Του Σεβ. Μητροπολίτου Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακαρίου
Προστέθηκε προ ημερών μετά των πατέρων αυτού, ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, στα ιερά και ιστορικά δίπτυχα, στην χρυσή σειρά των αοιδίμων Αρχιερέων της Αποστολικής Εκκλησίας της Κρήτης, οίτινες αποτελούν μία από τις πλέον αξιοπρόσεκτες σελίδες της ζωής και δράσεως των Αρχιερέων του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου.
Όλοι εμείς οι Κρήτες Ρωμιοί, καυχώμεθα εν Χριστώ, και όχι κατ᾽άνθρωπον, γι᾽ αυτές τις ακατάλυτες ρίζες μας, τους οδοδείκτες ανθρώπους και για την τετιμημένη πορεία τους μέσα στους ποικίλους αγώνες της επιγείου ζωής. Από την θέα της κρητικής διαχρονικής προοπτικής βλέπουμε και το Σεπτό πρόσωπο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου. Είναι μία από τις εκφράσεις της, μία από τις ανθοφορούσες σελίδες, για τις οποίες υπάρχουν διαφόρων θεμάτων και πεποικιλμένων αποχρώσεων ενδιαφέρουσες κοσμήσεις με τα ανθρώπινα, με τα τρέχοντα και με τα μένοντα και αιωνίως αποτεθησαυρισμένα.
Ο πάντοτε ζωντανός στην μνήμη μας Αρχιεπίσκοπος ήταν μία δυνατή προσωπικότητα που συγκαταλέγεται στις παραπάνω σελίδες. Εργάστηκε φιλότιμα για την Εκκλησία του Χριστού, προσέφερε πλούσιους πνευματικούς και φιλανθρωπικούς καρπούς, εναπέθεσε αγαθά στην εστρωμένη από τον Χριστό Τράπεζα της Αγίας Του Εκκλησίας, εθεράπευσε το πρόσωπο του πονεμένου ανθρώπου, έθρεψε φτωχούς, περιέθαλψε αδυνάτους και αποκατέστησε ορφανά. Προσέφερε γενικά στον ιστορικό τόπο της Κρήτης, όστις ως γνωστόν, διακρίνεται μεταξύ εκείνων των κοινωνιών της προσφοράς, της φιλοξενίας, της ανδρείας κ. λ. π., ως επίσης και για την απ᾽ αιώνων κοινωνική του ευαισθησία υπέρ του προσώπου του πάσχοντος άλλου ανθρώπου.
Έδωκεν ακούραστα ο μακαριστός Ιεράρχης, από τα μέσα του, με την ανύστακτη ποιμαντική του για την επί πλέον αύξηση αυτής της διαθέσεως των ανθρώπων της Κρήτης, και πιο πέρα, με την ολοπρόθυμη δική του χαρακτηριστική φιλανθρωπική πρωτοβουλία και δη στο νότιο τμήμα του Ν. Ηρακλείου, στην αγαπημένη του Γόρτυνα, «την πρώτη αγάπη μου», όπως την έλεγε. Εκεί όπου «έριξε», χρησιμοποιώ το ρήμα «έριξε», διότι έτσι το έλεγε πάντα ο Γέροντας, όταν διηγείτο τα λίαν χαρακτηριστικά περιστατικά της ιστορικής εκείνης στιγμής, εκεί ένθα «έριξε» λοιπόν τόσους ανθρώπους, τους πολύ κοντινούς σ᾽ αυτόν, στην εθελοθυσιαστική εργασία του έργου του, χωρίς δικαιώματα επιγείων τίτλων η κατοχύρωσης εργασιακών δικαιωμάτων και τους μετά ταύτα φιλότιμους γεωργούς και εργάτες της εύφορης Μεσαράς, με την προσφορά συμβολικών μεροκαμάτων για τους περισσοτέρους, και μάλιστα με τα λίγα διαθέσιμα μέσα της εποχής εκείνης, με τις προσφορές των επωνύμων και ανωνύμων, κατά την πρώτη φάση της επί γης Αρχιερατείας του, στην Μεσαρά των Αγ. Αποστολικών Παραδόσεων και των θρύλων, στην Καλυβιανή, μέσα στην πείνα και τις τότε και τόσες ανέχειες των καιρών.
