” Ο Χορτασμός των ψιχίων και ο τόπος της βασάνου”. Του Θεοφιλ. Επισκόπου Κνωσού κ. Μακαρίου. (2002)

“Ο χορτασμός των ψιχίων και ο τόπος της βασάνου” (Λουκ. ιστ΄19- 31)

του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Κνωσού κ. Μακαρίου

Κάθε φορά που προσεγγίζουμε τις γραμμές από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης γεννιέται μια διαφορική διάθεση. Είναι μια τάση παύσεως των κατ΄ άνθρωπον λογισμών έτσι ώστε να μπορούμε να διεισδύουμε στο απύθμενο βάθος και στον απέραντο ωκεανό των εσωτερικών νοημάτων και μηνυμάτων που εκπέμπονται απ΄ αυτές.

Ένας βαθύς αναστεναγμός ανεβαίνει από μέσα μας καθώς διαβάζομε την Καινή Διαθήκη. Είναι ο ίδιος εκείνος κληρονομημένος στεναγμός από τον παππού μας Αδάμ και την γιαγιά μας Εύα όταν έχασαν τον Παράδεισο της Θεϊκής τρυφής. Ένας εσωτερικός στεναγμός που όταν βγαίνει προς τα έξω με την εν Χριστώ μετάνοια, καθώς εξέρχεται, στρίβει καλά και σφραγίζει με ασφάλεια τις φανερές και κρυφές πηγές εκείνες, από τις οποίες ρέουν εντός μας τα λογής- λογής τοξικά από άνω έως κάτω.

Αυτός ο αναστεναγμός γίνεται από την μια, για τους αγαπώντας πολύ τον Θεόν μια φανερή ομολογία μετάνοιας “και η αμαρτία μου ενώπιον μου εστί δια παντός” από την άλλη δε και συνήθως μια ανομολόγητη επίγνωση της άρνησης του Θεού για τους ανυποψίαστους πνευματικά.

Διαβάζοντας τον λόγο του Θεού ανακαλύπτει η ψυχή το γνήσιο περιβάλλον για το οποίο πλάστηκε να ζει, τον κόσμο και τα πράγματα του Θεού.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Κύριος και Θεός μας, ως πηγή της μόνης γνήσιας ζωής και ανάπαυσης ήξευρε ότι η πολυποικιλία της δηλητηριασμένης κοσμικής ζωής, καθιστά την ψυχή ανίκανη να διακρίνει την διαφορά της γνησιότητας της πνευματικής ζωής. Η νοθευμένη ζωή διαφέρει από την γνησιότητα και γίνεται θα λέγαμε μια παρα ζωή.

Έτσι ο Πανάγαθος Πατέρας ως φιλόστοργος Πατήρ για τον άνθρωπο, για να μη χαθούμε μέσα στην ζάλη αυτής της παραζωής, θέλησε να στείλει τον Υιό Του στην γη, όχι μόνο να σαρκωθεί, αλλά κυρίως να συγκαταβεί για μας τους θνητούς και έτσι να φανερώσει την όντως ζωή.

Πως όμως να καταλάβει ο κόσμος και η ψυχή αυτού του κόσμου, αφού το ύψος του Μυστήριου της ενανθρωπήσεως του Κυρίου Ιησού ιλιγγιά τον νου, με μοιραία κατάληξη την αποφυγή;

Αποφεύγει να δει αυτή την “χριστοζωή” κατά τον π. Ιουστίνο Πόποβιτς ο άνθρωπος και ο φθαρτός κόσμος, καταχωνιάζοντας στην ευκολία ενός ειδωλολατρικού κόσμου την συγκλονιστικότερη εμπειρία του ψυχής, την συνάντησή της με τον Δημιουργό της Θεό.

Δύσκολη η φυγή από τον κόσμο της παραζωής, με τόσες έξεις κακές και η είσοδος σε ένα κόσμο χριστοζωής με τόσες αναβάσεις πνευματικές.

