Ο εορτασμός της εκατονταετηρίδας του Ι. Μ. Ναού Αγ. Μηνά Ηρακλείου. Του Αρχιμ. Μακαρίου Δουλουφάκη, Πρωτοσυγκέλλου Ι. Αρχιεπισκοπής Κρήτης. (1995)

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ 1895-1995 

Του Αρχιμ. Μακαρίου Δουλουφάκη, Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Αρχιεπισκοπή Κρήτης

Κάθε τόπος της Ορθόδοξης Οικουμένης, τιμά τους τοπικούς του Αγίους, αυτούς που με το λόγο ή το μαρτύριό τους έγιναν τα παραδείγματα, οι οδηγοί και οι προστάτες της Εκκλησίας. Ευτυχώς για την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, δεν επεκράτησε η νευρωτική, θα λέγαμε, συμπεριφορά της απώθησης της αναλόγου τιμής προς τους Αγίους, όπως π.χ. στο χώρο της Δύσεως, ούτε οι προλήψεις ενός πρακτικού αθεϊσμού, μίας φυσιολατρικής θρησκείας με τα γνωστά παράγωγα των πλεγμάτων ενοχής του φόβου ή του εξευμενισμού ενός απόμακρου Θεού. Στην Ορθόδοξη παράδοση έμεινε η λαϊκή ευσέβεια πέραν πάσης χρησιμοθηρίας, ως συνέχεια των δογμάτων και των παραδόσεων, στα δύσκολα χρόνια των διαφόρων υποδουλώσεων του Γένους μας, για να διαφυλάξει μέσα στην καθημερινότητα, την καρτερία, την υπομονή, την φλόγα της πίστεως και της αναγεννήσεως του Γένους.

Στον τόπο μας, στο Μεγάλο Κάστρο των θρύλων και των παραδόσεων, η ευλάβεια και η ευσέβεια των προπατόρων μας ανύψωσε, δέθηκε με την λατρεία του Αγίου Μηνά και μέχρι σήμερα είναι ο μεγάλος προστάτης, η καταφυγή και ο Ιερός Ναός του, το ιερό τέμενος της ευσεβείας, η αναφορά και το κέντρον της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης, αλλά και ολοκλήρου της Νήσου Κρήτης.

Ο Μεγαλομάρτυρας Άγιος Μηνάς, ήταν από την Αίγυπτο υιός ειδωλολατρικής οικογένειας. Διακρίθηκε για την αρετή και την ανδρεία του στο στρατό, αλλά ένεκα της πίστεως του στο Χριστό απεκεφαλίσθη κατά τους μεγάλους διωγμούς εναντίον των χριστιανών επί Αυτοκράτορος Διοκλητιανού περί τα τέλη του Γ΄ αιώνος. Στα μαρτυρολόγια της Εκκλησίας, το μαρτύριό του περιγράφεται με πολλά και φρικτά βασανιστήρια μέχρι του αποκεφαλισμού του που έγινε στις 11 Νοεμβρίου του έτους 296. Η προσωπικότητα, το μαρτύριο και οι θαυματουργίες του Αγίου Μηνά διαδόθηκαν σε όλη την Αίγυπτο και την Ανατολή, ο δε τόπος της Μαρεώτιδος όπου και ο τάφος του έγινε ένα θρησκευτικό κέντρο που μέχρι σήμερα κατακλύζεται από πλήθος κόσμου για να προσκυνήσει στα νέα σημερινά οικήματα της κοπτικής Μονής, τα Ιερά του λείψανα και να λάβει την ευλογία και την χάρη του Αγίου Μηνά.

Η λατρεία του Μεγαλομάρτυρος Μηνά δεν άργησε να διαδοθεί στον Ελληνικό χώρο και μάλιστα στα νησιά, με πλήθος θαυμάτων και αναφορών σε διάφορα χειρόγραφα ιστορικού και υμνολογικού περιεχομένου μέχρι και την Δύση όπου επί Πάπα Πελασγίου το 589 μ. Χ. κτίστηκε στη Ρώμη μεγάλος Ναός στο όνομα του Αγίου Μηνά.

