Ομιλία Σεβ. Μητροπολίτου Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακαρίου, κατά την παρουσίαση του βιβλίου: «Υπήρχε μια Πόλη… Τα θρησκευτικά Μνημεία του Μεγάλου Κάστρου», της κ. Λίνας Σταρίδα, Αρχαιολόγου, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Επιμελητήριο Ηρακλείου, στις 5 Οκτωβρίου 2016.

vivlio_starida

Δεν είμαι ειδικός περί τα Μνημεία και την αρχαιολογία και κανονικά δεν θα έπρεπε να βρίσκομαι στη θέση αυτή.

Αποδέχθηκα όμως την πρόταση της αγαπητής κ. Λιάνας Σταρίδα να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου της: «Υπήρχε μια Πόλη… Τα θρησκευτικά Μνημεία του Μεγάλου Κάστρου», γιατί εδώ και χρόνια, τότε που εργαζότανε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, διέκρινα, όπως πολλοί άνθρωποι τούτης της Πόλης, ότι η σχέση της με το αντικείμενο που θεράπευε και θεραπεύει ήταν και είναι βιωματική.

Και όταν κάτι είναι βιωματικό τότε είναι και ειδικό. Η επιστήμη απλώς μας βοηθά να το εκφράσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ένεκα αυτής της βιωματικής σχέσης της συγγραφέως με τα Μνημεία, πήρα το θάρρος ώστε να τολμήσω να απαντήσω θετικά στην πρόσκλησή της, για την οποία την ευχαριστώ πολύ, δηλαδή να το πω αλλιώς, θέλησα να τιμήσω με λίγα φτωχά λόγια τη βιωματική σχέση της με το αντικείμενό της.

Νομίζω ότι το εν λόγω πόνημα ξεπηδά και έρχεται μέσα από τα προαναφερθέντα περί βιωματικής σχέσης, καθώς και των υπόλοιπων δύο τόμων της όλης σειράς πού έχει συνθέσει μέχρι σήμερα η συγγραφέας.

Η φλογερή αγάπη της Λιάνας, ως ακάματος βιωματικός ζήλος, προς την ιστορία, τη ζωή, την πορεία και τις περιπέτειες των Μνημείων του Μεγάλου Κάστρου, είναι το στημόνι της ύφανσης επί του οποίου στερέωσε την πολυετή και κοπιώδη έρευνά της. Αυτή τουλάχιστο είναι η δική μου αίσθηση και εκεί νομίζω ότι βρίσκεται το μυστικό και αυτού του βιβλίου της κ. Λιάνας Σταρίδα, πράγμα γνωστό σε όσους γνωρίζουν το έργο της.

Η Λιάνα Σταρίδα προέρχεται από εκείνες τις οικογένειες που τράφηκαν από τις ρίζες της πίστης και του πολιτισμού και εν συνεχεία η επιστημονική κατάρτισή της εμπλουτίστηκε με τόσες δεκαετίες έρευνας για χαμένα Μνημεία, παραγκωνισμένα και ξεχασμένα από τον κοινό χρησιμοθηρικό νου, ο οποίος είναι πάντα εχθρός της ειδικότητας.

Δεν μπορώ να μη το πω απόψε: η Λιάνα πάλεψε και αντιστάθηκε ζωηρά, το γνωρίζει το Ηράκλειο, από τη θέση της εργασίας της εναντίον τέτοιων ωφελιμιστικών νων, εχθρούς της πίστης και του πολιτισμού.

Με τον αγώνα της πέτυχε να σωθούν αρκετά μνημειακά πράγματα και να μη κακοποιηθούν άλλα, σε συνέχεια μιας σειράς αγωνιστών, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Μερικούς από αυτούς, συναδέλφους της και μη, αναφέρει η συγγραφέας, στην τρίτη έκδοση του τόμου για το Μεγάλο Κάστρο, όπως τον Στέφανο Ξανθουδίδη, τον Νικόλαο Πλάτωνα, τον Στέλιο Αλεξίου, τον Μανώλη Μπορπουδάκη, τον Νικόλαο Σταυρινίδη, τον Στέργιο Σπανάκη, τον Ελευθέριο Πλατάκη και τη Χρυσούλα Τζομπανάκη.

Το παρουσιαζόμενο βιβλίο μας δίνει εξαιρετικούς καταλόγους των χριστιανικών εκκλησιών Ορθοδόξων, Καθολικών και Αρμενίων, των οθωμανικών θρησκευτικών μνημείων, τεμενών και τεκέδων, καθώς και εκείνων των Εβραίων των περασμένων εποχών και αιώνων του Μεγάλου Κάστρου. Ακόμα είναι σημαντική η μνημονευόμενη βιβλιογραφία, οι φωτογραφίες, οι χάρτες, οι επιγραφές και οι ονομασίες, πολλές από τις οποίες θυμάμαι, ως μαθητής, να εκφέρονται από τους τότε Ηρακλειώτες και άλλα πολλά, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν ένα άριστο και εμπεριστατωμένο οδηγό, για όποιον θέλει να μάθει εις βάθος για το κάθε Μνημείο του τόμου και των γειτονιών του παλαιού Ηράκλειου.