Το ένα, η μετοχή δηλαδή στις κακές έξεις, οδηγεί σε ένα εξόφθαλμα παρατηρημένο και χιλιοτραγουδισμένο ανά τους αιώνες με κάθε μέσο χορτασμό, το άλλο, η θέα της πνευματικής ανάβασης κόβει τα γόνατα και κάνει να μη θες να βλέπεις, να αποσύρεσαι από την ανάβαση για να μπορείς ανενόχλητος να χορταίνεις κάθε μέρα από την βρώση της απώλειας. Δηλαδή δεν έχει τέλος αυτός ο χορτασμός.
Αυτή η ζωή της απώλειας κάνοντάς σε δούλο για να επιστρατεύεις στην συνέχεια κάθε στιγμή τον λογισμό σου, στο πως θα χορηγείς στην παραζωή, είδη και πλουτισμό, μέσα και ελπίδες για να συντηρείται, συντηρώντας κατά συνέπεια την ψευτοελπίδα της εγκόσμιας ανάπαυσης.

Τι κάνει τότε ο νους; Χωρίς να εξετάσει καλά- καλά, με ευκολία δηλαδή αβασάνιστα, στρέφεται γύρω-γύρω στην εμπειρία του εύκολα δεδομένου από τον χορτασμό που κληρονόμησε από την προπατορική πτώση που είπαμε παραπάνω, αλλά και κατ΄ επέκταση στην ασφάλεια του αισθητικού χορτασμού, ως των μόνων υπαρχόντων και κινούντων τα νήματα της ζωής.

Μέσα σ΄ αυτή την καταστροφή ήταν εύκολο για ένα άνθρωπο μέτοχο ή και μη μέτοχο αυτής, να δείξει και να διδάξει ένα άλλο χορτασμό, τον χορτασμό του Θεού; Ασφαλώς πολύ δύσκολο για τις καρδιές και τις διάνοιες των πολλών.
Πολύ περισσότερο για την πηγή της πανσοφίας Σωτήρα Ιησού Χριστό, ήταν αδιανόητο να μιλήσει την γλώσσα του Ουρανού και να κατανοήσουν οι νόες και οι καρδιές και το είναι των ανθρώπων, ότι υπάρχει και μια άλλη τροφή. Ότι υπάρχει και ένας άλλος χορτασμός.

Έτσι για την ανθρώπινη ασθένεια και πνευματική ατροφία ημών των θνητών, θέλησε να ομιλήσει με παραβολές και παραδείγματα απλά, για να εισάγει μέσα από αυτά, στην αρχή του δρόμου της πνευματικής ανάβασης.

Μη νομίσουμε ούτε επ΄ ελάχιστον βέβαια, ότι οι παραβολές και οι λόγοι του Πανάγαθου και Πάνσοφου Κυρίου μας, έχουν σχέση με την με τον νουν εξαγωγή συμπερασμάτων ή με τις γραμματολογικές διαδικασίες των τρανών καθηγητάδων ή με την φιλοσοφία που, κατ ουσίαν για τα πνευματικά, αλληλοαναιρείται διαιρούμενη σε παρατάξεις και σχολές υπεραπλουστεύοντας τα βαθύτερα της ψυχικής τροφοδοσίας και περνώντας τα στην σφαίρα των νοητικών συστημάτων ή ότι οι παραβολές του Κυρίου συγκρίνονται θρησκειολογικά με τους μύθους του αρχαίου κόσμου ή ότι είναι μια παράλληλη μ΄ αυτούς αναζήτηση λύσεως για την κοινωνική δικαιοσύνη ή μια διάθεση συνεχίσεως της διαδοχής της γενικώς θρησκευτικής αναζήτησης της οικουμένης ή τέλος πάντων μια διαδικασία σκεπασμένη με το θρησκευτικό μανδύα, που ήθελε με τις παραβολές και το λόγο της, να έλθει σε διαδοχή των ψεύτικων διδασκαλιών της υπαρχούσης τότε ειδωλολατρίας κατά τους χρόνους της επί γης παρουσίας του Κυρίου ή ότι με την διδασκαλία του ο Κύριος επιθυμούσε να γίνει η πνευματική αρχή ενός ανανεωτικού θρησκευτικοκοινωνικού κινήματος για τον τότε γνωστό κόσμο.

