ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΡΗΤΗΣ
Υπάρχουν μερικοί που έχουν μετατρέψει, για λόγους ευκολίας και φυγής από την αλήθεια, δια της οδού της ιεροποιήσεως των στατιστικών και της απόδοσης μυστηριακού τινός χαρακτήρος στην τέχνη της αριθμητικής υπεροχής, της Εθνικής καθαρότητος και του στυλ των “συγχρόνων” εκφραστών της επιλύσεως παντός ενυπάρχοντος προβλήματος, τα περί της υποθέσεως της αμφισβητήσεως των κανονικών δικαιοδοσιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελληνική Επικράτεια, σε κρίση οφειλόμενη στο δυναμισμό και τα πλούσια χαρίσματα των Προσωπικοτήτων των δύο Προκαθημένων, δηλαδή Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου και Αρχιεπισκόπου κ. κ. Χριστοδούλου.
Σ΄ αυτή την ως άνω μετατροπή και εύκολη ανατροπή επικαλούμενοι μέχρι και τα πολλά χαρίσματα που έδωσε ο Πανάγαθος Θεός στον Οικουμενικό Πατριάρχη, ενέπλεξαν πρόσφατα, όπως ακούσαμε και διαβάσαμε εκτός των άλλων και το πρωτοπαίδι του Οικουμενικού Πατριαρχείου την αγαπημένη και αφοσιωμένη θυγατέρα του Οικουμενικού Θρόνου, την Εκκλησία της Κρήτης.
Πάλι εδώ, με την διαδικασία της εύκολης φυγής, ακούστηκαν και εκφράστηκαν χίλια δυο υπερβολικά πράγματα. Το χειρότερο όμως όλων ήταν, ότι δήθεν εμείς οι Κρήτες που εμμένουμε στην εξάρτιση από την Μητέρα Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το κάνουμε γιατί έχουμε σκοτεινές και υπόγειες πολιτικές αποσχιστικές τάσεις, πράγματα εθνικώς επικίνδυνα για τους καιρούς μας ή ότι οδηγούμαστε σ΄ αυτό από ένα κρητικό πείσμα και μια τάση εγωιστικής διαφοροποίησης από την άλλη Ελλάδα.
Αυτά όχι μόνο δεν είναι αληθινά και σοβαρά πράγματα, αλλά αντίθετα και εις απάντηση αυτών, είναι γνωστό ότι ο γενναίος Λαός της Κρήτης και η Ορθόδοξη Εκκλησία του, πρωτοστάτησαν και στους απελευθερωτικούς αγώνες της Βορείου Ελλάδος. Αναφέρουμε ενδεικτικά ένα πρόσφατο παράδειγμα: Αυτός ο ίδιος Λαός, όταν οι των Σκοπίων προϊστάμενοι αμφισβήτησαν την Ελληνικότητα της Μακεδονίας, σε μια χαρακτηριστική επίσκεψη στα σύνορα, πήγε και άφησε συμβολικά κρητικό χώμα, πάνω στις ασβεστωμένες συνοριακές γραμμές, εκφράζοντας έτσι την εσώτερη διάθεσή του.
Ακόμα: Όχι μέσω της ενδελεχούς αναγνώσεως της Ιστορίας, αλλά δια μιας απλής επίσκεψης στους κεντρικούς δημόσιους χώρους της Θεσσαλονίκης, θα διαπιστώσει κάποιος, πόσοι ανδριάντες Κρητών αγωνιστών έχουν ορθοστυλωθεί, ανάμεσα σε άλλους, τόσο δοξαστικά και αλλού, πόσοι τύμβοι για την αιματηρή θυσία και προσφορά της Κρήτης υπέρ της Μακεδονίας.
