Ομιλία του π. Κων/νου Πετρογιάννη, κατά την εορτή του Αγ. Μελετίου του Πηγά στην Ενορία Αγ. Θωμά. (2010)

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΓ. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΣΜΥΡΝΗΣ

Στις 23 Φεβρουαρίου του έτους 167, το αιχμηρό ξίφος του δημίου της ειδωλολατρικής Ρωμαϊκής εξουσίας, πέφτει επί τον μάρτυρα του Χριστού Πολύκαρπο επίσκοπο της Εκκλησίας των Σμυρναίων, προκειμένου να τελειωθεί η μαρτυρία και το μαρτύριο του για το Χριστό.

Γεννήθηκε 60 χρόνια περίπου μετά το Χριστό και οδηγήθηκε από αρετή και σωφροσύνη μέχρι στην με μαρτύριο ομολογία του για την αλήθεια του Χριστού.

Εμαθήτευσε κοντά σε μεγάλους κατά το βίωμα άνδρες της χριστιανικής αποκαλυπτικής ζωής, όπως π. χ. τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή και Θεολόγο και συνδέθηκε με μεγάλους κατά την πίστη άνδρες, όπως τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο.

Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, δεύτερος Επίσκοπος Αντιοχείας κατά τον Ευσέβιο Καισαρείας και διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, κατά τον Ωριγένη, αποκαλών όμως τον εαυτό του «επίσκοπον Συρίας», στέλνει λοιπόν στο Άγιο Πολύκαρπο Επίσκοπο Σμύρνης, μια επιστολή ενταγμένη μέσα στο κλίμα της τότε εκκλησιαστικής καταστάσεως.

Η επιστολή χωρίζεται σε 8 παραγράφους διαπνεόμενες από την ποιμαντική αγωνία του Αποστολέα προς τον παραλήπτη και συνεπίσκοπο του Πολύκαρπο. Ειδικώς:

  • Στην πρώτη παράγραφο, μετά το χαιρετισμό και τα προκαταρτικά, απευθύνει νουθεσίες και τονίζει την ανάληψη της ευθύνης και της ενότητος, εκ μέρους του Πολυκάρπου, για το ποίμνιο.
  • Στην δεύτερη παράγραφο, εξειδικεύει τους τρόπους ποιμαντικής επέμβασης, με κύριο γνώμονα την κατά περίπτωση εξέταση των προβλημάτων στην Σμύρνη.
  • Στην τρίτη παράγραφο, αναφέρεται στις αιρέσεις, στην ανάγκη της σταθερής παραμονής στην πίστη, στην μελέτη των περιστάσεων και προβλημάτων, αλλά και στην προσδοκία του Κυρίου.
  • Στην τέταρτη παράγραφο, γράφει για την αύξηση της λατρείας και τις διάφορες κοινωνικές τάξεις.
  • Στην πέμπτη παράγραφο, αναγράφει για την καλή συζυγία και την εν Χριστώ αγνότητα.
  • Στην έκτη παράγραφο, τονίζει την υπακοή και προσοχή στον Επίσκοπο, στους ιερείς και διακόνους και στα εκ του Αγίου Βαπτίσματος αποκτώμενα πνευματικά όπλα.
  • Στην έβδομη παράγραφο, τονίζει τα μέτρα εκείνα που πρέπει να λάβει ο Πολύκαρπος για να διατηρήσει την ειρήνη της εκεί, αλλά και της ευρύτερης εκκλησιαστικής περιοχής.
  • Τέλος στην όγδοη και τελευταία παράγραφο της επιστολής, προτείνει και άλλους τρόπους επικοινωνίας με άλλες τοπικές Εκκλησίες, λόγω δικής του αδυναμίας να πράξει αυτό, κλείνoντας με χαιρετισμούς και ασπασμούς σε γνωστά του πρόσωπα, τονίζοντας την ενότητα του σώματος της Εκκλησίας στο «όνομα του Θεού και της επισκοπής».

Η επιστολή κηρύσσει την αγάπη προς το Θεό, η οποία είναι αχώριστη της Χριστιανικής πίστεως. Επιμένει στην ακλόνητη εμπιστοσύνη στο Θεό, η οποία δημιουργεί την ευστάθεια και το θάρρος και όλες τις αρετές της καλής δράσεως και ευδόκιμης ενέργειας, καθώς και την ευτολμία και την ευψυχία, την οποία επέδειξαν οι Αποστολικοί Πατέρες, στους οποίους ανήκουν οι Άγιοι Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και Πολύκαρπος Σμύρνης.