Τα πράγματα όμως για τους Χριστιανούς του Κάστρου μέχρι της ανεγέρσεως του σημερινού Μεγάλου Ναού του Αγίου Μηνά δεν ήταν καθόλου εύκολα. Πράγματι αξίζει σ’ αυτούς τους γενναίους συμπατριώτες μας, ο λόγος της Γραφής «εν υπομονή πολλή εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στεναχωρίαις, εν πληγαίς, εν φυλακαίς, εν κόποις, εν αγρυπνίαις, εν πνεύματι αγίω, εν λόγω αληθείας, εν δυνάμει Θεού». Η επί 460 έτη κατοχή των Βενετών με την πιεστική συμπεριφορά του λατινικού κλήρου για την αλλαγή της Ορθοδόξου πίστεως του λαού, δεν κατορθώθηκε. Η Κρήτη έμεινε πιστή μέχρι θανάτου στην Ορθοδοξία και το Ιερό Κέντρο της το Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως. Την καταπίεση των Βενετών θα ακολουθήσει από το 1669 ο νέος τύραννος, η Τουρκική κατοχή. Τα στοιχεία που θα παραθέσουμε στη συνέχεια εν συντομία τα ελάβαμε από το βιβλίο του Γ. Συλαμιανάκι «Ο Άγιος Μηνάς».

Ο Μ. Βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατακτητής του Χάνδακος αρχιστράτηγος Κιοπρουλή Ζαδέ Φαζίλ Αχμέτ πασάς δια του διερμηνέως του Παναγιώτη Νικούσιου παρεχώρησε τον Ναό του Αγίου Ματθαίου για τις θρησκευτικές ανάγκες των Ελλήνων Ηρακλειωτών. Ο πρώτος Μητροπολίτης Κρήτης μετά την κατοχή των Τούρκων, Νεόφυτος Πατελλάρος αν και ήταν άνδρας σοφίας και μορφώσεως διαφώνησε για άλλα θέματα με τον Νικούσιο και ο υπερόπτης Νικούσιος εκχώρησε τον Ναό του Αγίου Ματθαίου στη Μονή του Όρους Σινά. Ο Ναός του Αγίου Ματθαίου για τα πρώτα 65 χρόνια ήταν ο μοναδικός Ναός των Ορθοδόξων. Ο Μητροπολίτης Νεόφυτος έμεινε χωρίς εκκλησία, δεν ανέχθηκε τις ποικίλες ταπεινώσεις και αναχώρησε εκ Κρήτης μεταβάς στη Βλαχία όπου και απέθανε. Τον διαδέχθησαν πολλοί Αρχιερείς οι οποίοι βεβαίως εδοκίμασαν την αυτήν πικρία του Νεοφύτου Πατελλάρου. Το 1688 ο Μητροπολίτης Κρήτης Αθανάσιος ανακαλύπτει μια παλιά Εκκλησία των «Ταξιαρχών» και επιτυγχάνει με έκδοση Σουλτανικών διαταγμάτων την αποπεράτωση του Ναού. Ενώ δε ήταν όλα έτοιμα για τα εγκαίνια οι Σιναϊτες επιτυγχάνουν επειδή εζημιούντο και έχαναν από τη νέαν εκκλησία, να βάλουν τους Τούρκους την Παρασκευή 12-5-1688, 2 ημέρες προ των εγκαινίων, να κατεδαφίσουν εκ θεμελίων τον ναό των Ταξιαρχών ακόμα και την οικία του Μητροπολίτου Αθανασίου, ο οποίος από την λύπη του απέθανε το έτος 1697. Μετά από μια σειρά αρχιερέων το 1725 ο εκ Βενεράτου Γεράσιμος Λετίτζης κατορθώνει με πολλά εμπόδια την ανακαίνιση της παλαιάς Εκκλησίας του Αγίου Μηνά και στις 10-11 του έτους 1735 έγιναν τα εγκαίνια του μικρού Αγίου Μηνά και ο πολιούχος της πόλεως του Ηρακλείου. Έγιναν πολλές επιδρομές για το κλείσιμο του Ναού, ακολούθησαν οι γνωστές σφαγές των αρχιερέων το έτος 1821 στον χώρο του Αγίου Μηνά. Κατεσφάγησαν ο Μητροπολίτης Γεράσιμος, οι επίσκοποι: Κνωσού Νεόφυτος, Χερρονήσου Ιωακείμ, Λάμπης Ιερόθεος, Σητείας Ζαχαρίας, Διουπόλεως Καλλίνικος, ηγούμενοι και άλλοι κληρικοί, μεταξύ των οποίων και τον ιερέα που τελούσε την Θεία Λειτουργία, τον έσφαξαν πάνω στην Αγία Τράπεζα του μικρού Ναού του Αγίου Μηνά. Την ίδια τύχη είχαν αργότερα και ο Αρκαδίας Νεόφυτος και ο Πέτρας Ιωακείμ. Μετά το έτος 1878 με το άνοιγμα του Ρωσσοτουρκικού πολέμου, όπου οι Κρήτες αποκτούν δικαιώματα, αναγνωρίζεται επίσημα η γλώσσα τους, αλλά και το δέος της Ομοδόξου Ρωσίας, αλλάζει το τοπίο και οι Κρήτες αρπάζουν την ευκαιρία για να προχωρήσουν στο κτίσιμο μεγαλύτερου ναού.