Επί πλέον αν ερωτήσει κάποιος τους απλούς ανθρώπους της Μακεδονίας, θα διαγνώσει ότι στις συνειδήσεις των, έχει δια παντός μνημειωθεί η εθελοθυσία των παιδιών της Μεγαλονήσου, Κληρικών και Λαϊκών, για την ηγαπημένη, σε κάθε καρδιά Κρητικού Ρωμιού, Μακεδονία των αιώνων και για την Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη ξεχωριστή κόρη της, την Θεσσαλονίκη του Αγίου Δημητρίου, του Βυζαντινού Πολιτισμού, της προσφυγιάς, των καημών και των θρύλων, όχι βέβαια μόνο προς την Συμπρωτεύουσα, αλλά κυρίως προς την Συμβασιλεύουσα των διαδρομών της δόξης, του πόνου και των άσβεστων ιερών αναμνήσεων.
Παραλείψαμε να γράψουμε από την αρχή ότι τα παρόντα είναι προσωπικές άτακτες σκέψεις και χωρίς πολύ – πολύ ανάμιξη των στοιχείων της Ιστορίας περί του θέματος, γιατί ούτε ειδικοί είμαστε ούτε δυνάμεθα να αποκρυπτογραφήσουμε με τόση ευκολία την αδέκαστη κριτική του αντικειμενικού Ιστορικού του μέλλοντος.
Υπάρχει όμως το γενναίο Ιστορικό παρελθόν το οποίο βιούμενο στο παρόν ως διακονία του μέλλοντος, γίνεται μια πελώρια δια παντός ευεργεσία.
Η Κρήτη έχει υπ΄ όψη της ως ευρισκόμενη σε ένα γεωγραφικό κομβικό σημείο διελεύσεως πολλών πολιτισμών και λαών ότι το παρελθόν ως αποστέωση και θριαμβολογία δεν φθάνει για να κρατήσει το αύριο όπου μέσα του θα χοχλάσει ως μούστος, ήδη άρχισε, ως πυρά, η συνάντηση λαών και πολιτισμών.
Δεν κρατιούνται πια τα πράγματα μόνο από τους γεωγραφικούς χάρτες, τα οικονομικά μεγέθη ή τους στρατιωτικούς σχεδιασμούς και τα διασυνοριακά προγράμματα. Αν μάλιστα η Ευρώπη με μόνη αυτή την χάραξη προχωρήσει προς το αύριο, θα είναι χαμένη ως Χριστιανική ενότητα και θα κλείσει πιο γρήγορα τον ιστορικό κύκλο της από εκείνο των πολυεθνικών Αυτοκρατοριών του παρελθόντος.
Αν το μυθολογικό ξεκίνημα της Ευρώπης από την Κρήτη προσφέρεται για μια φιλοσοφική ποιητική αναγωγή, από την άλλη ο ενστερνισμός του στεγνού ρεαλισμού των αριθμών και του Ευρωπαϊκού εγκυκλοπαιδισμού παραπέμπει μόνο σε ένα ευρωπαϊκό μάρκετινγκ και σε μια φιλοσοφία και σε ένα σκέτο ανθρωπισμό ουμανιστικού τύπου, χλωμό και άρρυθμο απέναντι στις βαθιές υπαρξιακές αναζητήσεις των κοινωνιών της Δυτικής Ευρώπης.
Σ΄ αυτά τα αδιέξοδα η πνευματική εμπειρία του Ορθοδόξου Χριστιανισμού, που θεώνει πέραν τόπων και χρόνου, όπως τουλάχιστον βιώθηκε και υπάρχει στο σημείο Κρήτη, την Νήσο των ηρώων και των Αγίων Μαρτύρων, για να μη πειραχθεί η πίστη και η ιδιοπροσωπία του Γένους, αναζήτησε και από τα πολύ – πολύ παλαιά μέχρι σήμερα να τροφοδοτείται από το πνευματικό μεγάλο μέγεθος της Μεγάλης Εκκλησίας, το Φανάρι, ίνα μη περιπέσει εντός, του ότι περικλείει η δύνη του κύκλου των λεγομένων εστιών των Εθνικών Κρατών.
Μας φύλαξε ο Θεός και δεν εισήλθαμε εις πειρασμόν. Τι θα είχε να καυχάται εν Κυρίω η Κρήτη σήμερα αν, ο μη γένοιτο, άλλαζε η δικαιοδοσιακή Εκκλησιαστική της ταυτότητα;
Τι θα ήμασταν δηλαδή χωρίς την Μητέρα Εκκλησία; Θα τρεφόμασταν από τα ψιχία του οίκτου των κακών εθνικισμών και θα διακρίναμε τον εαυτό μας και το πολύ ότι είναι γύρω μας, αφού φυσικά θα είχαμε δεχθεί την θεολογία των ορωμένων ως έσχατο και για τα αόρατα θα επικαλούμασταν τις λογικές φιλοσοφικές κατηγορίες του υπερφυσικού και όχι της Ορθοδόξου εμπειρίας των Πατέρων για να περιγράψουμε, τι είμαστε.
Μόνο τα σημερινά και εφήμερα θα απασχολούσαν, τα χρήσιμα, τα ορώμενα και τα περιχαρακωμένα, χωρίς τίποτα το πιο πέρα για να μετριάζουν την φωνή της συνειδήσεως, για να κλείνουν καλά τα αυτιά στις φωνές της παγκόσμιας αγωνίας, για να εφησυχάζουμε νωχελικά επί των δεδουλευμένων και να αλαφρύνουν έτι περαιτέρω τους αδύνατους ώμους του Νεοέλληνα διαβάτη που, κουρασμένος όπως είναι, ζητεί να ξεφορτώσει στην κοιλάδα της λήθης, ογκουμένη στις μέρες μας, τα φορτία του πνευματικού χρυσού και τα τιμαλφή της διαχρονικής πορείας του πολιτισμού μας.
Δεν είναι άγνωστο και έχει γραφεί, ότι κυρίως στο Άγιον Όρος στην Μακεδονία, τα Νησιά, την Κύπρο και την Κρήτη, πλην μερικών εξαιρέσεων, η Πίστη είναι βίωμα από το Ευαγγέλιο του Χριστού. Είναι ζωντανοί εναπομείναντες τόποι του Βυζαντίου, που ατονεί ο χαρακτήρας των όταν, τότε και τώρα, αναμειγνύονται με κοσμικό πνεύμα, στην παράταξη των όποιων μικρών ή μεγάλων σημαιών και κενών θριαμβολογιών.
Αυτός όμως ο ίδιος λαϊκός ευφήμως γνωστός Καθηγητής που έγραψε για την Ρωμαίικη συνείδηση των ανωτέρω τόπων, ήλθε εδώ στην Κρήτη, μόλις προ ημερών, σε ένα δηλαδή τόπο που αυξάνει με την δύναμη του Θεού, την Χάρη των Αγίων μας και με την Πατριαρχική ευλογία και αναφορά, για να μας εκθέσει από τηλεοθόνης ότι ναι μεν καλά, πολύ ωραίος ο τόπος της Κρήτης, αυτό το ευλογημένο Νησί που πρέπει “να γυρίσει την πλάτη στην βρωμιά του λεκανοπέδιου της Αττικής”, έτσι είπε, αλλά και το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο οποίο υπάγεται η Κρήτη Εκκλησιαστικώς, αφού προηγουμένως καταργηθούν όλα τα εν Ελλάδι Εκκλησιαστικά κλίματα και υπαχθούν εις αυτό, πρέπει να φύγει από το Φανάρι και να εγκατασταθεί στην Θεσσαλονίκη.
Αυτά ειπώθηκαν στην Κρήτη. Φαίνεται ότι εκεί, στο Κέντρο του λεκανοπεδίου της Αττικής εμπνέονται πολύ περισσότερο από εμάς τους Νησιώτες και έχουν τόσο πρωτοποριακές ιδέες που δεν ξέρεις ποια να πρωτοδιαλέξεις. Πάντως είναι απορίας άξιο γιατί δεν μπορούν να δουν τα πράγματα βαθύτερα και ουσιαστικά.