Οι λεγόμενοι υπό της θεολογίας, Αποστολικοί Πατέρες είναι ένας πρώτος χρυσός κρίκος της Αγιοπνευματικής Πατερικής Παραδόσεως, ένας θείος χορός μαρτύρων, ομολογητών, και κηρύκων της ευσέβειας, διδασκάλων της αληθείας, πράγμα αποδεικνυόμενο και από τις σωζόμενες  χειρόγραφες διδασκαλίες των.

Πρώτη διαπίστωση από την ανάγνωση και επιμελή εξέταση της επιστολής είναι ότι δεν υπάρχει στο κείμενο καμιά αοριστία ή γενικολογία για την αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών προβλημάτων. Είναι επιστολή ποιμαντικής μέριμνας και επισκοπικής ευθύνης για την ενότητα της πίστεως και για την γνήσια πνευματική τροφοδοσία του λαού του Θεού.

Τα πάντα είναι κάτω από την βούληση και τη χάρη του Θεού, ακόμα και η κατά στιγμή συγκεκριμένες καταστάσεις που αναφέρεται ο επιστολογράφος, για να τύχουν στην συνέχεια της αναλόγου πνευματικής θεραπείας.

Οι περιπτώσεις αυτές γίνονται όμως και αφορμές για να ληφθούν τα απαραίτητα, μετά προσευχής και προσοχής, μέτρα εκείνα, ως π . χ. η εκκλησιαστική πρόνοια, που θα οδηγήσουν χωρίς κραδασμούς στην απρόσκοπτη πορεία του σκάφους της Εκκλησίας.

Τι όμως πρέπει να κάνει ο Πολύκαρπος για να επιτύχει αυτό; Του γράφει λοιπόν ο Άγιος Ιγνάτιος: «Οι περιστάσεις απαιτούν από σένα, όπως οι κυβερνήτες πλοίων περιμένουν τους ανέμους και όπως ο ναυαγός το λιμάνι, για να επιτύχουν τον Θεό. Να είσαι προσεκτικός και άγρυπνος ως αθλητής του Θεού».

Απ΄ την άλλη τι πρέπει να κάνουν οι χριστιανοί; Γράφει λοιπόν ο Ιγνάτιος γι΄ αυτούς: «Να προσέχετε τον Επίσκοπο, για να προσέχει και σας ο Θεός. Λύτρο είμαι εγώ για εκείνους που υποτάσσονται στο Επίσκοπο, στους πρεσβυτέρους και διακόνους… να κοπιάζετε ο ένας για τον άλλο, να συναγωνίζεστε, να συντρέχετε, να συμπάσχετε… ως οικονόμοι του Θεού και συμμέτοχοι και υπηρέτες».

Η επιστολή απευθύνεται στον Πολύκαρπο και ας σημειωθεί εδώ επιγραμματικώς, λόγω ελλείψεως χρόνου, η διαδρομή της εκφράσεως της ποιμαντικής αγωνίας του Ιγνατίου που περνά από την υπεύθυνη κάλαμο της συγγραφής του, για να φθάσει στο αγαπητό του Πολύκαρπο.

Εξάγεται ένας κατάλογος υπενθυμίσεως των γενικών επισκοπικών ευθυνών ήτοι: Επιμέλεια, προσευχή, αγάπη προς πάντας, καθαρότητα ζωής, πηδαλιουχία του σκάφους της Εκκλησίας, αντιμετώπιση των αιρέσεων, σταθερή πίστη, πρωτίστως η προσδοκία του Θεού, φροντίδα για τις ευπαθείς κοινωνικές τάξεις, χήρες, δούλους κ. λ. π., αύξηση της λατρείας του Θεού, καταπολέμηση της υπερηφάνειας, αποφυγή της δολιότητας, διδασκαλία για να υπάρχει ισορροπία των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους, παρθενία χωρίς καύχηση, υπακοή στο Επίσκοπο και τους κληρικούς, συνδρομή στους πάσχοντες, αρεστοί στο Θεό, μακροθυμία, φροντίδα για την ευστάθεια της Εκκλησίας, αγαθοεργίες, επικοινωνία με τις άλλες τοπικές Εκκλησίες για να κάνουν και αυτές το ίδιο κ. λ. π.

