ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΟΣ (ετήσιο μνημόσυνο) ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΟΙΔΙΜΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΓΟΡΤΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΚΥΡΙΛΛΟΝ

ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΟΣ (ετήσιο μνημόσυνο) ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΟΙΔΙΜΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ
ΓΟΡΤΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΚΥΡΙΛΛΟΝ

Του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Κνωσού κ. Ευγενίου

Με τον ηδύμολπο παιάνα της πίστεως «Χριστός Ανέστη» διασαλπίζει η Αγία μας Εκκλησία από την φωταυγή νύκτα της Αναστάσεως το ελπιδοφόρο ευαγγέλιο της νίκης του Χριστού κατά του θανάτου και καλεί εμάς τούς πιστούς της να ζήσομε ευχαριστιακά την ευφροσύνη του Πάσχα, της διάβασης μας «εκ του θανάτου εις την ζωήν». Μας καλεί να λάβομε πείρα του ιστορικού γεγονότος της Αναστάσεως και να προσκυνήσομε «τον Αναστάντα εκ νεκρών και φωτίσαντα πάντα» Χριστόν, ο οποίος «εγερθείς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο». Μας καλεί να συνεορτάσομε «θανάτου νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν άλλης βιοτής της αιωνίου απαρχήν και σκιρτώντες» να συμψάλλομε: «Ανέστη Χριστός και φθοράς ελυτρώθημεν και κατάρας ερρύσθημεν», «Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι» και να ευαγγελισθούμε αποστολικά στον εσταυρωμένο κόσμο που ζούμε, στον κάθε εσταυρωμένο άνθρωπο, το μήνυμα της Αναστάσεως, ότι «εκένωσεν τους τάφους ο Σταυρωθείς, ουκ ισχύει του θανάτου το κράτος».
Με το «Χριστός Ανέστη» στα χείλη μας, Σεβασμιώτατε Άγιε Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Άνθιμε, Εκπρόσωπε της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς, σεβαστοί πατέρες και αδελφοί, εντιμότατοι Άρχοντες, αγαπητοί αδελφοί, τελούμε σήμερα αξιοχρέως μνημόσυνον υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του αοιδίμου Μητροπολίτου Γορτύνης και Αρκαδίας  κυρού Κυρίλλου και όσο μας επιτρέπει η πνευματική μας ένδεια, ανταποκρινόμενοι στην επιθυμία του Σεβασμιωτάτου διαδόχου του στο πηδάλιο της Ιεράς Μητροπόλεως αυτής, αγαπητού αδελφού κ. Μακαρίου, θα αναφερθούμε στην χαρισματική μορφή του μακαριστού Ιεράρχου, η οποία παραμένει ανεξίτηλη και ζωντανή μέσα στις καρδιές όλων μας και ιδιαίτερα στις καρδιές των ανθρώπων του ποιμνίου του, που συντονίστηκαν για πολλές σειρές ετών με τους παλμούς της δικής του καρδιάς.
Πριν από ένα έτος, ο Αναστάς Κύριος μας εκάλεσε κοντά Του τον μακαριστό Μητροπολίτη Κύριλλο και εκείνος έτεινεν ευήκοον το ους του, έκανε υπακοή, όπως πάντοτε, στην κλήση του Κυρίου Του και επαναλαμβάνοντας για μία ακόμη φορά τους παύλειους λόγους «Εμοί γαρ το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» ( Φιλ. Α’, 21) και «εάν τε ζώμεν εάν τε αποθνήσκομεν, του Κυρίου εσμέν» (Ρωμ. 14, 8), κατέβηκε από το σύνθρονο της τοπικής αυτής Εκκλησίας, το οποίο αισθάνθηκε για τριάντα ολόκληρα χρόνια τη βαρύτητα του εκκλησιαστικού ήθους του, και ανέβηκε στους αναβαθμούς του ιερού συνθρόνου της Ουράνιας Ιεραρχίας, πλησίον και πέριξ του Θρόνου του Εσφαγμένου Αρνίου.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Γορτύνης Κύριλλος πριν ένα έτος ακριβώς έσπευσε αθόρυβα, ταπεινά και ειρηνικά, με την προσδοκία της αναστάσεως και της ζωής του μέλλοντος αιώνος, να αναπαυθεί στην πατρική αγκαλιά του Θεού. Και εμείς τούτη την λειτουργική ώρα συναχθήκαμε εδώ για να ενώσομε, το ίδιο ταπεινά, τις προσευχές μας και να τις κατευθύνομε ως θυμίαμα στο θρόνο του Θεού για την ανάπαυση της μακαρίας ψυχής του μετά των αγίων και των δικαίων.