Ταπεινά νομίζω ότι τα ανωτέρω ήταν ανάγκη να ειπωθούν, διότι το θέμα μας απόψε εύκολα μπορεί να καταλήξει σε μια δικαιϊκή αναφορά σχετική με την ισοκατανομή του πλούτου και με την ανθρώπινη απονομή της δικαιοσύνης ή για τους κατέχοντες και έχοντες εις βάρος των μη εχόντων, των φτωχών και ενδεών.

Η σημερινή περικοπή παρουσιάζει τους δύο κόσμους που κείνται ένθεν και ένθεν του πλούτου με την αντανάκλασή τους στην Βασιλεία του Θεού. Τον κόσμο του χορτάτου πλούσιου και τον κόσμο του πεινασμένου φτωχού.

Ο πλούσιος ευφραίνεται και τρώει και ο φτωχός δυστυχεί και ωδινάται και πεινασμένος όπως είναι αναγκάζεται για την συντήρησή του να χορτάσει από τα ψιχία, τα ψίχουλα της τραπέζης του πλουσίου, “…επιθυμών χορτασθήναι εκ των ψιχίων των πιπτόντων εκ της τραπέζης του πλουσίου”.

Παρουσιάζει όμως και τις πνευματικές συνέπειες που έρχονται στην παρούσα και στην πέρα του τάφου ζωή. Το τόπο της απολαύσεως της πνευματικής τροφής της Βασιλείας του Θεού και το τόπο της βασάνου του σκότους του εξώτερου.
Πέρα από τις γνωστές αναφορές των κοινωνικών ερμηνειών εκείνων που ευρίσκονται εκτός της χριστιανικής πρακτικής π. χ. των διαφόρων κινημάτων και φορέων περί της αδικίας των πλουσίων και της συνδρομής προς τους φτωχούς κ.λ.π., το Ευαγγέλιο διδάσκει την συνδρομή και την γενναιοδωρία προς τους αδυνάτους, με βάση όμως την πνευματική ωφέλεια εν Χριστώ, εκείνων που κάνουν το καλό και παρηγορούν τους αδυνάτους.

Επαινεί π. χ. ο Απόστολος Παύλος τις Εκκλησίες της Μακεδονίας και τις προβάλει ως παράδειγμα προς τους Κορινθίους, οι οποίες παρά την δοκιμασία και τη θλίψη των προσέφεραν υπέρ των πτωχών, εκείνων δηλαδή των ανθρώπων που ομοιάζουν με τον φτωχό Λάζαρο της σημερινής περικοπής, ο οποίος “ηλκώμενος” πεταγμένος έξω από την πόρτα του πλουσίου προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψιχία, χωρίς να γογγύζει ή να αναθεματίζει τι για την κατάστασή του.

Στο Κεφάλαιο 8 της προς Κορινθίους δευτέρας επιστολής ο Απόστολος, γράφει σχετικώς: “Γνωρίζω δε υμίν αδελφοί, την χάριν του Θεού την δεδομέμενην εν ταις εκκλησίας της Μακεδονίας ότι εν πολλή δοκιμή θλίψεως η περισσεία της χαράς αυτών και η κατά βάθους πτωχεία αυτών επερίσσευσεν εις τον πλούτον της απλότητος αυτών…” και προχωρεί και λέει ότι παρακαλούσαν και ζητούσαν να τους κάμουν την χάριν οι Μακεδόνες, να συμμετάσχουν και αυτοί εις την βοήθεια των φτωχών Χριστιανών. “Μετά πολλής παρακλήσεως δεόμενοι ημών την χάριν και την κοινωνίαν της διακονίας της εις τους αγίους”.

Το βαθύτερο της χριστιανικής πράξεως δεν είναι η αποφυγή του άδικου πλουτισμού απλώς και ο χορτασμός των φτωχών ή να κάνουμε ελεημοσύνη γιατί είναι μια ανάγκη καλλιέργειας της καλοσύνης μας ή γιατί έχω και έτσι μπορώ να δίνω.

Είτε από το υστέρημα είτε από το περίσσευμα η ελεημοσύνη εν Χριστώ, στοχεύει να βρούμε πρώτον τον πλούτο της αγαθότητας του Χριστού. Τίποτα στην ζωή των Αγίων δεν γίνεται χωρίς Χριστό ή με μόνο την απολαβή ενός ηθικού μπράβο από ένα συνήθως χριστιανικό ακτιβισμό!