Ο τόμος αυτός καταπολεμά καίρια τη λήθη και ξεθάβει ότι υπήρχε στο Ηράκλειο ή ότι οι διάφοροι πολιτισμοί εκόμισαν και ότι υπάρχει συναφές γύρω από το γενικό θέμα του τόμου, ότι οι πόλεμοι και οι διαμάχες διαμόρφωσαν και αφού όλα διασταυρώθηκαν μέσα στην εν γένει ιστορία του Ηρακλείου, εξαπλώθηκαν στο βιβλίο, με οδηγό την εμπειρία της κ. Λίανας Σταρίδα.

Είναι μάλιστα πολύ χαρακτηριστικά τα ονόματα των Μνημείων. Αν κάποιος λίγο μελετά την ιστορία μπορεί να φανταστεί τη σχέση τους με τα μεγάλα κέντρα του χριστιανικού, μουσουλμανικού και εβραϊκού κόσμου και να δει πως αυτά τα μεγάλα κέντρα επηρέασαν και το Ηράκλειο, το οποίο όμως διαμόρφωσε και αυτό ένα ιδιαίτερο τρόπο πρόσληψης και έκφρασης, εντός των «συνοικιών, δρόμων και πλατειών του, μιας Πόλης που υπήρχε» τίτλος της δεύτερης έκδοσης του ετέρου τόμου της συγγραφέως, με αναλύσεις αξιοσημείωτες των περασμένων καιρών.

Η συγγραφέας στον πρόλογο του απόψε παρουσιαζόμενου τόμου, χαρακτηρίζει την πρόσληψη και έκφραση του Ηρακλείου «ως την υπέροχη αύρα που του προσδίδει το παρελθόν του». Και το αναφέρω αυτό γιατί ακόμα και μέχρι σήμερα, η αισθητική του Ηρακλείου ασθενεί σοβαρά. Η συγγραφέας λίγο πιο πάνω από την αναφορά για την αύρα του Ηρακλείου, διερωτάται για το Ηράκλειο: «Δικαίως την χαρακτηρίζουν ως την πιο άσχημη πόλη της Ελλάδος; Θα απαντούσα ναι… γνωρίζοντας ότι οι σημερινοί κάτοικοί της, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, αγνοούν την ιστορία και αδιαφορούν εντελώς για τα μνημεία». Προχωρεί όμως πιο κάτω και αναφέρει: «Θεωρώ όμως ότι το Ηράκλειο όσους βιασμούς και αν υποστεί – κι έχει υποστεί αμέτρητους – θα διατηρεί τη μοναδική ατμόσφαιρα κ.λ.π.», για να φθάσει η αναφορά της στην προμνημονευθείσα αύρα από το παρελθόν.

Η κατά τις δεκαετίες μετά το Β´ παγκόσμιο πόλεμο και όχι μόνο, ανεξέλεγκτη οικοδόμηση του Ηρακλείου υπήρξε η μεγάλη καταστροφή των μνημείων του. Το βιβλίο παρουσιάζει, σε μεγάλο βαθμό, την προοδευτικώς εξαπλωθείσα αυτή θύελλα της περιφρόνησης και καταστροφής των Θρησκευτικών Μνημείων και φυσικά δεν είναι μόνο αυτά.

Τη βαρβαρότητα της καταστροφής μπορούμε, βέβαια, να τη δικαιολογήσουμε μέχρι ενός βαθμού, ένεκα της αμάθειας του λαού και των αρχών, αλλά δεν μπορούμε καθόλου να τη δεχθούμε κατά την περίοδο των νεωτέρων χρόνων, εκεί που έβαλαν το χέρι τους επαΐοντες και ειδικοί.

Τελικά ο μνημειακός θρησκευτικός πλούτος που χάθηκε, αυτό που απόμεινε και αυτό που κρύβεται ακόμα πίσω και κάτω από νεώτερα σημερινά κτήρια στο Ηράκλειο για να τα συνθέσει κανείς, να τα κατανοήσει και να τα γνωρίσει πρέπει να πάρει καλά στα χέρια του το βιβλίο της κ. Λιάνας Σταρίδα, που απόψε παρουσιάζεται. Είναι η περιήγηση του κόπου μιας συμπολίτισσας μας η οποία δε λογάριασε τίποτα άλλο, παρά το πως θα δώσει την εμπειρία της στο φως, για ότι δεν γνωρίζουμε επαρκώς ή και καθόλου, για τα περιγραφόμενα του παρουσιαζόμενου τόμου.

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, συνέχεια άλλων δυο προγενέστερων τόμων, μού ήλθε στον νου κάτι από τον Ελύτη που λέει: «Τούτο μόνο να ξέρεις: «Ότι σώσεις μες στην αστραπή καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει». Έχω τη γνώμη ότι το βιβλίο για το οποίο μιλάμε απόψε σώζει πράγματα που οι διάφορες περιστάσεις του βίου και η αμάθεια κατέστρεψαν, αστραπιαία ή μη και πλήγωσαν τόσο πολύ.

Θα λέγαμε πως τελικά το ειρημένο βιβλίο αιωνίζει και μας βάζει χωρίς άλλο μπροστά στην ευθύνη να μη ποτέ σαββατίσουμε, μέχρι να φύγουμε από τις σύγχρονες νοσταλγικές μεγαλοστομίες, για τα Μνημεία και τους καθαγιασμένους τόπους μας. Τελικά έχει δίκαιο ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, της Εφημερίδος «Καθημερινή», που νομίζω ότι έλεγε το εξής: «Μιλάει ο στραβός για ωραία ημέρα, ο κουφός για ωραία μουσική συμφωνία και ο ανήθικος για ηθική».

Το βιβλίο της Λιάνας μ´ ευχαρίστησε, μ´ εμβάθυνε στα πραγματευόμενά του, αλλά μου μεγάλωσε και το έσω τραύμα μου από την απορία: γιατί αυτά τα λεγόμενα εθνικά κράτη πέσαν μέσα σε μία απομόνωση, σε μία ιδεαλιστική στενοκαρδία και δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τη διαχρονία του εύρους του πολιτισμού μας; Μήπως αυτά τα κράτη δεν είναι που ανέδειξαν την απονιά μπροστά στις αιώνιες αξίες; Μήπως αυτά τα κράτη δεν έγιναν η αιτία ώστε να μικρύνει τόσο πολύ ο ανοικτός αυτοκρατορικός ορίζοντας του πολιτισμού μας, όπως φαίνεται ξεκάθαρα και στο βιβλίο της Λίανας;

Μπορούν τελικά να στερεώσουν συνειδήσεις και πολιτισμό τα νεόκοπα φοβικά κρατικά μορφώματα που, στο παράδειγμα της νεοελληνικής περίπτωσης, προβάλλουν την κοσμική θρησκευτική ουδετερότητα της «μικρής και έντιμης Ελλάδας»; Αυτό, δηλαδή, που ζήτησαν κάποτε, στη βουλή των Ελλήνων, από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, κάποιοι που σκέπασαν αργότερα, με συνεχιστές αυτής της «εντιμότητας» του μικρού, τόσα και τόσα μνημεία από την αδυναμία της μικροψυχίας του πρόσκαιρου ιδεαλιστικού, του πολιτισμού του μπετό, κάτι εντελώς ενάντιο με το βιωματικό διαχρονικό;

Αντίθετα οι λαξευμένοι, με κόπο και υπομονή, λίθοι έγιναν κατά το ευαγγελικό, «κεφαλή γωνίας» των αιώνων που σχημάτισαν, με τον άλλο δικό τους τρόπο, μνημεία και στο Ηράκλειο. Οι πέτρες της Πόλης του Μεγάλου Κάστρου έχουν συνείδηση του δικού μας πολιτισμού, χωρίς να σκεπάζουν ή να φοβούνται ότι περιβάλλει τη Μεγαλόνησο, τα πελάγη και οι ήπειροι, ώστε να τελειώσει μα για να συνεχίσει να υπάρχει.

Είπα όλα τα παραπάνω ως μη αρχαιολογικώς ειδικός, όπως ανέφερα στην αρχή. Ωστόσο αυτά που είπα βγήκαν από μέσα μου, καθώς γύριζα τις σελίδες του βιβλίου και επειδή δεν έχω τις κατάλληλες λέξεις περιγραφής της ωραιότητας που απορρέει από την εργασία της Λιάνας, εδώ να πούμε ένα μπράβο και για την καλαίσθητη, ανά χείρας, έκδοση της «Ίτανος», θέλω να της πω ότι την καταλαβαίνω αυτή την ωραιότητα και την ευχαριστώ για αυτό, ως Ορθόδοξος χριστιανός Επίσκοπος της Κρήτης.

Είναι χιλιοειπωμένο, το του Ντοστογιέφσκι: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» και μ´ αρέσει τόσο πολύ. Την αισθάνομαι αυτή την ωραιότητα και επειδή αδυνατώ να μιλήσω με τη γλώσσα του ειδικού, περιορίζομαι να συγχαρώ εγκάρδια τη Λιάνα, να συστήσω το νέο βιβλίο της και να εκφραστώ και πάλι με ένα στίχο του Ελύτη που λέει: «Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει».

Και επειδή έρχομαι από τους τόπους της Γόρτυνας και της Φαιστού κομίζω σε όλους τη χάρη, την Αποστολική χάρη της Εκκλησίας των Γορτυνίων, εκείνης που έστησε την πρώτη κολυμβήθρα, για να βαπτιστούν μέσα της όλοι οι Κρήτες που ξέρουν να διαλέγονται με όλους τους άλλους.

Από τον Σταυρινίδη μέχρι την Λιάνα Σταρίδα υπάρχουν πολλά και πολλοί, αλλά οι δύο τους είναι ακρογωνιαίοι λίθοι.