Συναχθήκαμε για να παρακαλέσομε τον Τρισάγιο Θεό μας για τον άνθρωπο αυτό που γνωρίσαμε, που αγαπήσαμε, που ευεργέτησε πολλούς από εμάς, για τον άνθρωπο που ανάλωσε τη ζωή του στην διακονία της Αγίας μας Εκκλησίας, τον άνθρωπο που πολιτεύθηκε με δικαιοσύνη και οσιότητα, με αγάπη και πραότητα, με μακροθυμία και χρηστότητα, τον άνθρωπο που δεν έκρυψε το τάλαντον που του έδωσε ο Θεός αλλά το πολλαπλασίασε προς δόξαν Αυτού και της Εκκλησίας.
Συναχθήκαμε για να αναθεωρήσομε την «έκβασιν της αναστροφής» του, τον σταυροαναστάσιμο αρχιερατικό βηματισμό του, για να μνημονεύσομε αυτό το οποίο γνώριζε πολύ καλά και το εβίωνε αδιάλλειπτα. Πως όλη η ζωή ενός Επισκόπου είναι μια πορεία σταυροναστάσιμη, «δια δόξης και ατιμίας». Πως Σταυρός και Ανάσταση στη ζωή ενός Επισκόπου είναι συνυφασμένα και αλληλένδετα. Πως Σταυρός είναι η Επισκοπική διακονία, Σταυρός εν μέσω όφεων, και κάθε Επίσκοπος ζει διαρκώς μέσα στον κήπο της δικής του Γεσθημανή, μέσα στον  κήπο της εκκλησιαστικής αγωνίας του συχνά μόνος, με λιγοστούς μαθητές που κάποτε κουράζονται και καθεύδουν. Περιστοιχίζεται από σταυρωτές, ανθρώπους που παίρνουν τη θέση του Πιλάτου, την θέση του Πέτρου, την θέση του Ιούδα, ανθρώπους που εύκολα αρνούνται, που γρήγορα λησμονούν, που για λίγα αργύρια προδίδουν, ανθρώπους που μέσα σε διάστημα τριών ημερών μετατρέπουν το «Ωσσανά» σε «Σταυρωθήτω». Αλλά δεν αποθαρρύνεται γιατί δεν είναι μόνο αυτοί. Υπάρχουν και οι Κυρηναίοι, υπάρχουν και οι Μυροφόρες ψυχές, υπάρχουν και αυτοί που όπως τον Ιωάννη συνακολουθούν έως το τέλος, που δεν δειλιάζουν και δεν κρύπτονται «δια τον φόβον» κανενός. Δεν αποθαρρύνεται γιατί υπάρχει προ πάντων ο Θεός, γιατί υπάρχει ο Εσταυρωμένος και Αναστάς Μέγας Αρχιερεύς Χριστός, γιατί πιστεύει στην Ανάσταση. Και αν Σταυρός για τον Επίσκοπο είναι οι ενορίες και τα Μοναστήρια του, Ανάσταση Του είναι η προαγωγή του έργου της Εκκλησίας, αν Σταυρός Του είναι οι Ιερείς και οι Μοναχοί Του, Ανάσταση Του αποτελεί η κατά Θεόν προκοπή τους, αν Σταυρός Του είναι οι πόνοι και τα προβλήματα του ποιμνίου Του, Ανάσταση Του δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η ανακούφιση τους.
Σεβασμιώτατοι, αγαπητοί αδελφοί,
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κύριλλος γεννήθηκε εδώ κοντά, στον Πύργο Μονοφατσίου το έτος 1932, έγινε μοναχός  στην Μονή του Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη, χειροτονήθηκε διάκονος το 1956 από τον αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο Ευγένιο και ανεχώρησε λίγο αργότερα για να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή της ερατεινής Χάλκης, κάτω από τις πτέρυγες του δικεφάλου αετού της Μητέρας μας Εκκλησίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπου τα σπέρματα της ορθόδοξης θεολογίας εύρισκαν στην καρδιά του «γην αγαθήν», για να βλαστήσουν και να καρποφορήσουν αργότερα. Εκεί, στο λόφο της ελπίδος, άκουσε την φωνή του Θεού, όπως την άκουσε ο Νώε στο όρος Αραράτ και ο Μωυσής στο όρος Σινά, και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον μακαριστό Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως Μάξιμο. Και από εκεί επέστρεψε στην Κρήτη με ζήλο ένθεο «κατ’ επίγνωσιν», μα και με την κρητική λεβεντιά που διέκρινε έως την τελευταία στιγμή  την εκκλησιαστική του διακονία, για να υπηρετήση ως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης από το 1962 έως το 1975 που εξελέγη Επίσκοπος.