Ο ανωτέρω κατάλογος, ενώ απευθύνεται στον Επίσκοπο Πολύκαρπο, για να του τονώσει περισσότερο την αγωνιστικότητά του, για να του υπενθυμίσει έντονα τις εκκλησιαστικές ευθύνες του, την ίδια στιγμή κάτω από τις γραμμές του κειμένου της επιστολής, αφήνει να διαγραφεί η προβληματική για τα απασχολούντα την κοινωνία προβλήματα, χωρίς να αφαιρεί την ευθύνη της Εκκλησίας, μετατρέποντάς την δηλαδή σε απλό καταγραφέα αυτών ή αδέκαστο κριτή, αλλά μάλλον καθιστώντας την ως πρωτοϋπεύθυνη γι΄ αυτά.

Συγκαθιστά μετά του Επισκόπου, υπεύθυνους όλους τους εν Χριστώ βαπτισμένους ανθρώπους, δηλαδή τα μέλη της μιας Αγίας του Χριστού Εκκλησίας.

Γράφει γι΄ αυτούς ο Ιγνάτιος: «Κανείς σας να μην γίνει λιποτάκτης. Το βάπτισμα ας παραμείνει ως όπλο σας, η πίστη ως περικεφαλαία, η αγάπη ως δόρυ, η υπομονή ως πανοπλία, τα έργα σας ως παρακαταθήκη σας, για να λάβετε άξια το μισθό σας» και σε άλλο σημείο: «Ο χριστιανός δεν έχει εξουσία στον εαυτό του, αλλά αφοσιώνεται στο Θεό. Αυτό το έργο είναι του Θεού και δικό σας, όταν το ολοκληρώσετε».

Η κτητική διάθεση για τα πνευματικά είτε για τον Επίσκοπο είτε για τους άλλους κληρικούς, είτε για τα μέλη της Εκκλησίας, είναι ξένη για την πίστη του Ευαγγελίου. Τίποτα δεν είναι αποκλειστικά δικό μας. Τα πάντα είναι του Θεού δημιουργού και εμείς είμαστε οι διακονητές και οι κατά χάριν συνεργοί του στον έργο Του.

Το ανακάτεμα της πνευματικής αναζήτησης με την κτητική διάθεση π. χ. γνώση του Θεού επί των αιρέσεων, αυτάρκεια πνευματική επί των αλαζόνων, ενδοκόσμια απόλαυση αγαθών επί των εχόντων και ιδιαίτερα λόγω θέσεων εκκλησιαστικών που γίνονται σεβαστές από άλλους, ένεκα της ιεράς ιδιότητός των, δημιουργεί μεγάλους πειρασμούς και περισπάσεις, τις οποίες ο επιστολογράφος τις γνωρίζει καλώς, ως αγωνιζόμενος Επίσκοπος της Εκκλησίας.

Είναι γνωστό γι΄ αυτόν, ότι ναι μεν είναι τέλεια διαστροφή και αμαρτία τα παραπάνω, αλλά γνωρίζει ο Άγιος Πατήρ και την εξέλιξή των, την κατ΄ ουσίαν πτώση, ήτοι την λεγόμενη και στις μέρες μας, ιδιωτική πνευματικότητα. Πνευματικότητα με φραστικές μόνο επικλήσεις της Εκκλησίας και όχι κλίση των εγωιστικών αυχένων, εμπρός στο ταμείο της χάριτος και εμπρός στην συσσωρευμένη εμπειρία της Αγιαζούσης Εκκλησίας.

Να, γιατί στην Επιστολή προς Πολύκαρπον, γράφει: «Να προσέχετε τον Επίσκοπο για να προσέχει και σας ο Θεός» και «να μείνετε σε ενότητα και του Θεού και της Επισκοπής».

Είναι ο ποιμαντικός φόβος η πάλλουσα αποστολική αγωνία, από τον εγωκεντρικό εκτροχιασμό και την άρνηση της εν Χριστώ ενότητος, φανερούμενη στο πρόσωπο του Επισκόπου ως πατρός, μοναδικού φορέα της γνήσιας Αποστολικής χάριτος και ενότητος της Εκκλησίας.