Στην προς Εφεσίους επιστολή ευρίσκουμε το εξής χαρακτηριστικό: “Εμοί τω ελαχιστοτέρω πάντων αγίων εδόθη η χάρις αύτη, εν τοις έθνεσιν ευαγγελίσασθαι τον ανεξιχνίαστον πλούτον του Χριστού”.

Στον Απόστολο Παύλο δηλαδή δόθηκε, να ευαγγελισθεί μεταξύ των εθνικών τον ανώτερο από κάθε κατανόηση πλούτο του Χριστού. Ανεξιχνίαστο χαρακτηρίζει τον πλούτο του Χριστού. Δηλαδή κατάσταση μυστηριακή και έτσι κατ΄ επέκταση η ελεημοσύνη δε είναι κατά τα μέτρα του κόσμου ψιχία ή αριθμητική ποσοτική απαρίθμηση ή η συνετή ευδαιμονία από τον πλούτο. Μετέχει του ανεξιχνίαστου πλούτου του Θεού.

Στην ίδια Επιστολή και σε άλλο Κεφάλαιο θα γράψει: “κατά τον πλούτον της χάριτος αυτού, ης επερίσσευσεν εις ημάς εν πάση σοφία και φρονήσει”.

Οι φτωχοί που συνήθως δεν αναφέρονται στα κείμενα της κλασικής γραμματείας, πρέπει πρωτίστως να πούμε ότι έχουν σημαντική θέση στην Βίβλο ολόκληρη. Δεν σταματά όμως ούτε στην αναφορά τους, ούτε μόνο στην παρακίνηση να ελεημονούμε τους φτωχούς. Το θέμα εξετάζεται και ένεκα της οικονομικής αδικίας η οποία δεόντως στιγματίζεται, αλλά και ως κατάσταση που δια της φτώχειας, πολλοί έφθασαν στον εσωτερικό πλουτισμό και έγιναν ομοτράπεζοι του Θεού στην αιώνια Βασιλεία Του, προγευόμενοι από την εδώ ζωή την μέθεξη του Θεού.

Αυτός είναι ο πλούτος της χριστιανικής ζωής, αταξικός, ίσος και ανεξιχνίαστη μετοχή στολισμένη με ασήκωτα από αγιότητα και ευπρέπεια φορτία.

Η παρούσα δηλαδή ζωή εξαιρείται της χριστιανικής και δεν έχει να κάνει με τα ανωτέρω αποστολικά γραφόμενα; Η παρούσα ζωή και ο κόσμος όσο θα θαυμάζει το στολισμένο τραπέζι του ευφραινόμενου πλούσιου, όσο θα το προβάλει ως το βραβευμένο τέλος της ενταύθα ζωής, ως την επιτυχία για τον νέο, την τρυφή για τον μεσήλικα και την επαινετή έξοδο από τον κόσμο για τον γέροντα, ώστε να ξεχνά την φτώχεια του Λαζάρου, θα είναι γεμάτη από την ενοχή και θα αντιδρά σε κάθε τι με και ότι περιέχει αυτή η αφύσικη ενοχική συμπεριφορά που οδηγεί στο τόπο της βασάνου.

Ίσως ευρεθούν ορισμένοι και θα πουν: μα δεν κάνουμε φιλανθρωπία; Δεν δίνουμε στα ιδρύματα; Δεν έχει η ίδια η Εκκλησία και το Κράτος οργανωμένη φιλανθρωπία με επιτυχία και μάλιστα το περιγράφουν τρανταχτά οι στατιστικοί αριθμοί;
Η απάντηση έρχεται από την ίδια την σημερινή περικοπή: “…και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού” δηλαδή ερχόταν οι σκύλοι εκεί που ήταν ο Λάζαρος και έγλυφαν από συμπάθεια τις πληγές του.

Δεν είναι λοιπόν μόνο ο χορτασμός στην πείνα, δεν είναι η εξάσκηση της φιλανθρωπίας ή η αδιαφορία του πλουσίου εμπρός στην τραγική κατάσταση του φτωχού. Είναι η εν γένει πρόσληψη και θεραπεία ή εν όλω αποδοχή της καταρρακώσεως του ανθρωπίνου προσώπου του άλλου, η παρηγορία του αδελφού μου, που στην απουσία μου ευσπλαχνίζονται μέχρι τα άλογα ζώα τρέμοντα από την παγερή και τρομερή αναλγησία μας.