Ο τόπος που κτίστηκε ο Μεγάλος Ναός του Αγίου Μηνά ήταν κήπος, κάποιου Τούρκου ο οποίος παρά την αρχική άρνησή του να τον παραχωρήσει για να κτισθεί η Μεγάλη Εκκλησία, με επέμβαση θαυματουργική του Αγίου Μηνά, προς αυτόν, παρεχώρησε όλη την έκταση. Τον θεμέλιο λίθο κατέθεσε ο Κρήτης Διονύσιος Χαριτωνιάδης στις 25-3 του 1862 (ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης).

Ο Αρχιτέκτων Αθαν. Μούσης από την Ήπειρο επροτάθη από τον Χαλκηδόνος εκ Φαναρίου, στις 19-3 του 1862. Την άλλη ημέρα ενεκρίθησαν τα σχέδιά του από τον Μητροπολίτη Κρήτης και την επιτροπεία. Και στις 23 του ιδίου μήνα άρχισαν οι ανασκαφές. Στις 31 Ιουλίου του 1866 όταν οι τοίχοι είχαν φτάσει στα 4 μέτρα, οι εργασίες διεκόπησαν λόγω της γνωστής επαναστάσεως. Οι εργασίες συνεχίσθηκαν στις 17-1 του 1883 επί Κρήτης Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη και αποπερατώθη μετά από 12 χρόνια το 1895.

Τα εγκαίνια έγιναν με κάθε μεγαλοπρέπεια στις 16 Απριλίου, Κυριακή των Μυροφόρων από τον Κρήτης Τιμόθεο Καστρινογιαννάκη. Εγράφη την εποχή εκείνη χαρακτηριστικώς : «Αμφιβάλλομεν αν άλλοτε ποτέ το Ηράκλειον είδε θρησκευτικήν πανήγυριν ούτω λαμπράν και επιβάλλουσαν οία υπήρξεν επί τοις εγκαινίοις του νεοδμήτου Καθεδρικού Ναού του Αγ. Μηνά. Άπειρον ήτο το πλήθος το πανταχόθεν της νήσου συρρεύσαν, πρωτοφανής δε η γενόμενη διακόσμησις της ημετέρας πόλεως. Ο ενθουσιασμός των πανηγυρισμών ήτο απερίγραπτος». Για το κτίσιμο του Ναού δαπανήθηκαν 30 χιλιάδες λίρες χωρίς την προσωπική εργασία των Χριστιανών. Από τα μέσα της Εβδομάδος άρχισαν να μαζεύονται οι προσκυνητές από όλη την Κρήτη, η πόλις εφωταγωγήθηκε, διακοσμήθηκαν τα μαγαζιά και ετοποθετήθηκαν στα κεντρικά σημεία αψίδες όπως π. χ. στα «Δερμιτζίδικα» με χρυσά γράμματα «Ζήτω ο Κρήτης Τιμόθεος», στο «Μεϊντάνι», στην «Πλατειά Στράτα» και βεβαίως και άλλες αψίδες με επιγράμματα για τον Άγιο Μηνά, εικόνες των Αυτοκρατόρων της Ρωσίας και των τοπικών ηγεμόνων. Ένα χαρακτηριστικό επίγραμμα: «Χαίρε Μηνά, πολιούχε ημών, Χαίρε Μηνά η δόξα του Ηρακλείου».

Στην τελετή των εγκαινίων έλαβαν μέρος όλοι οι Επίσκοποι της Κρήτης. Εκτός των αρχιερέων, έφτασαν στο Ηράκλειο 130 περίπου κληρικοί. Το πρωί της Κυριακής έφθασε και το ατμόπλοιο «Ισμαήλ» με τον Γεν. Διοικητήν και τους άλλους επισήμους. Ο Ναός ήταν κατειλημμένος από τον κόσμο που οι κεφαλές των ανθρώπων αποτελούσαν όπως γράφει ο Συλαμιανάκις «ωραίας ανθοδέσμας». Μετά το τέλος του όρθρου έγινε η λιτανεία στην οποία έλαβαν μέρος 70 κληρικοί, αρχιμανδρίτες και ηγούμενοι και οι επίσκοποι της Κρήτης με χρυσοΰφαντες στολές, πλήθος κόσμου ακολούθησε την λιτανεία που πέρασε από τα «Δερμιτζίδικα», το «Μεϊντάνι», τα «Γιαμαλίδικα», την «Πλατειά Στράτα», ενώ από τα παράθυρα και τους εξώστες έριχναν άνθη και κομφέτα στους διερχόμενους της πομπής με τα άγια λείψανα. Μόλις η πομπή εγύρισε στον Ναό, άρχισε η τελετή των εγκαινίων με ιερή μυσταγωγία προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Κρήτης Τιμοθέου, ο οποίος μετά το Ευαγγέλιο και με έκδηλη τη συγκίνηση, εκφώνησε τον ιστορικό εκείνο λόγο της τελετής των εγκαινίων. Ο Πανηγυρισμός εκράτησε τρεις ημέρες και κάθε ημέρα ετελείτο αρχιερατική Θ. Λειτουργία από τους επισκόπους της Κρήτης, στις οποίες εσυνάσετο πλήθος κόσμου. Οι εισπράξεις του Ναού ανήλθαν τις ημέρες εκείνες στα 500 περίπου εικοσόφραγκα. Το γεγονός εκείνο απετέλεσε για το Ηράκλειο και την Κρήτη, το κορυφαίο σημείο της δημιουργίας και φιλοκαλίας του λαού μας.

Ο Άγιος Μηνάς είναι πλέον ο πολιούχος και προστάτης των Καστρινών. Μέχρι σήμερα, αν κανείς ένα πρωί σταθεί στην είσοδο του Ναού, θα δει τους πιστούς Ηρακλειώτες να συνεχίζουν την παράδοση των παλαιών: Θα μπουν στην Εκκλησία για να προσκυνήσουν και να ανάψουν το κερί τους εμπρός στην θαυματουργή εικόνα του Αγίου Μηνά. Πόσες παραδόσεις, πόσα θαύματα και θρύλοι δεν έχουν το κέντρο τους, στην παράδοση της λατρείας του Αγίου Μηνά. Του Καβαλάρη που τρέχει ασταμάτητα για τις ανάγκες και την βοήθεια των εχόντων ανάγκην. Το κτύπημα από τα πέταλα του αλόγου του ακούεται μέχρι σήμερα στις καρδιές και τα αυτιά των πιστευόντων. Είναι χαρακτηριστική η ιστορία για την Τουρκοπούλα που σκούπισε τον ιδρώτα του αλόγου του στο προαύλιο του Ναού. Μια μυστική επαφή κυριολεκτικώς, είναι η σχέση του Αγίου με το λαό του Κάστρου. Ο Άγιος του κάθε Ηρακλειώτη.

Η εορτή και η Πανήγυρις, η έκφραση, η έκρηξη της Ηρακλειώτικης ψυχής μπρος στην χάρη του. «Άγιε Μηνά μου», αυτό που ακούγεται κάθε μέρα από τότε μέχρι σήμερα γίνεται ένα τόξο προσευχής, μια ασπίδα προστασίας και μυστικής παρουσίας, στα σπίτια και τους δρόμους του Μεγάλου Κάστρου. Οι Ηρακλειώτες καταλαβαίνουν αυτή την ιερουργία, ψελλίζουν τον προστάτη τους, λιτανεύουν την χάρη του και επικαλούνται τις άγιες πρεσβείες του. Το Ηράκλειο κάθε χρόνο στη γιορτή του φωτίζεται και αγιάζεται από την ασταμάτητη ευωδία του Αγίου Λειψάνου του. Είναι η μεγαλύτερη περιουσία και ιερά παρακαταθήκη μαζί με την Κάρα του Αποστόλου Τίτου, πρώτου Επισκόπου Κρήτης, που έχει το Ηράκλειο, η πόλη που μεγαλώσαμε και πλαστήκαμε με τους ιερούς θρύλους και τα θαύματα με το πρόσωπο και την χάρη του Αγίου Μηνά. Δεν θα σταματήσουν τα κωδωνοστάσια του να διαλαλούν στους «σημάντορες ανέμους» και στις καρδιές μας τον ήχο των υποχρεώσεων μας έναντι της παραδόσεως του Μεγάλου Κάστρου, που χωρίς την θέα του τρούλου και του Σταυρού του Αγίου Μηνά, δεν έφτασε κανείς στο βάθος της Καστρινής παράδοσης. Είμαστε δέσμιοι της αγάπης και της χάριτος του. Είμαστε οι Αγιομηναδήτες Ηρακλειώτες. Στα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας ήταν τιμή να υπηρετείς τον Άγιο. Να γίνεις βοηθός στο ιερό του ή στα ψαλτήρια του με την μακρά βυζαντινή μουσική παράδοση. Να ανεβείς στα καμπαναριά, να κτυπήσεις τις καμπάνες, που με τα λευκά περιστέρια του, στο ξάφνο του ήχου του, ξυπνούσε το Κάστρο. Κι από κει ξεχύνονταν είτε τα αγγέλματα της χαράς ή τα αγγέλματα της λύπης.