Εδώ επιτρέψτε μου να κάνω μία άναρχη ιστορικώς συσχέτιση, επιλέγοντας μόνο μερικά από τα πολλά πρόσωπα της κληροδοσίας των αιώνων, στην Γόρτυνα: Από Αγ. Ανδρέου, Αρχιεπισκόπου Κρήτης, του γνωστού ανά την Οικουμένη ποιητού του «Μεγάλου Κανόνος», του αγνώστου στους πολλούς για την μεγάλη φιλανθρωπική του δραστηριότητα, ένεκα της οποίας έλαβε από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως τον τιμητικό τίτλο του «ορφανοτρόφου», όστις εποίμανε από την Γόρτυνα, την Μεσαρά, λειτουργώντας το Ι. Μυστήριο της Εκκλησίας της Κρήτης, της Αγ. Ολκάδος του Αγ. Αποστόλου Τίτου˙ από Αγ. Ανδρέου, Αρχιεπισκόπου Κρήτης, είχε να δράση, μπορούμε να πούμε, τόσο φιλανθρωπικά η περιοχή, μέχρι της Αρχιερατείας Τιμοθέου, μετά τις εκκλησιαστικές πρωτοβουλίες, που είχαν προηγηθεί της εποχής Τιμοθέου εν Μεσαρά, ου της παρούσης στιγμής για να τις αφηγηθούμε, δηλαδή των Επισκόπων Αρκαδίας Ευγενίου και Βασιλείου.
Τούτα αναφέρονται εδώ εντελώς επιγραμματικά, το γενικότερο δηλαδή περιβάλλον των ανθρώπων της Μεσαράς με τις δυσκολίες των καιρών και τις δοκιμασίες που, όπως μου έλεγε ο αείμνηστος, προσπαθούσε κατά τα πρώτα χρόνια της Αρχιερατικής διακονίας του να τους πείση για το έργο του Θεού, να τους βγάλη τις αναχρονιστικές υποψίες των καιρών εκείνων, να τους διδάξη την Πίστη, με κηρύγματα που μένουν ακόμα στις καρδιές της Μεσαράς, να τους κάνη διαλέξεις και ομιλίες ο ίδιος, αλλά και άλλοι επώνυμοι θεολόγοι και διανοητές της εποχής, να τους βάλη να κάνουν δρόμους, να φέρουν το τηλέφωνο, το νερό σε βρύσες, τα απαραίτητα μέσα της κοινωνικής αναβάθμισης, να κάνουν συνεχείς επεμβάσεις προς την Πολιτεία για Σχολεία, Ιδρύματα και Παιδεία, για την πολύ εγκαταλελειμμένη τότε Μεσαρά, η οποία τελικά αγκάλιασε τις όλες δραστηριότητές του, με το αλάνθαστο εκκλησιαστικό αισθητήριό της, βυθισμένο στο άδολο φιλότιμο και όπως ο ίδιος μου έλεγε κατ᾽επανάληψιν, της χρωστούσε πολλά και ότι η καρδιά του έμεινε για πάντα εκεί.
Δεν θα ξεχάσω τι μου είπε προ ημερών, της Μεταμορφώσεως, ένας γέροντας μεσαρίτης, που τον φιλοξένησε ως Επίσκοπο Αρκαδίας, επί μία βδομάδα στο «μητάτο» του, πάνω στο βουνό, έχοντας συνάξει τους βοσκούς των ορέων, σε μία πνευματική επισκήνωση. Κάποιο βράδυ μου είπε, μετά τον Εσπερινό, αφού ο ήλιος είχε αρχίσει να δύη, ξεκίνησε μία επί του όρους, των ποιμένων αυτών, ομιλία. Αληθινά κρεμαστήκαμε από τα χείλη του, μου έλεγε αυτός ο άνθρωπος, και από το χαμογελαστό πρόσωπό του˙ τι στόμα, τι λόγια ήταν αυτά Δεσπότη μου, δεν χορταίναμε να τον ακούμε. Άμα τελείωσε λοιπόν, του είπα: «Θεοφιλέστατε, κατέχεις ένα πράμα, με το λόγο σου, εσύ και τσ᾽ αγριόπρινους θα κάμης να μερώσουν!»
Είναι αρκετές οι θαυμαστές διηγήσεις που έχω ακούσει στην Μεσαρά ένα χρόνο τώρα. Δεκάδες συγκινητικές αφηγήσεις από τους τότε κτίστες και μάστορες των Ιδρυμάτων, των Ι. Ναών, των συσσιτίων κ.λ.π. Έρχονται με βρίσκουν και με περισσή συγκίνηση μου περιγράφουν γεγονότα που γεννούν παρηγοριά για το μέλλον, επιμονή και εμμονή εις α παρελάβομεν και εις α οφείλομεν να επικεντρωθούμε για τον εναθρωπισμό της Εκκλησίας, για την πορεία προς συνάντηση του ανθρώπου της σήμερον.
Στην συνέχεια, μετά από πολλά χρόνια ευεργετικών αγώνων προς την Μεσαρά, προσέφερε εκκλησιαστικώς και κατά την δεύτερη φάση της Αρχιερατείας του, στο βόρειο τμήμα του Ν. Ηρακλείου, ως Αρχιεπίσκοπος, από την πηγή της πατρικής του σύνεσης και της εγνωσμένης του πείρας. Παραλλήλως προσέφερε και από την λεπτή, νευραλγική και πάρα πολύ δύσκολη θέση του Προέδρου της Ι. Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης.
Ο γράφων είχε την μεγάλη ευλογία να υπηρετήση κοντά του δέκα χρόνια ως Πρωτοσύγκελλος και πέντε χρόνια ως Επίσκοπος Κνωσού. Τα έργα και όσα άλλα επιτελέσθηκαν αυτή την περίοδο, αποφεύγω να απαριθμήσω ενταύθα, διότι υπάρχουν στον αφιερωματικό τόμο προς τιμήν του, ο οποίος εξεδόθη από την Ι. Αρχιεπισκοπή Κρήτης. Μόνο να πω ότι μερικά από αυτά θα είναι οι βάσεις και ο λιπαντήρ μιας μέλλουσας ποιμαντικής του σύγχρονου κόσμου και των αναζητήσεων των ανθρώπων. Έγιναν με πολύ κόπο και πίστη προς τον Θεόν, με στερήσεις και ποικίλες δυσκολίες. Είναι σίγουρο ότι η χρησιμότητα αυτού του έργου θα φανή σύντομα.
Όπλα του υπήρξαν η αξιομίμητη ανεξικακία, η προσευχή για τον αποσκορακισμό των πονηρών λογισμών και πειρασμών που παρουσιαζόντουσαν από «ανθρώπινες αδυναμίες», όπως τις χαρακτήριζε, πάνω στο σώμα της Εκκλησίας, εντός και εκτός αυτής, όπως σχεδόν και κατά την εποχή του μακαριστού προκατόχου του, αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Ευγενίου, μα προ πάντων, η άλυτη σιωπή της εσωτερικής περίσκεψης κατά την ώρα της καταιγίδας, η αδιατάρακτη υπομονή για την επικράτηση της γαλήνης και της ευηνεμίας στους κόλπους της Εκκλησίας, η αταλάντευτη σταθερότητα, η καρτερία, η πολυπόθητη ελπίδα και η αενάως επιδιωκομένη διεργασία για την πολύτιμη διατήρηση της Εκκλησιαστικής ειρήνης και ενότητος της Τοπικής Ι. Συνόδου, με την υπακοή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και μάλιστα σε στιγμές διαφόρων και αρκετών κακών διαθέσεων, για τα οποία θα γράψη ο ιστορικός του μέλλοντος.
Είχε την τέχνη της τεθλασμένης διαφυγής των πειρασμών που φαινόταν από πρώτης όψεως ως αδυναμία η ως βουνό, με εσωτερική τεταμένη προσοχή. «Η πραότης ατάραχον τον θυμόν διαφυλάττει η δε ταπείνωσις, τύφου και κενοδοξίας τον νουν ελευθεροί» (Αγ. Μάξιμος ο ομολογητής), μη θεατή πολλάκις η να εκφράζεται σε πολλούς και χωρίς να μεταδίδη ανοικτά τους πόνους που υπέφερε από διάφορες αχαριστίες. Είχε πολλές αρετές που δεν είναι σωστό να απαριθμούμε για να μη θεωρηθή ότι εδώ εγκωμιάζουμε προσωπολατρικά, κάτι ξένο προς την αγιοπατερική Παράδοση της Εκκλησίας. Είχε την επιμονή στο καθήκον και προ πάντων την γνώση των Αγ. Γραφών. Είχε την ομολογία υπέρ Χριστού, πίστευε στην Εκκλησία των Αποστολικών Χρόνων. Είχε επίγνωση της ανθρώπινης αχαριστίας ως πληρωμής των ευεργεσιών, ως και του ευθραύστου των ανθρωπίνων σχέσεων. Δεν πίστευε εύκολα τις αδιευκρίνιστες κατηγορίες, αλλά και κάθε τι, πριν ο ίδιος το εξετάσει. Έλεγε πολλάκις, «Παιδί μου δέκα φορές να μετράς, μια να κόβης».
Δίδασκε την κατά την ζάλη των λογισμών περίοδο, την ολοτελή παράδοση στο θέλημα του Θεού. Θα μπορούσε για πολλούς να έλεγε και να έπραττε, ως εκ της θέσεώς του, διάφορα. Έλεγεν όμως ότι η ανταπόδοση είναι του Θεού επαναλαμβάνοντας ο,τι ο Κύριος στην Αγ. Γραφή παραγγέλλει: «Εμοί η ανταπόδοσις, εμοί η εκδίκησις».