Η φωνή των φτωχών στην συνέχεια γίνεται η κραυγή και ο θόρυβος στα ώτα του Θεού. Λέει ο Ιάκωβος: “Ιδού ο μισθός των εργατών των αμησάντων τας χώρας (των πλουσίων) ο αφυστερημένος αφ΄ υμών κράζει και αι βοαί των θερισάντων εις τα ώτα κυρίου Σαβαώθ εισεληλήθασιν” και ο 9ος ψαλμός: “Η προσδοκία των πενήτων δε θέλει απολεσθεί δια παντός”. Προκαλεί την απόδοση της δίκαιης κρίσης Του.
Για να την αποφύγουμε δεν δεχόμαστε ως ευαγγελική κατάσταση τον οίκτο και τον συναισθηματικό φορτισμό από την ανέχεια του άλλου, ώστε η απελπισία μας γι΄ αυτόν να κινήσει την χείρα προς τον θύλακα των χρημάτων για να δώσουμε στον έχοντα ανάγκη. Παρέχουμε ουσιαστικά στον ίδιο τον Θεό και τους πολύ φίλους του τους πτωχούς. Όχι μόνο για την ανέχειά τους, αλλά και από την βαθειά συνειδητοποίηση ότι: “Τύμβων οστέα πλούτος άπαξ” γράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Ο μόνος πλούτος τα οστά του τάφου. Ο μοναδικός πλούτος μας, είναι τα οστά μας στον τάφο μας.

Ο δε Άγιος Ρωμανός ο μελωδός γράφει: “παρήλθεν ο πλούτος ως αράχνη και σκιά και ως εξανθών χόρτος επί δώματος”, φεύγει ο πλούτος εύκολα όπως ο ιστός της αράχνης και χάνεται, ξελουλουδιάζεται εύκολα σαν το χορτάρι στην σκεπή του σπιτιού.

Άρα μόνο εκείνοι που πεινούν και διψούν την Βασιλεία του Θεού θα χορτάσουν αληθινά. Τον Άρτο που είναι ο ίδιος (Ιωάννου 6) και το Πνεύμα Του όπου κατά την προς Φιλιπισσίους επιστολή, “ο δε Θεός μου πληρώσει πάσαν χρείαν υμών κατά τον πλούτον αυτού εν δόξη εν Χριστώ Ιησού”.

Η αληθινή ζωή η εν Χριστώ αδελφοί μου, δεν είναι μια ηθική φιλανθρωπίας. Δεν είναι η ζωή της ψευτοδεούς χριστιανοσύνης στην οποία ένεκα της ομηρία μας από τα ψίχουλα του κόσμου, καταντήσαμε σχεδόν όλοι να γίνουμε οι πιο υπάκουοι εραστές του.

Είναι όπως βλέπετε δια των Ιερών κειμένων, Μυστήριο που βιούμενο εντός της Αγίας μας Εκκλησίας, το ταμείο των Μυστηρίων του Θεού, αποτρέπει και σβήνει με το Αίμα του Κυρίου, την βασανιστική δίψα που είχε ο πλούσιος της περικοπής μας στον Άδη, στο τόπο της βασάνου του.

Για να μη νομισθεί δε ότι με την φιλανθρωπία και τις απλές αγαθοεργίες θα μπορέσουμε έτσι απλά, να κερδίσουμε τον απέναντι από τον τόπο της βασάνου του πλουσίου, τον τόπο που κατέχει ο Λάζαρος, ας μάθουμε σήμερα από την προς Κολασαοίς επιστολή ότι: “οις ηθέλησεν ο Θεός γνωρίσαι τι ο πλούτος της δόξης του μυστηρίου τούτου εν τοις έθνεσι, ο εστίν Χριστός εν υμίν, η ελπίς της δόξης”.
Ποίας δόξης; “εις επίγνωσιν του μυστηρίου του Θεού, εν ω εισίν πάντες οι θησαυροί της σοφίας και γνώσεως απόκρυφοι”.