Είναι δυνατόν να γίνει αυτό, δηλαδή η μεταφορά της Έδρας του Οικουμενικού Πατριαρχείου; Τελικώς τόσο μεγάλο είναι το Ελληνικό Κράτος για να μπορέσει να χωρέσει το μέγεθος το πνευματικό του Οικουμενικού Θρόνου, του Ελληνισμού και του Γένους;
Προφανώς και ο Αντιβασιλιάς Μάουερ και ο Φαρμακίδης την πάτησαν από τους φίλους – προϊσταμένους των τότε οιωνοσκοπίων, από τις τόσες και τόσες εμπνεύσεις που είχαν και τα τόσο πρωτοποριακά σχέδιά τους! Εν τέλει Ζημίωσαν ανεπανόρθωτα την Εκκλησία και το Γένος.
Επειδή τα ως άνω λεχθέντα του κ. Καθηγητού ειπώθηκαν από την Κρήτη έχουμε χρέος να καταθέσουμε απ΄ εδώ μια ταπεινή διαπίστωση.
Η Ιστορία γράφεται και έτσι και έτσι. Οι υποκειμενισμοί Δε των γραψάντων εδημιούργησαν πολλάκις τάσεις και ρεύματα τα οποία εστοίχισαν πολύ δάκρυ και πολύ αίμα στους Ορθόδοξους Λαούς της Βαλκανικής. Η ιδεοκρατία ως φαινόμενο πλήρως απομεμακρυσμένο από την Πατερική πρακτική των καθ΄ ημάς Ορθοδόξων πραγμάτων στέκεται στην απέναντι πλευρά, ως όρφνιο, δηλαδή σκοτεινό άκρο ή ως μια σκιά του σκληρού και απάνθρωπου ρεαλισμού της Δύσης.
Αν το Σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο φύγει από εκεί όπου ο Θεός το έθεσε και το διέσωσε μάλιστα σε δυσκολότερες ημέρες, θα του αμφισβητηθεί η Οικουμενικότητά του. Ας υποθέσουμε ότι εγίνετο τώρα, όπως μας είπε προ ημερών, ο κ. Καθηγητής εδώ στην Κρήτη. Τότε, ίσως, στον νυν Οικουμενικό Πατριάρχη, να μη του αμφισβητούσαν την Οικουμενικότητα, αλλά στον διάδοχό του, σίγουρα. Είναι απλό. Ερχόμενο στην Θεσσαλονίκη, θα εγίνετο ο εκάστοτε Προκαθήμενός του, Πατριάρχης της Ελλάδος, δεν θα είναι πλέον για αυτούς που διαστρέφουν την Ιστορία, ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης.
Παραπέμπουμε επί του προκειμένου και δη περί της λέξεως “Οικουμενικός” και ότι αυτό σημαίνει, στην Ιστοσελίδα του Πατριαρχείου για να διαβάσετε εκεί, προκειμένου να μην επεκταθούμε εδώ, τα μόλις αυτών των ημερών γραφέντα περί τούτου και πρεσβευόμενα υπό τινων και για ποια πράγματα αγωνίζεται ασταματιτί, ο ακούραστος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος.
Καθαρά να το γράψουμε και να μη κρυβόμαστε: Αμφισβητούν τινές προπορευόμενοι και αυτής της Θείας βουλήσεως. Καθαρά να το πούμε: Υπάρχουν πράγματα με τα οποία δεν δυνάμεθα να παίζουμε ή να πειραματιζόμαστε.
Άλλο πράγμα να βλέπεις κάθε πρωί το πολύ έως τον απέναντι δρόμο και τα αμέσως τρέχοντα, εορτάζων ιεροτελεστικώς για ότι πρέπει και εκ του ασφαλούς και άλλο πράγμα κάθε πρωί να σε ξυπνούν οι αιώνες, να σε παραδίδουν στο αδυσώπητο τρεχάτο σήμερα και να σε κάνουν να βλέπεις την όλη Εκκλησία, πάνω από τους τρούλους της Μεγάλης Εκκλησίας, κάτω από την ιερή κόγχη του Πανσέπτου Πατριαρχικού Ναού, στο Φανάρι, που κείται στην ευρωπαϊκή πλευρά με τις μεταλλαγές της και να έχεις αμέσως απέναντί σου το άνοιγμα της Ανατολής και τα μπερεκέτια της.