Την 16ην Φεβρουαρίου 1975 στον ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου.
«Πάντες πεποίθαμεν ότι εν τη Θεοφιλία σου η Αποστολική ημών Εκκλησία κτάται Επίσκοπον εκκλησιαστικώς φρονούντα, θεολογικώς σκεπτόμενον και ιερατικώς ζώντα…» του είχε πει εκείνη την μεγάλη ημέρα της ζωής του ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος στην προσφώνηση του, για να του υπομνήσει λίγο αργότερα τις αποστολικές επιταγές «Δει ουν τον Επίσκοπον ανεπίληπτον είναι, νηφάλιον, σώφρωνα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, επιεική, άμαχον, αφιλάργυρον» (Α’ Τιμ. Γ , 2-3) και να του τονίσει «Υπευθύνως λέγομεν ότι εις την σύστασιν ταύτην του Ουρανοβάμονος Παύλου περί των προσόντων του Επισκόπου ανταποκρίνονται αι κοσμούσαι την θεοφιλίαν σου πολλαπλαί αρεταί. Η ταπείνωσις, η σωφροσύνη, η αγάπη, η ειρήνη, η ευγένεια  της ψυχής σου, το λειτουργικόν ήθος σου, το εκκλησιαστικόν φρόνημά σου…» Μπορούμε τώρα ασφαλώς να πούμε πως η κρίση αυτή του Γέροντός του αποδείχθηκε ακριβοδίκαιη.
Το έτος 1979 ο μακαριστός Κύριλλος εξελέγη υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας, την οποία και θεαρέστως εποίμανε μέχρι της αναλύσεως και της εις Κύριον εκδημίας του. Κατά την διάρκεια της θεοφιλούς ποιμαντορίας του έγιναν πολλά. Δεν θα αποτολμήσομε αυτή την ώρα έκθεση των πεπραγμένων του. Όχι μόνο γιατί ο ίδιος δεν θα το ήθελε αλλά γιατί σίγουρα είναι περισσότερα όσα δεν γνωρίζομε από εκείνα που γνωρίζομε για την πολυσχιδή δράση του. Τούτο μόνο θα πούμε. Πως ο μακαριστός Μητροπολίτης Γορτύνης και Αρκαδίας Κύριλλος έκανε πάντοτε αυτό που όφειλε να κάνει ως Ορθόδοξος Επίσκοπος, έκανε πάντοτε αυτό που του υπαγόρευε η χριστιανική και η αρχιερατική του συνείδηση, αυτό που είχε διδαχθεί από την ιερή παράδοση των πατέρων και των διδασκάλων του.
Σκορπούσε παντού απλόχερα ευγένεια και αγάπη, μετέδιδε πίστη και ελπίδα, δίδασκε με την παρουσία του ταπείνωση, απλότητα και αυθορμητισμό, μοίραζε αφειδώλευτα τους καρπούς από τα χαρίσματα που του είχε δώσει ο Θεός και εργαζόταν ακούραστα στο έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων, στην ιερουργία του λόγου του Θεού, στην οικοδομή του Σώματος της Εκκλησίας.
Πολύτιμο μέλος της Ιεράς Συνόδου μας, υπεύθυνος εκκλησιαστικός άνδρας, υπέρμαχος των δικαίων της Εκκλησίας, αφοσιωμένος πάντοτε πιστά στην Μητέρα Εκκλησία,  απολάμβανε πάντοτε την αγάπη του φίλου και συνταξιώτη του Μεγάλου Πατριάρχου μας Βαρθολομαίου, και δίδασκε όλους το ιερό χρέος μας στο μαρτυρικό Φανάρι.
Αγάπη ανυπόκριτη, μεγαλείο ψυχής, φιλοξενία, αρχοντιά που σπανίζει στις ημέρες μας, ειλικρίνεια και ευθύτητα, σεμνότητα και ιεροπρέπεια,  ήταν τα μαθήματα που επίσης δίδασκε με τη ζωή του και άφησε ως υποθήκες σε εμάς.
Ο μακαριστός Κύριλλος υπήρξε αληθινά Επίσκοπος με ευαγγελική πολιτεία, γνήσιος φορέας της ζωής και του ήθους της Αγίας μας Εκκλησίας, «από θέας» ευαγγελιστής του φαιδρού της Αναστάσεως κηρύγματος στον λαό που του εμπιστεύθηκε η πρόνοια του Θεού, στον λαό που τόσο τον αγάπησε και τον τίμησε, και που σήμερα, ένα χρόνο μετά αναπολεί, ανακαλεί ζωηφόρες μνήμες από την καλλίκαρπη διακονία Του και τον μακαρίζει.
Αοίδιμε  Ιεράρχα,
Σε αγκαλιάζει σήμερα η μνήμη και η ευγνωμοσύνη όλων μας. Έχοντας κρατήσει στην καρδιά μας το φωτεινό παράδειγμα σου και τις εκκλησιαστικές υποθήκες σου, οι συνεπίσκοποι σου στην Αποστολική Εκκλησία της Κρήτης, ο καλός διάδοχος σου, οι ιερείς της Μητροπόλεως σου, όσοι έλαβαν το χάρισμα της ιερωσύνης από τα τίμια χέρια σου, τα πνευματικά σου παιδιά, ο ευγενής και πιστός λαός της επαρχίας σου, που τόσο αγάπησες και διακόνησες και τόσο σε αγάπησε και δεν λησμόνησε ποτέ τις αμέτρητες φανερές και αφανείς προς αυτόν ευεργεσίες σου, αναγνωρίζομε ότι αναδείχθηκες «Επίσκοπος άξιος της ιστορίας της Εκκλησίας Κρήτης και φορεύς των μεγάλων παραδόσεων της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας και του γένους ημών» και διηκόνησες « τον λαόν του Κυρίου, λαόν ευλαβή και ευγενή, ως εργάτης δόκιμος του Θεού, ανεπαίσχυντος και ορθοτομών τον λόγον της αληθείας» (Β  Τιμ. 2, 15).
Σε αναζητούμε. Μας λυπεί η απουσία σου. Όμως μας παρηγορούν, ο αποστολικός λόγος «μη λυπείσθε, καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. Ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και  ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του  Ιησού άξει συν αυτώ» (Θεσ. Δ’, 13) και η φωνή που ακούμε μυστικά να εξέρχεται από το μνημείο σου «Χθες συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι, συνεσταυρούμην σοι χθες αυτός με συνδόξασον Σωτήρ εν τη Βασιλεία Σου». Όσοι σε είδαμε να σταυρώνεσαι, να χύνεις το αίμα σου καθημερινά στο Σταυρό της μεγάλης θυσίας, όσοι γνωρίζομε την οδό του μαρτυρίου της ζωής σου, την οποία αγόγγυστα εβάδισες έως τέλους, όλοι όσοι ψηλαφούμε τους τύπους των ήλων της πάντοτε Εσταυρωμένης Αρχιερωσύνης στα χέρια σου, είμαστε βέβαιοι πως η ζωή της ζωής σου, ο Αναστάς Χριστός σου χαρίζει την Ανάσταση.
Δεν σε λησμονούμε στο θυσιαστήριο κάθε φορά που ιερουργούμε το μυστήριο της σωτηρίας του κόσμου, δεν σε λησμονούν τα ιερά θυσιαστήρια της επαρχίας σου, τα ιερά θυσιαστήρια που καθιέρωσες. Σε παρακαλούμε ταπεινά, μην μας λησμονείς και Εσύ στο ουράνιο θυσιαστήριο, όπου συλλειτουργείς πλέον με τους αγίους προκατόχους σου, και τους λοιπούς δυσεξαρίθμητους αγίους καρπούς της εύγονης Κρητικής Εκκλησίας.
Βέβαιοι πως ίσχυσε για σένα ο χρυσοστομικός λόγος «Ει τις δούλος ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου Αυτού. Ει τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο εις τον μυστικόν αμπελώνα έως την ύστερην ας πάρη τώρα δικαίως την πληρωμήν του κόπου του» αφού ο Κύριος μας «και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται, και την πράξιν τιμά  και την προαίρεσιν επαινεί»,  συνεχίζομε με την ευχή σου και με φρόνημα αναστάσιμο το έργο σου, το έργο της αγίας μας Εκκλησίας, της Εκκλησίας του Σταυρού και της Αναστάσεως.