Το περιεχόμενο των λέξεων αυτών, μας οδηγεί στην ανάγκη να αναφέρουμε και μια άλλη επιστολή του Ιγνατίου του Θεοφόρου, την «προς Σμυρναίους». «Ιγνάτιος ο Θεοφόρος προς την Εκκλησίαν του Θεού Πατρός και του αγαπημένου Ιησού Χριστού που είναι εγκαθιδρυμένη στην Σμύρνη της Ασίας, την πληρωμένη με πίστη και αγάπη». Γράφει και εκεί για τα στοιχεία της χριστιανικής πίστεως και μεταξύ άλλων συνιστά: «Πάντες τω επισκόπω ακολουθείτε» και «όπου αν φανεί επίσκοπος, εκεί το πλήθος έστω ώσπερ όπου αν η Χριστός Ιησούς, εκεί και η καθολική Εκκλησία».

Εδώ δεν μπορούμε να αποκρύψουμε το αντιτασσόμενο επιχείρημα, εκείνο δηλαδή που λεει: για να αποφύγω την ανθρώπινη ιδιοτροπία του Επισκόπου, ζητώ ναι μεν να ευρίσκομαι σε πνευματική αναφορά προς αυτόν τηρουμένων των σχημάτων, αλλά δεν θέλω να έχω ουδεμία άλλη εν Χριστώ αναφορά και ενεργώ άνευ αυτού. Μάλιστα ορισμένοι επιτελούν όπως λένε, ευκολότερα τα πνευματικά τους καθήκοντα ή τα εκκλησιαστικά των έργα κατ΄ αυτόν τον τρόπον.

Ιδιωτική πνευματικότητα όμως δεν υπάρχει για τους Αποστολικούς χρόνους και τους Αποστολικούς Πατέρες. Είναι αδιανόητο για τον Άγιο Ιγνάτιο και γράφει στον Σμύρνης Πολύκαρπο, στην επιστολή που μας δίνει σήμερα την ευκαιρία αυτών των αναφορών, στην πέμπτη παράγραφο, ότι ακόμα και αν έχει κανείς την αγνότητα, αρετή δηλαδή των Αγγέλων, «αν διακριθεί περισσότερο από τον Επίσκοπο, έχει χαθεί».

Εννοεί τας παντοειδείς αποσχίσεις από την Εκκλησία, ακόμα και εκείνες που γίνονται στο όνομα της αρετής. Καμιά αρετή, ούτε και η αγνότητα δεν μπορεί να ανέβει παραπάνω από το βίωμα της Εκκλησιαστικής Κοινότητος, ως Ευχαριστιακής Σύναξης εν Χριστώ.

Που μπορεί να οδηγήσει αυτή η διαστροφή, η έχουσα πολλές μορφές; Στην ακραία της μορφή μέχρι την αίρεση. Όπως ακριβώς και ο Επίσκοπος απομακρυνόμενος της Συνόδου της Εκκλησίας παύει να είναι πατήρ ή ο κληρικός, ευσεβής κληρικός, απομακρυνόμενος από το υπό τον Επίσκοπο πρεσβυτέριο.

Τι ήταν λόγου χάρη ο Άρειος; Ένας πρεσβύτερος της Εκκλησίας και μάλιστα ευλαβής πρεσβύτερος. Που κατέληξε; Στην αίρεση. Γιατί;  Ένεκα της αποκοπής από τον κορμό της Εκκλησίας.

Ο κορμός αυτός είναι για όλους κοινός και οι καρποί του ηδύγευστοι, ως έχοντες εκ των ευλογιών των καρπών του Πνεύματος του Θεού, που υπέρλογα ελεεί, τρέφει και συντηρεί, το μυστήριο της αγιότητος της Εκκλησίας.

Έχει καρπούς καμωμένους εκ των πολύμοχθων αγώνων, των μελών Αγίων της Εκκλησίας, στο όνομα του Θεού. Η Εκκλησία. Το μυστήριο αυτό που διαιωνίζεται και μένει και αυξάνεται, για να φθάσουν οι κλώνοι του, στο άχρονο βάθος της βασιλείας του Θεού και μέχρι στον συμβατικό χρόνο των βασιλειών και ηγεμονιών του μεταπτωτικού κόσμου τούτου. Γεγονός επεκτεινόμενο μέχρι την συντέλεια των πάντων, για να κηρυχθεί σ΄ όλη την οικουμένη έστω και για στιγμή, εις όλην την υφήλιο, η αλήθεια, το Ευαγγέλιο του Χριστού.