Πάντες, όλοι οι θησαυροί εντελώς δωρεάν, αλλά της σοφίας και της γνώσεως της αλήθειας που οδηγεί σταθερά στην αποτροπή των όσων οδηγούσαν στην επίγεια ζωή του τον πλούσιο για να καταλήξει στο τόπο της βασάνου. Μήπως όμως αυτή η βάσανος δεν αρχίζει ήδη από την εδώ ζωή; Ψευδαίσθηση είναι και διαβολική η διόγκωση των αγαθών του πλούτου του κόσμου τούτου του μάταιου.

Ας δούμε τι λέει για τους πλούσιους και τα αγαθά τους ο Ιάκωβος: “…οι πλούσιοι κλαύσατε ολολύζοντες επί ταις ταλαιπωρίες υμών ταις επερχομέναις. Ο πλούτος υμών σέσηπεν και τα ιμάτια υμών σητόβρωτα γέγονεν, ο χρυσός υμών και ο άργυρος κατίωνται…”Ο πλούτος σας σάπισε και τα ιμάτιά σας γίνανε τροφή του σκόρου και του σάπιου. Τι λέει η περικοπή η σημερινή; Ότι ο πλούσιος “ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ΄ ημέραν λαμπρώς”. Ντυνότανε με ακριβά εξωτερικώς κόκκινα ρούχα και εσωτερικώς με ακριβούς άσπρους χιτώνες από το καλύτερο λινάρι της εποχής του. Ποιος ο μισθός του; Τι θα πουν οι πλούσιοι στο Θεό; Εντρύφησαν στα πιο κοσμικά πάνω στην γη, πετούσαν το ψωμί, αδίκησαν τον συνάνθρωπο, χόρτασαν άδικα από τον ιδρώτα του φτωχού.

Συνήθως δε και όταν έκαναν ελεημοσύνη με μεγάλα γράμματα θέλησαν να γραφεί το όνομά τους πάνω στις κολώνες των Εκκλησιών και στους ευεργετήριους πίνακες των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων ή την με μεγάλα γράμματα δημοσιοποίηση από τα μέσα ενημερώσεως των φιλανθρωπιών τους, για να τιμηθούν από τους ανθρώπους. Άλλοι για να σκεπάσουν τα κακά και άλλοι για να παύσουν για λίγο την εκπομπή της φωνής από την άβυσσο που τους καλεί να θερίσουν εις τόπον βασάνου, τα όσα εφύτευσαν πάνω στον αγρό των αδικιών τους στις καρδιές των ανθρώπων.

Ο Εκκλησιαστής κεφάλαιο 30 λέει: “ουκ έστιν πλούτος βελτίων υγείας σώματος και ουκ έστιν ευφροσύνη υπέρ χαράν καρδίας”.

Μη προσθέσουμε τίποτα στο εύκολο φορτίο που οδηγεί στην βάσανο της ψυχής. Μη γίνουμε ποτέ πολίτες της πόλης εκείνης που λέει η Αποκάλυψη: “Ουαί ουαί, η πόλις η μεγάλη, η περιβεβλημένη βύσσινον και πορφυρούν και κόκκινον και κεχρυσωμένη χρυσίω και λίθω τιμίω και μαργαρίτη, ότι μια ώρα ηρημώθη ο τοσούτος πλούτος”.
Λοιπόν; Ας ακούσομε τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης που λέει: “Ουκούν χρησώμεθα και ημείς οι επιθυμηταί του ακηράτου χρυσίου, τη των ευχών πολυχειρία”. Ποιος ο θησαυρός και το κέρδος; Λέει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς: “θησαυροί δε του Θεού και πλούτος ανεκλιπής η δυσθήρατος εστί σοφία”.

Τα ψιχία του κόσμου είναι ελάχιστα για να θρέψουν την τόση αγωνία και τα έλκη της εσωτερικής ζωής μας. Μάθομε από την σημερινή περικοπή: “πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού”.

(Απόσπασμα από την ομιλία του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Κνωσού κ. Μακαρίου, που έγινε στις 3/11/2002, στην αίθουσα ομιλιών της Γ.Ε.Χ.Α. Ηρακλείου)