Είχε σοφία από τα πολλά του χρόνια στην υπηρεσία της Εκκλησίας, από τις ευρύτερες σπουδές στα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα που πέρασε και από την φιλοσοφική ενημέρωση και παιδεία του, ενθυμούμενος πολλάκις τους μεγάλους δασκάλους του, της τότε κλασικίζουσας Αθήνας. Δεν δεχόταν εύκολα την νεώτερη θεολογική έρευνα, πλην ελαχίστων περιπτώσεων. Έμενε προσηλωμένος εις ο,τι έμαθε και εις ο,τι διδάχθηκε. Το σημαντικότερο ήταν ότι παραδινόταν στο έλεος του Παναγάθου Θεού και είχε αυστηρή κριτική διάθεση για τις παραπαίουσες μονοθεϊστικές θρησκείες του κόσμου με δριμύτατη πολλάκις κριτική για την κοσμικοποίηση του ιερού και την απόκλιση της Χριστιανικής Ευρώπης από τις Ευαγγελικές αρχές.
Αυτές τις ημέρες, με αφορμή την εκδημία του, ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά, εστιασμένα κυρίως περί την φιλανθρωπική προσφορά και δραστηριότητά του. Υπάρχουν όμως και άλλες, εξ ίσου αξιόλογες πτυχές του έργου και της προσφοράς του Αρχιεπισκόπου, που κάποτε πρέπει να γράψουμε αναλυτικώς για αυτές. Τα φιλανθρωπικά είναι βλέπετε τα ευκόλως ανιχνεύσιμα και τα αμέσως επαινετά σήμερα από τους ανθρώπους, τα εν γένει διαμειβόμενα της κάθε κοινωνικής προσφοράς. Καλά και άξια και σωστά. Θεολογικώς όμως είναι μεν η απόρροια μιας φιλόθεης έκφρασης, αλλά και μιας άμεσης αντίδρασης που τρέχει να καλύψη συνήθως την φωνή της ενοχής, της εσωτερικής, υπαρξιακής εγκατάλειψης του Θεού, της αποστροφής του συγχρόνου ανθρώπου από άλλες βαθύτερες πνευματικές αναζητήσεις, με τον λεγόμενο «ξεμιστεμό», την ταχεία, ανταποδοτική, ανθρωπόμορφη έξοδο, λύσεως του δράματος της εξορίας του ανθρώπου από το Παράδεισο του Θεού. Όμως για τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο, πράγμα που δεν κατάλαβαν ακόμα και πολλοί κατά καιρούς κοντά σ᾽ αυτόν άνθρωποι, το κύριο ήταν η πίστη.
Η πίστη πρώτον και εν συνέχεια η δι᾽ έργων και αγάπης ενέργεια αυτής, ως απροϋπόθετη αφιέρωση, για την δημιουργία, όπως έλεγε συχνάκις, ενός χριστιανικού κόσμου και μιας κοινωνίας στηριγμένης στις πηγές. Εξ άλλου αυτό συνάγεται ως κεντρική ιδέα και από όλα τα περιεχόμενα των βιβλίων και άρθρων που έγραψε. Ζούσε με το όραμα ενός εφαρμοσμένου Χριστιανισμού στα πλαίσια μιας δυνατής κοινωνικής παρουσίας του. Αυτό δεν σημαίνει ότι έμενε μόνο στην επαινούμενη φιλανθρωπική διακονία. Για τούτο, αυτός ο ίδιος ο ιδρυτής του μεγαλυτέρου σύγχρονου κοινωνικού έργου εν Κρήτη, έλεγε και μη σας φανή παράξενο, ότι η Εκκλησία πρέπει να βρη νέες μορφές διακονίας. Έλεγε: «Ο ιδρυματικός και οικοτροφειακός Χριστιανισμός έδωσε αυτό που είχε σε σχέση με την εποχή του». Ελάμβανε δηλαδή τα ερεθίσματα των καιρών, μένοντας εις ο,τι έμαθε και έζησε, αλλά προχωρούσε στην παρά πέρα αναζήτηση. Δεν ήταν όπως πολλοί νομίζουν, ένας και κάποτε, εκφραστής μίας υπερωριμασμένης φιλανθρωπίας. Είχε αγωνίες και συνεχείς ανώτερες αναζητήσεις και ήξερε με τέχνη σε ποιόν πρέπει να πη και μέχρι ποίου βαθμού τι, ώστε να ωφεληθή. Το τι είχε μέσα του για το αύριο ήταν πολύ αληθινό, μη υποκριτικό και κατευθυνόμενο πάντοτε για την σωτηρία του ανθρώπου. Είπε πολλάκις εις την ζωήν του το του Απ. Πέτρου: «Κύριε προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις».
Αναζήτησεν έως του γήρατός του, μέχρι τέλους, μυστικώς, την ποιμαντική της προσέγγισης της αύριον, ως άνθρωπος και ως Ιεράρχης της Εκκλησίας του Χριστού.-
Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «Αναγγένηση» 2006

Ιερά Μητρόπολις Γορτύνης και Αρκαδίας