Δεν παρασύρεσαι και δεν μιλάς εύκολα, γιατί τα ρεύματα εύκολα παρασύρουν. Άλλα σε πάνε σε μαύρες θάλασσες και άλλα σε στενά. Δεν αναμένεις μόνο τις αναμνήσεις και εορτάζοντάς τες από κάποια ενδοχώρα στην συνέχεια να κατεβάζεις τα χέρια σου στα χαρτιά ή να πιάνεις ένα μολύβι και να γράφεις ή ένα μικρόφωνο και να λες και κατόπιν να επιστέφεις στους λυκηθμούς της καθημερινότητας έως την επόμενη ευκαιρία.
Εκεί υπάρχουν ορατά και αόρατα. Αιώνες και χρόνια, επερχόμενα. Στιγμές σαν μια ολόκληρη Ιστορία και σημεία που η Ιστορία ξεκουράζεται για να έλθει πάλι, ο Θεός είδε πως. Πριν οι χείρες πιάσουν τα χαρτιά υψώνονται στο Θεό και η εν Αυτώ παραμονή, ξεκινώντας από ορατά αρχίζει να προχωρεί και να αναβαίνει στα αόρατα και στα σημάδια του Ουρανού εκφραζόμενα ως Εκκλησία, εκ της Εκκλησίας.
Γι΄ αυτό μπορούν να γίνονται νηπενθείς, δηλαδή να διαλύουν συνεχώς το πένθος από κάθε τι και επί δικαιοδοσιών να παραμένουν αμετακίνητοι στην υπό των προ αυτών παραδοθείσα Εκκλησία της Πρωτόθρονης Κωνσταντινουπόλεως. Υπάρχουν για την Εκκλησία. Οι μικρότητες δεν έχουν θέση και δεν περισσεύει και χρόνος για να ασχοληθούν ουσιαστικά με αυτές, σε μια τέτοια εποχή. Τα επιχειρήματα είναι εκκλησιαστικά.
Δεν είναι άγνωστο ότι και μόνο τα τείχη μιας Πόλης ως πηγή ιεράς ανάμνησης η μια Νήσος ως κέντρο συνάντησης και συνισταμένης Ηπείρων και θαλασσών, είναι ικανά πολλάκις να χωρέσουν όλη την Οικουμένη από μια ολόκληρη επικράτεια, κουρσεμένη από τα διάφορα μικροαστικά καπρίτσια. Μπορεί να προκαλούν αρχαιολογικό ενδιαφέρον, μια αγαπημένη περιήγηση κάποιων επισκεπτών, αλλά υπάρχουν και εκείνοι για τους οποίους είναι ως οι ακρογωνιαίοι λίθοι, συνείδηση γρανιτένια οραμάτων και προσδοκιών πέρα από σύνορα, σε μια συνάντηση πάνω σ΄ αυτά των ανθρώπων που γεύονται την Ευαγγελική ειρήνη, για το διάλογο και την καταλλαγή ως τα μόνα μέσα που λύουν αγιοπατερικώς το μεσότοιχο του φραγμού των κοινωνιών.
Διαρκώς και όσο οι καιροί προχωρούν διαφαίνεται πόσο ευεργετημένοι είμαστε οι Κρήτες από την οργανική σχέση μας με την Μητέρα Εκκλησία. Από πόσες περιπέτειες εκκλησιαστικές έχουμε διαφυλαχθεί και τι ήθος μας μεταλαμπαδεύει από τα ιερά μετερίζια της!
Σ΄ αυτά τα βράχια μόνο μπορεί να ριζώνει ο δίκταμος, στα βράχια, εκεί μέσα στις σχισμάδες των κατεβαίνουν οι ρίζες του, στο ριζιμιό χαράκι που μας έταξε ο Θεός των Πατέρων μας, να μένουμε. Άλλως ο ευώδης δίκταμος της Κρήτης θα παύσει να μοσχοβολά και να εκχέει γιατριά σ΄ όσους θελήσουν να γευθούν την Κρήτη και τις ρίζες της, την Μητέρα της, το μαρτυρικό Φανάρι.
Είμαστε ευγνώμονες, εν ευχαριστίαις πολλαίς, προς την τροφοδότρια Πρώτη Καθέδρα της Ορθοδοξίας και προς τον Πρώτο ακάματο Γεωργό της, τον Οικουμενικό Πατριάρχη ημών, τον Πατριάρχη της ελπίδος κ. κ. Βαρθολομαίο. Είμαστε ευγνώμονες στην Σεπτή Ιεραρχία του Οικουμενικού Θρόνου όπου γης γιατί κρατούν στα Ωμοφόριά τους την Ιερή Παρακαταθήκη. Ευχαριστούμε τον Πολυσέβαστο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης κ. Τιμόθεο και την Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας Κρήτης γιατί εν ημέραις διαθέσεων μεταφυτεύσεων και μεταλλαγών, κρατούν την πορεία με αλάνθαστη πυξίδα.
Πώς να το εξηγήσουμε; Δεν μισαλλοδοξούμε και δεν λιβανίζουμε κανένα. Λέμε απλά, τόσο απλά ότι βιώνουμε. Δεν μισούμε κανένα, προασπιζόμενοι τα ιερά της Εκκλησίας δίκαια. Δεν αισθανόμεθα μόνο, αλλά βιώνουμε. Δεν ρωτούμε πόσοι είμαστε, αλλά πως θέλει ο Θεός να είμαστε. Δεν εκφράζουμε μόνο τους εαυτούς μας, αλλά και ότι ο Λαός μας έδειξε καταφανώς κατά την επίσημη Πατριαρχική επίσκεψη του Παναγιωτάτου και Θειοτάτου Οικουμενικού μας Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου στην Κρήτη το έτος 1992 και στις επόμενες δύο επισκέψεις Του.
Αυτές τις ημέρες η Εκκλησία Κρήτης για άλλη μια φορά έδειξε στα τέκνα της πως πρέπει να σκέπτονται για την Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία. Μας έδωσε να καταλάβουμε ότι παρά τα ανθρώπινα η Εκκλησία της Κρήτης για τα πνευματικά προνόμιά της με πρώτο, μέγιστο και κύριο την αναφορά της στον Οικουμενικό Θρόνο, σκέπτεται εκκλησιαστικά.
Μας λένε ένα Κράτος μια Εκκλησία. Μας λένε διασπαστικούς και συγκρουσιακούς, ότι δεν έχει καμία ιστορικότητα η Ι. Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης. Μας λένε, μας λένε… Δεν μισούμε κανένα. Πως όμως να το κάνουμε; Διαβάζουμε την Ιστορία για το Φανάρι από την ορθή και ρωμαίικη πλευρά της. Πως δηλαδή να αρνηθούμε τον εαυτό μας;
Να πως, πολύ περιγραφικά, ο γράφων άκουσε για την Μεγάλη Εκκλησία, γι΄ αυτά τα ιερά πράγματά της: Ακούγοντας μικρό παιδί στην Εκκλησία του Χωρίου μου, τις Δαφνές και μέσα στην λειτουργία την φήμη του Οικουμενικού Πατριάρχου και την μνημόνευση του ονόματός του από τον αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης Ευγένιο. Από τις διηγήσεις των θρύλων της Οικογενείας μου για τον μακαριστό Ιεροδιδάσκαλο Μακάριο Δουλουφάκη, τον προστάτη και τροφέα των ξεριζωμένων τέκνων της Ρωμιοσύνης της Μικράς Ασίας, τον ορκίσαντα κρυφά δια τον φόβον των ανθρώπων του Ύπατου Αρμοστού της Κρήτης, τις επαναστατικές επιτροπές των Επαρχιών Τεμένους και Μαλεβυζίου για την έναρξη του αγώνα της Ένωσης με την υπόλοιπη Ελλάδα. Ακούγοντας αργότερα στον Ι. Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά και μανθάνοντας για το λειτουργικό ήθος, την μουσική επιτηδεία της Αγίας του Χριστού μεγάλης Εκκλησίας. Βλέποντας τις χοροστασίες και τα Αρχιερατικά Συλλείτουργα, ακούοντας στην καρδία τους μυστικούς παλμούς της Θ. Λειτουργίας του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ταξιδεύοντας μέσα από τις γλαφυρές Πολίτικες και Κρητικές διηγήσεις του τότε Αρχιμανδρίτου Θεοδώρου Τζεδάκη, στον Άγιο Μηνά, του μετέπειτα Μητροπολίτου Λάμπης και Σφακίων. Παρατηρώντας παιδί τις Πατριαρχικές Εξαρχίες και το ευλαβές ήθος του μέλους των, Μητροπολίτου Κολωνίας Γαβριήλ. Διαβάζοντας και ακούγοντας για τους αδούλωτους Κρήτες πολεμιστές κατά την άλωση της Πόλης, τους Χαλκούτσιδες, που μέχρι σήμερα η Οικογένειά τους υπάρχει στην απέναντι Κορυφή από το Χωριό μου, στο χωριό Άγιος Μύρων. Πώς να κάνω να αρνηθώ τον εαυτό μου;
Να λησμονήσω τους εν Θεσσαλονίκη και Βελιγράδι Πανεπιστημιακούς Δασκάλους μου, τον π. Ι. Ρωμανίδη για το ότι μας έμαθαν περί του Πατριαρχείου; Να στρέψω αλλού το βλέμμα μου από τις εικόνες και τους πίνακες των Αγιωτάτων Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως όταν έλαβα, χάριτι Θεού, την Μοναχή κουρά στην Ι. Μονή Αγκαράθου, όταν οι εξ αυτής προερχόμενοι και προ ημών αδελφοί αυτής, προσέφεραν τόσα από την θέση του Οικουμενικού Πατριάρχου και εμαρτύρησαν γι΄ αυτόν τον Ιερό Θεσμό, βάζοντας τα πάντα στην άκρη προς χάρη αυτού και της Πίστεως του Χριστού; Να αρνηθούμε τα ιερά ενταύθα εφαλτήριά τους;
Μα ναι θα πει τις, αυτά ήταν τότε. Πρέπει να συμμεταβαλλόμεθα τοις πολιτικοίς πράγμασι. Είναι η γνωστή περιφερόμενη θεωρία των ημερών. Δηλαδή σε λίγο που η Πρωτεύουσα όλης της Ευρώπης χωρίς εσωτερικά σύνορα θα είναι η χ ή η ψ θα συμμεταβληθούμε; Θα παύσομε δηλαδή κάθε λειτουργία εσωτερική και πνευματική; Δεν είναι η ώρα να το επεκτείνουμε εδώ. Μόνο ας προσέξουμε γιατί εμείς οι ίδιοι θέτουμε σε κίνδυνο και τα άλλα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία της Ανατολής και εν τέλει την όλη ειρήνη και Πανορθόδοξη Ενότητα. Η πρόνοια του Θεού είναι πάνω από εμάς και εμείς οι διακονητές της Αγίας Του Εκκλησίας.
Επί παραδείγματι η Βηθλεέμ η μικρή αυτή Πόλη που σε λίγο δέχεται τον Σωτήρα του κόσμου, ουδαμώς ελαχίστη εκλήθη. Είναι και θα είναι το κέντρο της πνευματικής αναγέννησης της Χριστιανοσύνης.
