“Μικρή προσέγγιση στα νέα εικονογραφικά έργα του Ι. Ν. Αγ. Παρασκευής Ηρακλείου”. Του Αρχιμ. Μακαρίου Δουλουφάκη, Πρωτοσυγκέλλου Ι. Αρχιεπισκοπής Κρήτης. (1997)

ΜΙΚΡΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΑ ΝΕΑ EΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ Ι. Ν. ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΤΙΘΕΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ <<ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ>> ΤΟΥ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΒΑΣΙΛΑΚΗ.

 

Τον χωρίς τέλος, εύρους και μήκους και εκτός περιθωρίου, βαρύ Σταυρό της Αποκαθήλωσης, της νέας δημιουργίας του αξιόλογου αγιογράφου, Μ. Βασιλάκη, με τα πολύ ενδιαφέροντα έργα του, στο σφράγισμα του 20 αιώνα, κομίζει, στον ξεπροβάλοντα ερχόμενο νέο κόσμο, με τα συστατικά της δικής μας Ορθόδοξης Κρητικής Σχολής Αγιογραφίας, όχι αντιγραφικώς, αλλά πρωτοτύπως, με την διάνοιξη νέων θεμελίων για την Ορθόδοξη Αγιογραφική τέχνη.

Η όλη ερωτηματολογία γι` αυτούς που θα απορήσουν, και δικαίως, σε σχέση με την επικρατούσα απλώς αναπαραστατική νοοτροπία που υπαγορεύει ένα απατηλό γυάλισμα των τοίχων, μια τεχνική αντί τέχνης, με τον εντυπωσιασμό έντονων ενοχλητικών χρωμάτων, μπορεί να εξηγηθεί, με μόνο το γεγονός της ενανθρώπησης του Χριστού. Πήρε τον άνθρωπο του παλαιού κόσμου <<συν ταις πράξεσιν και ταις επιθυμίαις αυτού>> και τον παρέδωσε στο ελεύθερο πολίτευμα της Βασιλείας Του, μη<< εκ του κόσμου τούτου>>,Βασιλεία χαρμολύπης και εξόδου, προς το φως της όγδοης ημέρας, του μέλλοντος αιώνος.

Στην περίπτωση των παρόντων έργων, η παρουσία του κόσμου μας, αληθινά, έτσι όπως είναι, όπως ήταν π.χ. στην εποχή του Χριστού, υποδηλώνεται στον Λάζαρο του αγιογράφου μας , στα κομματιασμένα του ενδύματα και την πάνω από την κεφαλή του τοποθέτηση της χειρός του, για να προστατευθεί από τον κουρελή και απειλούντα κόσμο που τοποθετείται τόσο χαμηλά στην παράσταση από το Πρόσωπο του Θεού, χωρίς το βλέμμα του ποιήματος που ανασταίνεται ευεργετημένο απ` Αυτόν και το ζει άμεσα, να δύναται να ατενίσει τον Ποιητή.

Μη τρομάζουμε έτσι είναι. Μας λέει την αλήθεια ο οραματιστής αγιογράφος, χωρίς να κάνει διακοσμητική, αναζητεί με πάθος την έκφραση της εποχής, μέσα από μια αφαιρετική αποφατική.

Ας παρηγορηθούμε όμως από την ψηλάφηση του Θωμά, για να δούμε την προέκταση στο χιτώνα του Χριστού που γίνεται χαλί μέχρι σήμερα, η αναβάθρα, μέσα από μια εντελώς νέα αγιογραφική σύνθεση, μη μιμητική, άγνωστη ως τα σήμερα.

Τα στοιχεία παλαιά και παραδοσιακά μεν, στην πρωτογενή τους δομή, εντελώς δε νέα στην διαίσθηση του αγιογράφου, σημερινά και αληθινά, γεννημένα από τις ανομολόγητες αγωνίες και τους πόθους όλων μας, που κατέρχονται συμπεπυκνομένα, στην άκρη του παραδοσιακού χρωστήρα, του ορθοτομούντος και όχι μοντέρνου καλλιτέχνη, με κίνδυνο να παρεξηγηθεί από τις δυνάμεις της εφησυχαστικής συνηθείας των ποικίλων μιμητισμών, που αυτές ερωτούσε, πολύ χαρακτηριστικά και πολλά χρόνια πριν, ο Μακαριστός Ιεράρχης του Φαναρίου, Χαλκηδόνος Μελίτων, μήπως <<το Πνεύμα το Άγιο σταμάτησε στον όγδοο αιώνα;>>.

Αν δεν πείθεται κανείς, δεν έχει παρά να δει στα πρόσωπα των Αποστόλων, τον κάθε ένα απ` εμάς. Άλλος ψάχνει στα βιβλία, άλλος απορεί, άλλος είναι κουκουλωμένος παραδοσιακά, άλλος δείχνει, άλλος ησυχάζει καλώς ή κακώς, άλλος…, άλλος και καλά κάνουν. Είναι μια αναζήτηση. Ηθική όμως, θα την έλεγε ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, δηλαδή;

Αν δούμε πως τοποθετήθηκε το κυκλικό, λεπτό χώρισμα από τον θρόνο που καθέζεται ο Χριστός, τους χωρίζει, κι` ας αισθάνονται, κάτι απ` Αυτόν. Το ζητούμενο; η τέλεια γεύση. Το γκρέμισμα του μεσότοιχου του φραγμού.