Σχολείο ήταν για μας ο Άγιος Μηνάς. Σχολείο της Εκκλησιαστικής τάξεως, των λειτουργικών παραδόσεων, αλλά και των ατελείωτων ιστοριών και γλαφυρών γεγονότων της ζωής του Ναού, που ενθυμούμαι από τις γλαφυρές περιγραφές του Καστρινού Ιεράρχου, τότε ιεροκήρυκος του Αγίου Μηνά, Μητροπολίτου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Θεοδώρου.

Η μετοχή στην ατέλειωτη πανήγυρη καθημερινά θα έλεγε κανείς, του μυστηρίου της λατρείας του Αγίου Μηνά, είναι η ζωντανή και πιο πέρα από τα βιβλία, παρουσία του Αγίου. Σ’ αυτό το πανηγύρι δεν χωρά στην Καστρινή παράδοση, ούτε ο ευσεβισμός των πλαισίων, ούτε ο κακόγουστος νεομυστικισμός των κτιστών εξάρσεων, ούτε ο συγκλονισμός των κρίσεων της απιστίας, ενός πρακτικού αθεϊσμού, λαϊκισμού που μεταλλάσσει το περιεχόμενο της πίστεως, σε εξωτερικές επιταγές και ωφελιμιστικές τάσεις οριζοντίωσης του πνεύματος. Το πανηγύρι του Μεγάλου Κάστρου του Αγίου Μηνά, είναι η νίκη του βιώματος επί της λογικής για την εποχή μας. Υπ’ αυτή την έννοια, η λαϊκή ευσέβεια, που κράτησε στους δύσκολους εκείνους χρόνους με το βίωμα, την πίστη και το όραμα. Το όραμα που πρέπει ο Άγιος να ευλογήσει για τις νέες γενιές της επόμενης εκατονταετηρίδας.

Φέτος λοιπόν, θα εορτάσουμε τα 100 χρόνια του Αγίου Μηνά. Τον Νοέμβριο μαζί με την εορτή του Αγίου, η πόλη του Ηρακλείου θα ντυθεί στα γιορτινά της όπως τότε το 1895 και επί μία εβδομάδα θα πανηγυρίσουμε το ύψιστο αυτό Εκκλησιαστικό γεγονός. Για τον λόγο αυτό η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης διόρισε ειδική οργανωτική επιτροπή, η οποία ήδη άρχισε τις προετοιμασίες για την διοργάνωση σχετικών εκδηλώσεων.

Ας κλείσουμε αυτή την αναφορά μας για τα 100 χρόνια του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού με ένα απόσπασμα από την ομιλία του εγκαινιάσαντος τον Ναόν, Μακαριστού Μητροπολίτου Κρήτης κυρού Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη, κατά την ημέρα των εγκαινίων του έτους 1895.

«Στρέψωμεν ήδη τον νουν και την προσοχήν ημών εις το νεόδμητον τούτον ναόν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μηνά. Ακούσωμεν τους λίθους τούτους, οίτινες μεγαλοπρεπώς ανέρχονται εις το ύψος και κάλλος άρρητον. Εσμέν λέγουσι προς ημάς, έργον πίστεως ευσεβούς γενεάς. Εμέ προσεκόμισαν χείρες ιεραί Ιεράρχου Διονυσίου, ημάς, λέγουσι έτεροι προσεκόμισαν ώμοι των της πόλεως ηγετών και προκρίτων, ημάς, λέγουσι άλλοι προσήγαγον δεσποινών ευσεβών χείρες και λαού χριστωνύμου ζήλος ο ένθεος και απετελέσθη εξ ημών το έργον, του οποίου κάλλος, ίσον προς το μεγαλείον».