Όμως το τεμαχίζουν και το μεταμορφώνουν για να διακοσμήσουν το ξύλο της γνώσης των πρωτοπλάστων, αντί του ξύλου της ζωής. Αυτή ήταν η πίστη του Πολυκάρπου και του Ιγνατίου. Εκκλησία και Αποστολική ευθυκρισία και πίστη ζωής αληθούς.

Βέβαια, η αποφλοίωση και απόξυση του κορμού αυτού, από τότε μέχρι σήμερα, δεν ξεκινούσε μόνο από τους απ΄ έξω, αλλά και ως προείπαμε από τους εντός.

Από την προερχομένη τύφλωση εκ της φυγής της σκέπης του δένδρου της Εκκλησίας, σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Εκείνο είναι που απασχολεί τον Ιγνάτιο. Δεν γράφει, όπως και όλοι οι άλλοι θεοφόροι Άγιοι Πατέρες, από ανάγκη μιας διαθέσεως να γράψει ή για να προβάλει κάτι, αλλά μάλλον στην περίπτωση της παρούσης επιστολής, για να προλάβει.

Για το λόγο αυτό, δηλαδή για την Εκκλησία, όχι ως οικοδόμημα ή ως θεσμό, αλλά ως σώμα Χριστού, κάνει συνκοινωνό της πνευματικής αγωνίας του, τον Πολύκαρπο Σμύρνης, για να μη τραυματίζεται το σώμα του Χριστού, για να προλάβει τα κακά της εποχής των, ως επί παραδείγματι τις αιρέσεις που κατάτρωγαν συνειδήσεις και οικογένειες και μέλη του ποιμνίου.

Την εποχή εκείνη δρούσαν οι αιρέσεις των Ουαλεντινιανών και των Μαρκιωνιτών, γι΄ αυτό στην τρίτη παράγραφο, γράφει στους Σμυρνιούς να προσέχουν από αυτούς «που φαίνονται ότι είναι αξιόπιστοι και διδάσκουν άλλες διδασκαλίες. Μείνε σταθερός ωσάν το αμόνι που κτυπιέται. Χαρακτηριστικό μεγάλου αθλητού είναι να δέρνεται και να νικά».

Οι Μαρκιωνίτες, γνωστικοί δημιουργώντας αντίθεση μεταξύ Ευαγγελίου και παλαιού νόμου, Χριστιανισμού και Ιουδαϊσμού, εμόρφωσαν δικό τους σύστημα, παραδεχόμενοι τον πονηρό θεό και τον αγαθό θεό και μεταξύ αυτών τον δίκαιο θεό και αφού αυτοί ήλθαν σε διάσταση για πολλά και διάφορα, ου της παρούσης, ο εξ αυτών αγαθός θεός, έστειλε τον Χριστόν εν σώματι, κατά δόκησιν κ. λ. π., πράγματα τα οποία ετάραξαν την Εκκλησία από την εποχή του Πολυκάρπου, ως τον 4ο αιώνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αιτία προσελεύσεως σ΄ αυτούς, πολλών ανθρώπων ήταν η ηθική αυστηρότητα.

Απ΄ την άλλη  οι Ουαλεντινιανοί, οξύτατοι γνώστες της ελληνιζούσης φιλοσοφίας, από προσωπικούς λόγους αποσχίσθηκαν της Εκκλησίας μετατρεπόμενοι σε γνωστική αίρεση. Κατασκεύασαν δικούς τους ψαλμούς, δικό τους σύστημα για την δημιουργία του κόσμου και έφθασαν να μιλούν, από την πολύ θα λέγαμε γνώση, έφθασαν να πού για τον ψυχικό μεσσία Χριστό.

Μπαίνω στο πειρασμό να σκέπτομαι τώρα διάφορες πλευρές των αιρέσεων των ημερών μας και μάλιστα να κάνω συγκρίσεις και να θέτω ερωτήματα γιατί αποκηρύχθηκαν από την Εκκλησία και γιατί τόσος ο αγώνας της Εκκλησίας, να διατηρήσει αρραγή την ενότητα  της πίστεως. Ανέχεται τα παραεκκλησιαστικά μέχρι όμως του σημείου που δεν θίγουν την πολύτιμη ενότητα της πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος.

Δεν θέλει πολύ να ξεστρατίσει κανείς. Η αγωνία του Ιγνατίου ξεδιπλώνεται στην επιστολή του προς τον Πολύκαρπο Σμύρνης, γιατί γνωρίζει τις ανάγκες του τόπου, τον είχε επισκεφθεί, τα προβλήματα, τα πρόσωπα, αλλά και την πνευματική ζημία από την απώλεια των ψυχών έξω από την Εκκλησία.

