας ακάνθας εκκλίνομεν, ούτω και επί των τοιούτων λόγων, όσον χρήσιμον καρποσάμενοι, το βλαβερόν απορίψωμεν “. “Τας ακάνθας φεύγε, αναφωνεί ο Ιεράρχης, και ρόδον δρέπου, δια μέσου των ακανθών δύναταί τις να δρέψη ρόδα…κεκαλυμμένον υπό φύλλων και εν σκιά κεκρυμένον δύναταί τις τον καρπόν της αμπέλου να εύρη”.
(Ομιλία που έγινε από τον Σεβ. Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριο, στο Πολύκεντρο του Δήμου Μοιρών, κατά την εκδήλωση προς τιμήν των τριών Ιεραρχών, την 30ήν Ιανουαρίου 2006, από το Σύλλογο Εκπαιδευτικών Μεσαράς “Η Φαιστός”)

Ιερά Μητρόπολις Γορτύνης και Αρκαδίας