Θα πανηγυρίσουμε και φέτος τα Χριστούγεννα και εμείς, οι εν κόσμω εισέτι, εδώ στην Νήσο των Απ. Παύλου και Τίτου, ανυμνούντες τον Θεό των Πατέρων ημών, με όση Πίστη και καρδία καθαρά, αγραυλούντες ως οι Ποιμένες της Φάτνης, φυλλάσοντες φυλακάς, πλήρεις ευφροσύνης και δοξολογίας όχι γιατί είμαστε κάποιοι μα γιατί στις μέρες τούτες τις πονηρές ελπίζουμε στις πρεσβείες των προ ημών Αγίων και Διδασκάλων της Πίστεως.
Δεν έχουμε περιθώρια δικαιολογιών, στην μετά την εν κόσμω πορεία μας και άνοδό μας στο Ουρανό, όταν θα τους συναντήσουμε, ερωτούμενοι για την Ιερά Παρακαταθήκη της Εκκλησίας. Θα εντραπούμε ως άλλοι πρωτόπλαστοι αν δώσουμε τον τόπο μας άλλοις γεωργοίς και θα κρύψομε το πρόσωπό μας από την αισχύνη των τολμημάτων μας.
Οψόμεθα λοιπόν τον ταπεινό Κύριο της Φάτνης. Ας παραδειγματισθούμε από τους πονηρούς λογισμούς των τότε αρνητών και ας κατέβουμε μετά λίγο πιο κάτω, από την Βηθλεέμ στο Γολγοθά, για να δούμε επί των βράχων τις ευστάλακτες ρανίδες του Αγίου Αίματος του Κυρίου, επί του οποίου εστήριξε την Αγία Του Εκκλησία. Γι΄ αυτήν μένουμε εις α εμάθομεν και εξ αυτής υπάρχομε ως διάκονοι των Ιερών του Θεού Μυστήριων.
Ας γιορτάσουμε και ας διαβάσουμε παράλληλα στις προχθεσινές εφημερίδες ότι 50.000.000 άνθρωποι στην Αφρική όχι μόνο δεν γνωρίζουν τον Χριστό, αλλά ούτε καν έχουν ακούσει γι΄ Αυτόν.
Μη μεταθέτουμε λοιπόν τα όρια και τα ιερά, τεθεσπισμένα υπό Αγίων Πατέρων και Οικουμενικών Συνόδων, τα καθαγιασμένα προνόμια των Παλαιφάτων Πατριαρχείων και όλως ιδιαιτέρως του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου.
Κάποτε ως φοιτητής και σε μια από τις επισκέψεις μου στην έρημο του Αγίου Όρους έβαλε ο Πανάγαθος Θεός εμπρός μου ένα αδιαφήμιστο διορατικό άγιο Γέροντα, μακαριστός σήμερα. Μεταξύ των πολλών και πνευματικών τον ερώτησα: Γέροντά τι θα γίνει στο μέλλον με το Πατριαρχείο μας; Εν συντομία αναφέρω μόνο μια φράση του: “Το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, παιδί μου το περιμένουν ημέρες μεγάλης δόξας.” Δεν είναι της στιγμής για να μεταφέρω εδώ γιατί ήταν πέρα για πέρα αληθινή αυτή η κουβέντα μας.
Ένα είναι σίγουρο ότι ο Ελεήμων Θεός που ενανθρωπίστηκε για την σωτηρία του γένους των ανθρώπων γνωρίζει το παρόν της Εκκλησίας και κατά τον ως άνω άγιο Γέροντα, επεργάζεται στον χρόνο του αύριο το καλό της. Μη βιαζόμαστε λοιπόν να αναβαίνομεν αλαχόθεν. Η Εκκλησία διηγούμενη τα μεγαλεία του Θεού ανοίγει διάπλατα την θύρα από την οποία οράται ο ερχόμενος Εμμανουήλ, της μεγάλης βουλής ο Άγγελος, η προσδοκία των Εθνών, όποιος διέλθει αυτή σωθήσεται.
Ηράκλειο Χριστούγεννα 2003
Ελάχιστος εν Επισκόποις
† Ο Κνωσού Μακάριος
(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα “Τόλμη” Ηρακλείου Κρήτης στις 23/12/2003)

Ιερά Μητρόπολις Γορτύνης και Αρκαδίας