Ξαναγυρίζω σε μερικά αποσπάσματα της επιστολής «Τα δόλια τεχνάσματα απέφευγε, να μη φέρεσαι με υπερηφάνεια, Όποιος μπορεί να μένει σε αγνότητα, ας μένει χωρίς καύχηση. Αν όμως καυχηθεί χάθηκε».

Τι είναι αυτό;

Να τραυματίσεις την έσω λεπτότητα των πνευματικών αισθητήρων εκείνων που λαμβάνουν σωτήρια και ευεργετικά πράγματα και να αρχίσεις να λες από αναπηρία, το θόρυβο και τας ηχάς, γλυκό άκουσμα. Να μη λαμβάνεις τους μικρούς εκείνους ήχους που σώζουν αφού η αρμονία κρύβεται σ’ αυτούς τους λεπτούς και μικρούς ήχους σ΄ αυτές τις λεπτές ισορροπίες της σωτηρίας.  Τρομερό για την συνείδηση του Ιγνατίου να ζήσης τη θλιβερή κατίσχυση του θορύβου της απώλειας.

Κρατά στην επιστολή τον εσωτερικό θησαυρισμό και φέρνει σε δεύτερη θέση, όλα τα άλλα. Απαραίτητα να γίνονται γατί είναι ευαγγελική εντολή, όμως κανένας κοινωνικός ακτιβισμός δεν δικαιολογεί την παραθεώρηση της βασικής οδού, της προσμονής του Κυρίου.

Καμιά παραδοσιακότητα υπό την μορφή των κατοχυρωμένων θιασωτών δεν δικαιολογεί  λατρεία προσώπων ή ιδεών πάνω από τον Θεό.

Κανένας κοινωνισμός δεν δικαιολογεί στην εποχή των αποστολικών πατέρων, την πρόταξη των υλικών και την εισδοχή του κοσμικού στα πνευματικά.

 Μου έρχεται συνειρμικά στο νου η χθεσινή αίτηση συμπολίτου τινός που ζητούσε από την Εκκλησία να κάνει έργο παραχώρησης και εξεύρεσης εδαφών για τις ανάγκες των ανθρώπων. Καλό και ευλογημένο. Δεν μου είπε όμως τι θα κτίσει πάνω σ΄ αυτά, όταν με περισσή καύχηση επεδείκνυε τα εγγόνια της τραπέζης του. Δεν άκουσα ούτε μια υποκρυπτόμενη έστω ανησυχία για τον έσω άνθρωπο ούτε μου εγένετο παραλλήλως και πρωτίστως και μια αίτηση για την τροφή της εσωτερικής ζωής και ανάγκης.

Να έτσι έχει καταντήσει το πράγμα να νομίζεται η Εκκλησία ως μια τράπεζα που μοιράζει χρήματα και χωράφια όχι ότι δεν πρέπει να το κάνει, η μετατροπή της ιεροσύνης σε σώμα κοινωνικών λειτουργών, τα μυστήρια της Εκκλησίας ως κάτι για το καλό και τα έθιμα, η μετατόπιση δηλαδή της αρχικής της αποστολής σε κοινωνικό φορέα.

Αλήθεια πρέπει να ξαναγυρίσουμε σ΄ αυτά που η επιστολή αυτή, Ιγνατίου προς Πολύκαρπο σήμερα μας κάνει να ανασκαλέψουμε την χαμένη αποστολικότητα, την αναθέρμανση της γνησίας πνευματικής ζωής.

Προσπάθειες γίνονται πολλές και αξιέπαινες. Χωρίς όμως την ευλογία της Εκκλησίας ως χώρου βιωματικού και όχι θεωρητικού δεν παραδίδουμε τίποτα διαφορετικό από άλλους που υπόσχονται την ανάπαυση του κουρασμένου νου και του σώματος του ανθρώπου.

(Η ομιλία έγινε στο Πνευματικό Κέντρο της Ι. Αρχιεπισκοπής Κρήτης την 24ην Φεβρουαρίου 2002, κατά την εκδήλωση του Συλλόγου Μικρασιατών Κρήτης «Ο Άγιος Πολύκαρπος», από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Κνωσού κ. Μακάριο.)