Κι` αν απ` την μια είναι λεπτός, κι` απ` την άλλη η δίψα μεγάλη για να Τον αγγίξουν, κι` αν ακόμα η Θεϊκή Του ενδυμασία ξαπλώνεται στα σκαλιά σαν απόχη, για να προσλάβει το ανθρώπινο, η στενότητα του ενδύματος στεναχωρεί, γιατί προϋποθέτει το ξεγύμνωμα από το αθυσίαστο του σύγχρονου βίου, την απάρνηση του τοτεμικού Θεού, που γεννά η στείρα λογική της <<αρμονίας>> των λογικών κατηγοριών περί Αυτού, η αγευσία ή η κατά κάποιο τρόπο αναζήτηση, δεν έχει σημασία ποια, που δέστε την ολόκληρη, στο σύνολό της, στο χορό, των κινήσεων των Αποστόλων, γεμάτες από μια παράξενη ταραχή. Ο Αγιογράφος μας έβαλε όλους εδώ, ρεαλιστικά.

Κάποιος τόλμησε, ο Θωμάς. Αναβαίνων αλλαχόθεν, έστω  κι` απ` την απόκρημνη από απιστία, σκάλα του, γίνεται δεκτός με θεϊκή συγκατάβαση, για να αγγίξει, να γευθεί, και στην συνέχεια να ομολογήσει.

Αυτό ονομάζεται εις τα καθ` ημάς της Ανατολής, οντολογική γεύση, εμπειρία του Θεού, αντί μιας φτωχής ηθικής κατηγοριών καλή βέβαια για ένα ενδοκόσμιο θεϊσμό που έχει τέλος, αφού το αιώνιο θέλει υπαρξιακή αναζήτηση, άρα μοιραία χρονοβόρο και ασύμφορο για τον τρέχοντα κόσμο, προς το ξέφρενο τέρμα ενός τέλους θανάτου και σύγχυσης.

Ο μόνος που εισέρχεται, έστω αλλαχόθεν, εντός του κύκλου που χάραξε ο Αγιογράφος, για να περάσει, να<< ενανθρωπίσει>> με την νέα του αυτή σύνθεση, την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία της οικονομίας, στην γλώσσα του σημερινού κόσμου, είναι ο άπιστος που τόλμησε.

Αυτή η τόλμη, με βαθιά πίστη, θα λέγαμε, ότι χαρακτηρίζει το έργο του Μ. Βασιλάκη, συνεχιστού της μεγάλης Σχολής της Κρητικής Αγιογραφίας και της Καστρινής Παράδοσης. Ανοίγει ένα νέο δρόμο θεολογικής εμπειρικής τοποθέτησης, με μια προφητική, προδρομική παρακαταθήκη για τους επερχόμενους.

Δεν είμαι ειδικός για να κρίνω ένα δημιουργό-δάσκαλο, της μοναδικής Εκκλησιαστικής τέχνης που διακονεί. Άκουσα μόνο τους προβληματισμούς του πριν από μερικά χρόνια, ένα γαληνότατο βραδινό, όχι πολύ έξω από το Ηράκλειο, εν μέσω φίλων καλλιτεχνών και μη, αγαπόντων όμως την Ρωμιοσύνη, σαν ταπεινός θύτης της Εκκλησίας, και θυμάμαι τον παρότρυνα να δώσει σάρκα και οστά σ` αυτούς. Δεν λέω τώρα τυπικά και κοσμικά θερμά συγχαρητήρια, μόνο εύχομαι πολύ δύναμη και ευλογία στο άξιο έργο του, από τον Πανάγαθο Θεό. Το Θεό των Πατέρων μας που μέρος της Αποκάλυψης Του, είναι αποτυπωμένο στις αναζητήσεις των έργων του Μιχαήλ Βασιλάκη.

Γι` αυτό το όραμα της Αποκάλυψης που κάθε μέρα ερωτούμαστε, και ο κόσμος ποθεί, λέμε ότι και ο Παύλος, ότι δεν είναι κανόνας <<ευτυχίας>>, χριστιανικής ενδοκόσμιας χαράς. Γράφει στην Α προς Κορινθίους 15,19 <<εάν στην ζωή αυτή και μόνο, έχομε στηρίξει τις ελπίδες μας στο Χριστό, είμαστε οι περισσότερο ελεεινοί από όλους τους ανθρώπους.>>

Κι` αυτός ο κόσμος ο <<Μικρός ο μέγας>> που γράφει ο ποιητής, αυτόν που ο Αγιογράφος έφτιαξε με μεγαλύτερα χέρια απ` τα συνήθη της Παράδοσης, στο θέμα της Πεντηκοστής, ας καυχάται για την αύξησή και την πολυχρωμία του. Κουράστηκε ήδη και θα σηκώσει το βλέμμα και θα δει στην σύνθεση του Αγιογράφου μας, από πάνω του, την πρωτοχριστιανική λευκότητα της Συνοδικότητας της Εκκλησίας, ένας νέος χορός λευκοφορούντων Αγίων Αποστόλων του μέλλοντος αιώνος, όχι προς Θεού, <<καθαρών>> και φιλοσοφούντων, μα παραδοσιακών, στα πρόσωπα, όπως τα έκανε ο δημιουργός του έργου. Είναι επιτέλους αυτός ο λευκός χορός, η λύση από το δράμα και τον σύγχρονο προβληματισμό που περνά για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα στην Ιστορία της Ιερής Τέχνης της Αγιογραφίας, πάλι από την Κρήτη και το Μιχαήλ Βασιλάκη.-

Ηράκλειο 14-7-1997

Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού Θρόνου Μακάριος Δουλουφάκης,

Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης