Του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Δοξολογία για την Εθνική εορτή, στον Ι. Μ. Ν. Αγ. Γεωργίου Μοιρών, δέηση στο Ηρώο Μοιρών, παρέλαση 25ης Μαρτίου 2024.

Ομιλία για την 25 Μαρτίου 1821,

της κ. Μαρίας – Ευαγγελίας Ορφανουδάκη,

Δασκάλας του Δημοτικού Σχολείου Καπαριανών,

η οποία έγινε στον Ι. Μητροπολιτικό Ναό Αγ. Γεωργίου Μοιρών, την 25 Μαρτίου 2024.

25Η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821

Σεβασμιότατε,  Κύριε Δήμαρχε, Εκπρόσωποι των Πολιτικών, Πολιτειακών, Στρατιωτικών  Αρχών και Σωμάτων Ασφαλείας, Συνάδελφοι, Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητά μας παιδιά…….

«Αύτη η μέρα ην εποίησε ο Κύριος αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή»

Μία τέτοια μέρα είναι η σημερινή …. αγαλλίασης και ευφροσύνης..

Δύο «Χαίρε» έχουμε παρακαταθήκη στην ελληνική γλώσσα και τα δύο τα γιορτάζουμε σήμερα.

«Χαίρε Κεχαριτωμένη. Ο Κύριος μετά σου.» είπε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παναγία μας όταν της μετέφερε την χαρμόσυνη είδηση της ενανθρωπήσεως του Χριστού. . Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή της σωτηρίας μας για να ακολουθήσει η γέννηση, η σταύρωση και η ανάσταση. Ο προ αιώνων υπάρχον Θεός γίνεται άνθρωπος για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας. Ασύλληπτο γεγονός…!

Το ίδιο ασύλληπτη ήταν και η απελευθέρωση της πατρίδας μας από δουλεία αιώνων…

«Χαίρε ω  χαίρε Λευτεριά» λέει ο  Διονύσιος Σολομός στον εθνικό μας ύμνο. Η 25η Μαρτίου 1821 ήταν ο Ευαγγελισμός της Ελλάδας, η αρχή της σωτηρίας της.

Την λαμπρή αυτή μέρα απέδωσε αριστοτεχνικά σε τέσσερις στίχους ο Κωστής Παλαμάς. Σ’ αυτούς τους στίχους είναι κρυμμένη όλη η ιστορία μας ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι και ως Έλληνες.

 «…Σβήνουν δύο νύχτες, και δύο αυγές προβάλλουν στον αγέρα.

Δύο λευτεριές που σμίγουνε μέσα στην ίδια μέρα.

Δύο λευτεριές ματόβρεχτες, παιδιά μεγάλου κόπου.

Η Λευτεριά του Έλληνα ,κι η Λευτεριά του ανθρώπου.»

Ο Δ. Καμπούρογλου συνήθιζε να λέει: «Όλα τα Έθνη για να προοδεύσουν πρέπει να βαδίζουν εμπρός, πλην του ελληνικού που πρέπει να στραφεί πίσω».

Πίσω θα στραφούμε κι εμείς σήμερα για να συναντήσουμε τους ευκλεείς προγόνους μας ,τα πραγματικά, τα διαχρονικά μας πρότυπα που μας διδάσκουν το πώς πρέπει να ζούμε.. Το 21’ μας διδάσκει πολλά.

Μας διδάσκει πρώτα απ’ όλα την ομόνοια και τη συγχωρητικότητα.

«Κάποτε είχε πλησιάσει το Γέρο του Μοριά αυτός που είχε σκοτώσει τον αδερφό του, πιστεύοντας ότι δεν θα τον αναγνωρίσει. Ήταν τόσο το θράσος του που φορούσε και τη χρυσοκέντητη κάπα του θύματος. Τόλμησε να του ζητήσει μια χάρη. Ο Κολοκοτρώνης αναστέναξε βαθειά. Άλλος θα όρμαγε πάνω του να τον σκοτώσει. Αυτός όμως τον δέχτηκε με καλοσύνη. Με την καλοσύνη και την ταπεινότητα που του υπαγόρευε το μεγαλείο της γενναίας ψυχής του. Όχι μόνο τον εξυπηρέτησε, αλλά τον κράτησε και για φαγητό. Στο ίδιο τραπέζι έκατσε και η μάνα του η Καπετάνισσα. Μόλις αναγνώρισε το πανωφόρι του δολοφονημένου παιδιού της, ξέσπασε σε κλάματα και αγανακτισμένη τα έβαλε με το Στρατηγό.

«Πώς βάζεις στο τραπέζι μας τον φονιά του αδερφού σου;»

Και της απαντά ο Κολοκοτρώνης: «Σώπα μάνα! Υπάρχει  καλύτερο μνημόσυνο απ’ αυτό  για την ψυχή του σκοτωμένου παιδιού μας!

****

Πολλές φορές κινδύνεψε η Επανάσταση εξαιτίας της διχόνοιας, και πολλές φορές σώθηκε εξαιτίας του μεγαλείου των αγωνιστών.

 Την ώρα που αποβιβάζεται ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και την απειλεί με κατάληψη, οι αντίπαλοι του Κολοκοτρώνη τον φέρνουν από την Ύδρα, όπου ήταν έγκλειστος με άλλους οπλαρχηγούς του Μοριά,…. Συνενώνονται, Αδελφώνονται, γίνεται μία αδελφοποιητική Λειτουργία, ανταλλάσουν ασπασμούς και ο μέχρι χθες κρατούμενος Κολοκοτρώνης διορίζεται Αρχιστράτηγος.

Ο Καραϊσκάκης ο πιο ατάσθαλος από τους αγωνιστές, (ο πιο απολαυστικός, τον οποίο κατηγορούν για χυδαιολογία …ο Καραϊσκάκης  δεν ήταν χυδαιολόγος ,μιλούσε με ελευθεροστομία γιατί αυτή ήταν η γλώσσα του. Οι αγωνιστές ούτε από μεγάλα τζάκια ήταν, ούτε σπουδαγμένοι ήταν, αλλά μεγαλούργησαν… γιατί τότε μεγαλουργούσαν οι καρδιές) προσέβαλε την οικογένεια Ζαΐμη στον εμφύλιο. Ωστόσο την κρίσιμη στιγμή που ο Ιμπραήμ και ο Κιουταχής καταλαμβάνουν το Μεσολόγγι, ο Ζαΐμης δε δίστασε ούτε στιγμή να αναθέσει την Αρχιστρατηγία στον Καραϊσκάκη, τον οργισμένο εχθρό του. Και ο Καραϊσκάκης βέβαια, στο εξής επέδειξε μία τέτοια υπέροχη διαγωγή , που αποτελεί υπόδειγμα στρατιωτικού ήθους.

 «Σας στέλνω τον Δράμαλη με 30.000χιλιάδες ασκέρι για να μονιάσετε»…. η χαρακτηριστική  φράση του Οδυσσέα Ανδρούτσου προς τους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου που βρίσκονται σε διχόνοια κατά το δεύτερο χρόνο της Επαναστάσεως.

Ασκέρια πολλά καιροφυλαχτούν και στις μέρες μας. Ας είμαστε μονιασμένοι. Μας το παραγγέλνει και ο Εθνικός μας Ύμνος. (που είναι ύμνος εις την Ελευθερία, και όχι στην Ελλάδα)

«Αν μισούνται ανάμεσά τους, δεν τους πρέπει Λευτεριά».

Το 21’ μας διδάσκει την φιλοπατρία και την πίστη.

«Όλα τα κατορθώνει η αγάπη για την πατρίδα», λέει ο Κανάρης, ο οποίος όταν ρωτήθηκε τι σκεφτόταν την ημέρα που θα ανατίναζε την ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου στο λιμάνι της Χίου, απάντησε: «Είπα. Απόψε Κωνσταντή θα πεθάνεις». Ξεκινούσαν για να πεθάνουν  → «Ελευθερία ή Θάνατος», ήταν το σύνθημά τους! Ο ίδιος βαθιά θρησκευόμενος, ατρόμητος, αλλά και συνετός άνθρωπος είπε χαρακτηριστικά για τη μέρα εκείνη: «Οι Τούρκοι ήταν τόσοι πολλοί που αν έπτυαν επάνω μας θα μας έπνιγαν με το σάλιο τους. Αλλά, ο μεγαλοδύναμος Θεός δεν το επέτρεψε και μας έσωσε διότι εγνώριζε την ψυχή των δούλων του». Εκτός όμως από τους πρωταγωνιστές και ο απλός λαός είχε το ίδιο φρόνημα. Κατά τη σφαγή της Χίου, γράφει ο Γάλλος ιστορικός Πουκεβίλ που ήταν αυτόπτης μάρτυρας: Μάζεψαν γυναικόπαιδα οι Τούρκοι στην αμμουδιά, αρκετές χιλιάδες κόσμος. Ξεκρέμασαν το σταυρό με τον Εσταυρωμένο της Μεγάλης Παρασκευής από την Εκκλησία, τον έφτυσαν μπροστά σε όλους, τον πέταξαν στην ακρογιαλιά και είπαν: «Όποιος φτύσει και πατήσει το Σταυρό θα κερδίσει τη ζωή του. Όποιος δεν το κάνει, θα πεθάνει». Τους άφησαν μία ώρα για να το πράξουν. Ούτε ένας!!! Κανένας δεν ατίμασε τον Σταυρό. Και σφαγιάστηκαν όλοι!

Και πάμε στην πιο αγνή μορφή του 21, τον Άγιο του Αγώνα. Το Μακρυγιάννη με το κομποσκοίνι περνούσε τις νύχτες του.

Ήρθε ο Ιμπραήμ.. με 25.000 στρατό… και πλάκωσε στην Καλαμάτα. Τρόμος και φόβος. Και τι κάνει ο Μακρυγιάννης; Φτιάχνει ένα χαράκωμα από πέτρες και μένει μέσα με 30 παλικάρια.

Με 30 παλικάρια θα πολεμήσει μια ολόκληρη Τουρκιά; Πάει ο ναύαρχος Δεριγνύ να τον επισκεφτεί. Μόλις είδε το χαράκωμα γέλασε!

–           «Τι γελάς ναύαρχε;»

–           Μμμ τι είναι τούτο δω … μπροστά στα κανόνια και στα πλοία τα μεγάλα που φέρανε οι Αιγύπτιοι και οι Τούρκοι; Με αυτά θα πολεμήσετε; Λίγοι Είστε! Αδύνατοι Είστε!

–           Αδύνατοι είμαστε. Αλλά ο Θεός μας είναι δυνατός. Λίγοι είμαστε. Η τύχη, μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούν! Τρώνε από εμάς και μένει και μαγιά… Και όταν οι ολίγοι αποφασίσουν να πεθάνουν λίγες φορές χάνουν κι πολλές κερδαίνουν…» απάντησε ο Μακρυγιάννης.

Το 21 διδάσκουν οι Ελληνίδες, οι ηρωίδες, οι Ρωμιές τις μάνες τις σημερινές.

«Απ’ όλα τα λαλούμενα κάλιο χτυπά η καμπάνα

Κι απ΄ όλα τα γλυκύτερα, γλυκύτερη ειν΄ η μάνα..»

Οι μάνες είναι οι αφανείς σημαίες του γένους μας….

Ο Άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος  ο οποίος αλλαξοπίστησε στη Ρόδο κάποια στιγμή, πήγε  όταν έγινε μεγάλος και τρανός , αλλά τούρκος πια, με τα σαρίκια και τα τούρκικα φέσια.. στη μάνα του , στην Ύδρα…

Εγώ δεν έχω γιο, του λέει, φύγε!

Φεύγοντας κατησχυμένος ο Άγιος, μες στην ντροπή, σκύβει στην αυλή του σπιτιού του και πίνει νερό με το πήλινο τάσι που είχαν! Ακούει πίσω τη μάνα του που άρπαξε το τάσι και το έκανε κομμάτια,! Κομμάτια έγινε και η καρδιά του αγίου. Βρήκε έτσι τον εαυτό του από την αντίδραση της μάνας  του , και  Αγίασε και Θαυματούργησε…!

Διηγείται ο Μακρυγιάννης πώς σώθηκε όταν ήταν βρέφος, από τους Τούρκους του Αλή Πασά. «Τριγυρνούσαν οι δικοί μου 18 μέρες στα δάση κι έτρωγαν αγριοβέλανα κι εγώ θήλαζα. Θέλησαν να περάσουν ένα γιοφύρι που το φύλαγαν οι Τούρκοι και για να μην κλάψει ο νεογέννητος Μακρυγιάννης και χαθούνε όλοι τον άφησαν στο δάσος μόνο του. Τότε σημειώνει ο Μακρυγιάννης «μετανογά η μάνα μου και τους λέει. Η αμαρτία του βρέφους θα μας χάσει! Περάστε εσείς και σείρτε στο τάδε μέρος και σταθείτε. Το παίρνω κι αν έχω τύχη και δεν κλάψει διαβαίνω..» Νίκησε το ανίκητο μητρικό ένστικτο. Και λέει παρακάτω « Η μητέρα μου κι ο Θεός μας έσωσε».

  Μέσα Φεβρουαρίου 1821, λίγο πριν εκδηλωθεί η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Η Ελισάβετ Υψηλάντου γευματίζει για τελευταία φορά με όλα τις τα παιδιά. Κατά το τελευταίο αυτό γεύμα η μεγάλη Ελληνίδα έκανε μια από τις μεγαλοπρεπέστερες χειρονομίες που θα μπορούσε μια μάνα να κάνει. Στο τέλος του γεύματος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης λέει στη μητέρα του:

«Μητέρα, η σωτηρία της πατρίδας απαιτεί να θυσιαστεί το κτήμα της Κοζνίτσας που θα μπορούσε για σαράντα ακόμα χρόνια να δίνει στο σπίτι σου 50.000 ρούβλια ετησίως. Τι λες; Το δίνεις για την πατρίδα;»

Η αρχόντισσα μάνα δάκρυσε κι έπειτα από κάποιες στιγμές είπε με απόλυτη βεβαιότητα και ηρεμία: «Παιδιά μου, εγώ προσφέρω εσάς τα αγαπημένα μου παιδιά και θα λυπηθώ το κτήμα και τα ρούβλια;» Τέσσερεις  γιους από τα οχτώ παιδιά της έδωσε στον αγώνα η Ελισάβετ Υψηλάντου.

 «Έχασα το σύζυγο μου, σκοτώθηκε πολεμώντας τους Τούρκους. Ευλογητός ο Θεός !

Ο μεγαλύτερος γιος μου σκοτώθηκε με τα’ άρματα στο χέρι. Ευλογητός ο Θεός!

Ο δεύτερος γιος μου 14 χρονών μάχεται με τους ¨Έλληνες και ίσως βρει κι αυτός Εύδοξο θάνατο. Ευλογητός ο Θεός!

Υπό τη σκιά του Σταυρού θα χυθεί και το δικό μου αίμα. Ευλογητός ο Θεός!

Αλλά θα νικήσουμε ή θα πάψουμε να ζούμε. Θα έχουμε όμως την παρηγοριά ότι δεν αφήσαμε πίσω μας δούλους Έλληνες.» Υπογραφή Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, μάνα ηρώων κι αυτή.

Το Άγιο 21 προσφέρει απαράμιλλα πρότυπα σε όλους μας και πρώτα σε μας τους δασκάλους.

Το 1838 εκφωνεί στην Πνύκα ο Κολοκοτρώνης τον περίφημο λόγο του. Τον ιδρυτικό του κράτους μας λόγο θα λέγαμε.

« Ο Κόσμος μας έλεγε τρελούς, εμείς αν δεν ήμαστε τρελοί δεν θα κάναμε την επανάσταση !»

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την επανάσταση δε συλλογιστήκαμε ούτε πόσοι ήμαστε, ούτε ότι δεν είχαμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι κρατούσαν τα κάστρα και τις πόλεις μας , αλλά σαν βροχή έπεσε σε όλους η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι και ο κλήρος και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμε και κάμαμε την επανάσταση. »

Ποιος μας κληροδότησε όμως αυτό το λόγο; Πρόκειται για το μέγα δάσκαλο του γένους, επονομασθέντα και σωτήρα του γένους Γεώργιο Γεννάδιο. +++

Ποιος ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος; Ήταν ανήρ ανεξάρτητος, αφιλοκερδής, αξιοπρεπής, ευρείας παιδείας και φιλοπατρίας.

Το 1817 βρίσκεται στην Οδησσό της Ρωσίας και διδάσκει στην εκεί ελληνική σχολή. Κάποτε επισκέφθηκε τη σχολή ο Τσάρος Αλέξανδρος συνοδευόμενος από τον Καποδίστρια. Ενθουσιασμένος ο Τσάρος από τα προσόντα του Γενναδίου, του προτείνει την απονομή τίτλου «ευγενείας» και δη του Βαρώνου και απαντά ο δάσκαλος στον Τσάρο.

«Αν εμείς οι Έλληνες (που είμαστε ακόμη υποδουλωμένοι αρχίσουμε να γίνουμε βαρόνοι, υπάρχει κίνδυνος να αποβάλλουμε το Βαρ. και να μείνουμε  ΟΝΟΙ.». Το 1820 διδάσκει στο Βουκουρέστι. Από αυτές τις αίθουσες βγήκε ο Ιερός Λόχος, που θυσιάστηκε στην Επανάσταση της Μολδοβλαχίας με τον Υψηλάντη. Στο τελευταίο του μάθημα θα πει . Γ-Γ, στους Ιερολοχίτες. (έπρεπε να το έχουμε αναρτημένο στις τάξεις μας)

«Ήρθε η ώρα να δείξετε στον κόσμο που σας κοιτάζει, και στην πατρίδα η οποία ελπίζει από εσάς ότι είστε γνήσια τέκνα αυτής. Ήρθε η ώρα να δείξετε ευγνωμοσύνη προς την πατρίδα που σας γέννησε και να προσφέρεται ελάχιστο πράγμα αντί της μεγίστης ευεργεσίας ότι σας έκανε Έλληνες και να προσφέρετε τη ζωή σας υπέρ αυτής. Αφού σας έδωσε τη ζωή τώρα σας προτείνει και την αθανασία. Πρόγονοι και Πατέρες 3000 ετών, ήρωες, μάρτυρες, σοφοί, στρατηγητές σας, κοιτάζουν από τον ουρανό για να ιδούν αν θα φανείτε άξιοι αυτών και της πατρίδας των Πλαταιών, των Θερμοπυλών, της Σαλαμίνος. Του ιερού λόχου των Θηβών, οι ψυχές σας φωνάζουν: «Μη μας ατιμάσετε, μιμηθείτε μας, σας περιμένουμε αγκάλας ανοιχτάς. 4 αιώνων τουρκοκρατίας ήρωες και μάρτυρες οι αθάνατοι κλεφτουριά, Ιεράρχες, άρχοντες, δάσκαλοι σας φωνάζουν – «Μάχεσθε υπέρ πίστεως  και πατρίδος-Η πατρίς σας παρακαλεί να την ελευθερώσετε και να αποθανατιστείτε.» Έπειτα τους φίλησε όλους και έκλεισε τη σχολή.

Πρέπει να διδάσκουμε στα παιδιά μας την αίσθηση του χρέους και της ευθύνης.

Στην πατρίδα ανήκουμε… Δε μας ανήκει!!

Το 1826 τον βρίσκουμε στο Ναύπλιο, λίγο μετά την έξοδο του Μεσολογγίου. «Κλαυθμός και οδυρμός εγίνετο καθ’ όλη την Ελλάδα». Η επανάσταση  κινδυνεύει.  Καλεί  λοιπόν το λαό « εις υπέρτατο  αγώνα υπέρ σωτηρίας της Ελλάδος».

 Ο αυτόπτης Αλέξανδρος Ραγκαβής μεταφέρει τη σκηνή και τα λόγια του δασκάλου:

«Η Πατρίς καταστρέφεται! Ο Αγών ματαιούται ! Η Ελευθερία εκπνέει ! Χρειάζεται βοήθεια σύντονος! Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί οι οποίοι έφαγαν πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγες και τώρα αργοί και λιμώττοντες (πεινασμένοι) μας περιστοιχίζουν, να σπεύσουν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Για να γίνει αυτό χρειάζονται πόροι και πόροι δεν υπάρχουν. Αλλά αν θέλουμε να έχουμε πατρίδα …Αν είμαστε άξιοι να ζούμε ελεύθεροι… πόρους βρίσκουμε! Ας δώσει ο καθένας ότι έχει και μπορεί …. Ιδού η πενιχρά  προσφορά μου. Ας με μιμηθεί όποιος θέλει.» Κι επικροτούντος του πλήθους  εκκένωσε κατά γης το ισχνών διδασκαλικό βαλάντιο του. «Αλλά όχι!» επανέλαβε σε λίγο. «Η συνεισφορά αυτή είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλο δεν έχω να δώσω! Αλλά έχω εαυτό και ιδού τον πωλώ!  Ποιος θέλει  διδάσκαλο  επί  τέσσερα            έτη για τα παιδιά του; Ας καταβάλει  ενταύθα το τίμημα!»

Τι μεγαλείο! Τι πρότυπο! Τέσσερα χρόνια ιδιαίτερα θα λέγαμε  και το αντίτιμο για την πατρίδα.  Μπήκαν στο φιλότιμο οι φτωχοί Έλληνες … πρόσφεραν ότι είχαν ….ακόμη και τις βέρες τους, οι γυναίκες  και σώθηκε  η επανάσταση….  γιατί με τα χρήματα και τα τιμαλφή εξοπλίστηκε ο Στρατός του Καραϊσκάκη.

Λένε ότι το πετραχήλι του Πατροκοσμά και το καριοφίλι του Κολοκοτρώνη μας απελευθέρωσαν. Ας προσθέσουμε και  το  κοντήλι  του  Γενναδίου.

Δυστυχώς ζούμε και σήμερα μια νέα τουρκοκρατία. Ο εξευρωπαϊσμός μας ήταν το καλλιτεχνικό όνομα μιας νέας δουλείας.  Η παιδεία πρέπει να λάβει τη μορφή κρυφού σχολειού ….Να θυμηθούμε τους παλιούς καλούς δασκάλους που έβλεπαν τον εαυτό τους θεματοφύλακα της ελληνικής παράδοσης. Οι παλιοί αυτοί δάσκαλοι έφυγαν λοιδορούμενοι γιατί δήθεν εκπροσωπούσαν το πνεύμα  μιας συντηρητικής  εποχής. Αυτή  όμως  η εθνική διδασκαλία σώζει πατρίδες.

            Διαχρονικό πρότυπο είναι και οι παπάδες του 21 για τους ιερείς της πατρίδος μας:

Όταν ήρθε ο Βασιλιάς Όθων πρώτη φορά στο Μεσολόγγι το 1837, ζήτησε από το στρατηγό Δημήτρη Μακρή πληροφορίες για τον παπά του Μεσολογγίου.

«Μεγαλειότατε» του είπε ο Μακρής, «τον παπά αυτόν αξίζει να προσκυνάμε σαν άγιο για τις μεγάλες του υπηρεσίες στην πατρίδα και τον κόσμο».

«Και ποιες είναι αυτές Καπετάν Μακρή»; Ρώτησε ο βασιλιάς.

«Ακούστε Μεγαλειότατε, από την αρχή του αποκλεισμού στο Μεσολόγγι, η μόνη δουλειά που έκανε ο παπάς αυτός άμα άρχιζε το ντουφέκι, κι αυτό ήταν καθημερινό, ήταν να τρέχει στην εκκλησιά, έπαιρνε το δισκοπότηρο στα χέρια και με το φανάρι του πήγαινε από έπαλξη σε έπαλξη και μεταλάβαινε τους βαριά πληγωμένους και τους παρηγορούσε με καλά λόγια και εγκαρδίωνε τους άλλους να πολεμούν με όρεξη και με ψυχή για να έχουν τη βοήθεια του Θεού. Σου ορκίζομαι στην πίστη μου μεγαλειότατε ότι δεν πέρασε μέρα ή νύχτα που να μην τον δω γύρω στις επάλξεις και μέσα στη χώρα από σπίτι σε σπίτι. Και στην έξοδο ήταν μαζί μας και βόλι δεν τον πείραξε! Λοιπόν δεν είναι άγιος αυτός ο παπάς;»

Πήραν μέρος στην Επανάσταση πάνω από 6000  ιερείς και καλόγεροι.

Σταυρός και ντουφέκι. Αυτά είναι η Ελλάδα!

Διδάσκουν οι ήρωες του 21, τόσο τους πολιτικούς των ημερών μας,

Έλεγε ο Καποδίστριας, ο Κυβερνήτης ο μόνος που λαμπρύνθηκε μ’ αυτό το όνομα στην Ιστορία μας.

«Εφόσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου, αρκούν για να ζήσω, αρνούμαι να πλησιάσω τα δημόσια χρήματα ενώ βρισκόμαστε εν τω μέσω ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων στην εσχάτη πενία.  Ένα λαμπρό μάθημα εντιμότητας και ανιδιοτέλειας. Και μια και μιλάμε για ανιδιοτέλεια: Το 1823 διορίζεται ο Μάρκος Μπότσαρης Αρχιστράτηγος Δυτικής Στερεάς. Αυτό δυσαρέστησε τους άλλους οπλαρχηγούς. Και τι κάνει ο μετριόφρον αγωνιστής; Επειδή αυτό θα έβλαπτε τον Αγώνα, τους κάλεσε σε συγκέντρωση και μπροστά σε όλους φίλησε το δίπλωμα του διορισμού του από σεβασμό στην Κυβέρνηση και κατόπιν με ηρεμία το έσκισε λέγοντας: «Όποιος είναι άξιος, παίρνει το δίπλωμα μπροστά στον εχθρό».

Το 1825 οι συναγωνιστές του προτείνουν στον Παπαφλέσσα τον μπουρλοτιέρη των ψυχών (Υπουργός Εξωτερικών, διορισμένος τότε) να αφήσει τους λόφους στο Μανιάκι και να ταμπουρωθεί ψηλότερα στο βουνό για να υπάρχει οδός διαφυγής. Απαντά ο Παπαφλέσσας: « Εγώ δεν ήρθα εδώ να μετρήσω το στρατό του Μπραήμη από ψηλά. Ήρθα να πολεμήσω. Ούτε τρελάθηκε ο Μπραήμης, να δωσοβαράει εκεί που ξέρει ότι θα κερδίσει νίκη, αλλά θα τραβήξει ίσια για την Τριπολιτσά. Και τότε εγώ θα μείνω από πίσω να μαζεύω τα καρφοπέταλά του. Αν όμως τον κρατήσω εδώ στο Μανιάκι γλιτώνω το Μοριά. Καθίστε εδώ να πεθάνουμε σαν Αρχαίοι Έλληνες».

Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς, ο Τουρκοφάγος, ο μεγάλος ο αγνός αγωνιστής, που δεν υπήρχε μάχη στην οποία δεν πήρε μέρος, και ήταν ο μοναδικός που δεν πήρε λάφυρα από καμία μάχη. Το 1841 λοιπόν ήταν τόσο φτωχός που κατάντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά. Η αρμόδια Αρχή η οποία χορηγούσε θέσεις επαιτείας του επέτρεπε να επαιτεί – να ζητιανεύει κάθε Παρασκευή κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας. Όταν έφτασαν αυτά στα αυτιά του Πρέσβη της Γαλλίας, πήγε  στο σημείο όπου ζητιάνευε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο, μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.

–           Τι κάνετε Στρατηγέ μου; Ρώτησε ο ξένος.

–           Απολαμβάνω ελεύθερη Πατρίδα.

–           Μα εδώ την απολαμβάνεται, καθισμένος στο δρόμο; Επέμενε ο ξένος.

–           Η πατρίδα μου, μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα, πως περνά ο κόσμος. Απάντησε περήφανα ο Νικηταράς.

Ο ξένος κατάλαβε και διακριτικά φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με λίρες. Ο σχεδόν τυφλός Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρτο μην το βρει κανένας και το χάσεις».

Πέθανε το 1849 πάμφτωχος ο γενναίος και έντιμος ήρωας, αλλά τον πήρε στα φτερά της η Δόξα.

Μας διδάσκουν ακόμα η ήρωες, πως πρέπει να στεκόμαστε έναντι των ξένων όταν μας υποτιμούν.

Κάποτε στα πρώτα χρόνια της Βασιλείας του, όταν ζούσαν ακόμα τα ιερά λείψανα, όπως έλεγαν τους γέροντες αγωνιστές της Επανάστασης, επισκέφθηκε ο Γεώργιος Ά το Μεσολόγγι. Τον συνόδευε ο υπερόπτης Δανός Σύμβουλός του Σπόνικ. Αυτός βλέποντας την ανοχύρωτη πόλη και τα ερείπια των θρυλικών προμαχώνων, ότι είχε απομείνει μετά την Έξοδο, καυχήθηκε και είπε με έπαρση ότι θα μπορούσε αυτόν τον φράχτη να τον πάρει με μια μόνο έφοδο έχοντας μαζί του 400 Δανούς. Ο παριστάμενος Σουλιώτης γερό Νίκας υπερασπιστής της πόλης κατά την πολιορκία και την έξοδο, δεν άντεξε την προσβολή και είπε δυνατά: «Θα το πατούσες το Μεσολόγγι με 400 Δανέζους λες! Μπορεί! Αλλά θα έπρεπε αυτοί που θα ήταν από μέσα να ήταν Δανέζοι σαν εσένα». Μεγαλειώδης απάντηση!!! Όλοι οι γειτονικοί κι όχι μόνο λαοί έχουν δικαίωμα να μιλούν, να μελετούν την ιστορία τους, να διεκδικούν για την πατρίδα τους. Μόνο εμείς δεν έχουμε.

Να κλείσουμε με το ‘’Άγιο Βήμα του 21’’, την ¨ΕΞΟΔΟ του Μεσολογγίου που μας διδάσκει τόσα. Την έννοια της αυτοθυσίας, την έννοια της παλικαριάς, την έννοια της λεβεντιάς, την έννοια του Αγώνα για να υπερασπιστούμε την αγαπημένη μας πατρίδα.

Ήταν πρωί, Σάββατο του Λαζάρου, 10 Απριλίου 1826, όταν έγινε το τελευταίο συμβούλιο ανάμεσα στους καπεταναίους, τους υπερασπιστές του Μεσολογγίου. Ήταν ένα συμβούλιο θανάτου. Οι καπεταναίοι είχαν στείλει από νωρίς ιχνηλάτες μήπως βρεθεί κάποια δίοδος, κάποιο μυστικό πέρασμα για να βγουν έξω οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι.  Κανένα όμως ελπιδοφόρο μήνυμα δεν έφεραν. Όλα τα περάσματα φυλάγονταν άγρυπνα από τους πολιορκητές σε βάθος χώρου και τόπου. Γενική ήταν η κατήφεια, η θλίψη. Σκέφτονται οι καπεταναίοι τα γυναικόπαιδα κυρίως που ήταν μαζί τους. Εκείνη τη σιωπή έσπασε η βροντερή και σταθερή φωνή του μεγάλου αρχηγού της φρουράς του Μεσολογγίου, του Θανάση Ραζιγκότσιρα  :

«Υπάρχει δρόμος ορέ !!!»

«Και ποιος είναι καπετάνιε και δε μας τον λες τόση ώρα;»

«Είναι ο δρόμος του Θεού!!!»

Ναι εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ξέρουμε ότι ο δρόμος του Θεού είναι θυσία, είναι Γολγοθάς, είναι Σταυρός…… αλλά μετά τη Σταύρωση έρχεται η Ανάσταση.        Τι πιο ελπιδοφόρο ! Τι πιο παρήγορο!

Κάποτε  ένας διαπρεπής  ξένος συνομιλητής του, ρώτησε τον Σεφέρη θέλοντας να τον πειράξει . «Μα πιστεύετε σοβαρά ότι είστε απόγονοι του Λεωνίδα και του Θεμιστοκλή;»  -«ΟΧΙ, απάντησε ο Σεφέρης, είμαστε απόγονοι μονάχα της μάνας μας, που μας μίλησε ελληνικά, που προσευχήθηκε ελληνικά, που   μας νανούρισε με ιστορίες για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον Λεωνίδα και τον Παπαφλέσσα  κι ένιωσε  την ψυχή της να βουρκώνει τη Μεγάλη  Παρασκευή μπροστά στο ξόδι του Νεκρού Θεανθρώπου! »

Αυτοί είμαστε οι Έλληνες ,

Κι ας αναλογιστούμε :

«Τι έχουμε , Τι χάσαμε  και  τι  μας  πρέπει»

                                                                                                                       Ζήτω η  25η Μαρτίου 1821