Ι. Πανήγυρη Αγ. Αποστόλων Παύλου και Πέτρου, στον εορτάζοντα μνημειακό Ι. Ναό τους, (13ου αιώνα), στους Παρανύμφους, αποκάλυψη πλάκας για τον Ιωσήφ Φιλάγρη και για την προσφορά του παλαιού αυτού μονυδρίου, κατά την εθνική αντίσταση, ομιλία του κ. Ζαχαρία Δ. Καλοχριστιανάκη, συνταξ. εκπαιδευτικού – συγγραφέα, 29/6/2014.

Σεβασμιότατε, αρχόντισσες και άρχοντες του τόπου, αγαπητοί φίλοι !

Για το ιστορικό της σημερινής τελετής να πω εν συντομία το εξής: Όταν πέρυσι, σαν σήμερα, βρέθηκα προσκυνητής σε αυτόν εδώ τον ιερό χώρο, δέχθηκα αρκετές ερωτήσεις από πολλούς συμπροσκυνητές σχετικά με την ιστορικότητα του μοναστηριού. Αυτό αποτέλεσε το κίνητρο για την τοποθέτηση μιας πλάκας, που με ένα απλό και περιεκτικό επίγραμμα να πληροφορεί τον κάθε ενδιαφερόμενο. Την σκέψη αυτή έκανα γνωστή στον παπά Γιώργη, ο οποίος ασμένως την υιοθέτησε. Το επόμενο βήμα ήταν να ενημερωθεί ο οικείος Μητροπολίτης, ο Σεβασμιότατος κ. Μακάριος, ο οποίος όχι μόνο συνηγόρησε γ΄ αυτό, αλλά έδωσε και τις κατευθυντήριες οδηγίες υλοποίησης της.

      Πέραν από το ολιγόλεξο, αλλά περιεκτικό πληροφοριακό κείμενο της πλάκας είναι, νομίζω, σκόπιμο να αναφερθούμε στη διαχρονική ιστορικότητα αυτού εδώ του μοναστηριού.

     Το πότε χτίστηκε το εκκλησάκι αυτό και ποιος ήταν ο κτήτοράς του παραμένει κρυμμένο στα μυστικά της ιστορίας. Όμως, τα κατά τις μαρτυρίες των ντόπιων, συλημένα από αρχαιοκάπηλους πήλινα αγαλματίδια αποτελούν βάσιμες ενδείξεις ότι  κατά την προχριστιανική αρχαιότητα θα πρέπει να υπήρχε εδώ εθνικό ιερό. Τα εκτεταμένα ερείπια και τα ίχνη θεμελίωσης γύρω από το ναό συνηγορούν σε αυτό. Κι ακόμη η τοπογραφία του μοναστηριού, σε δενδρώδη κοιλάδα, σε συνδυασμό με το κρυστάλλινο και γάργαρο νερό της παρακείμενης πηγής παραπέμπουν στις μυθολογικές αρχαιοελληνικές Νύμφες, στις οποίες ενδεχομένως να οφείλεται και το όνομα του χωριού Παράνυμφοι.

     Όμως οι σε  ανεκτή κατάσταση τοιχογραφίες και η αρχιτεκτονική δομή του ναού, μονόκλιτη βασιλική, με το θύρωμα του ναού από λαξευμένο πωρόλιθο, παραπέμπουν στην περίοδο της πρώιμης Βενετοκρατίας στην Κρήτη. Το ότι το εκκλησάκι συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των τοιχογραφημένων εκκλησιών της Κρήτης, που συνέταξε ο Giuseppe Gerola, αναδεικνύει την αρχαιολογική του σπουδαιότητα κι αυτό προκάλεσε το ενδιαφέρον της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Έγινε απασβέστωση και στερέωση των τοιχογραφιών, συντήρηση της σκεπής, πλακόστρωση και καλλωπισμός του περιβάλλοντος χώρου. Μέλημα της αρχαιολογικής υπηρεσίας είναι να γίνει ολοκληρωμένη ανασκαφή. Αλλά «δει δη χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν γενέσθαι».

     Ένα άλλο σημαντικό ντοκουμέντο, που ταυτοποιεί το μοναστήρι στη διαδρομή του ιστορικού χρόνου και ισχυροποιεί την αγιότητα των Αστερουσίων είναι το ακόλουθο, το οποίο αλιεύομε από τον κώδικα Angelica, αριθ. 30 της Ρώμης.  Από τον κώδικα αυτό πληροφορούμαστε  ότι ο  ουρανόφθογγος και αγγελόβιος μοναχός, ο της αστερουσιανής αρούρας οτρηρός πνευματικός γεωργός και αριστοτελιστής φιλόσοφος, Ιωσήφ Φιλάγρης,  στις 29 Ιουνίου το 1392 ή 1397, κατά την εορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ήλθε εδώ και εκφώνησε εγκωμιαστικό λόγο για τους 2 Αποστόλους (Γ. Παπάζογλου).  Ξαφνιάζει δε το γεγονός ότι αρχίζει την ομιλία του με την επίκλησή «ευλόγησον», άρα ο λόγος θα εκφωνήθηκε ενώπιον ηγουμένου.  Άγνωστο παραμένει αν τότε στο μοναστήρι υπήρχε αυτόνομη μοναστική κοινότητα ή αν, και το πιθανότερο, λόγω της πανήγυρης, να βρισκόταν εδώ ο ηγούμενος του Κουδουμά, στην πνευματική επικράτεια του οποίου,  μέχρι και τα τέλη περίπου του 20ου αιώνα ανήκαν όλα τα μοναστήρια της ένθεν κακείθεν περιοχής του Κουδουμά.  Το μοναστήρι επομένως προϋπήρχε της εποχής του Φιλάγρη, δηλαδή του 14ου μ. Χ αιώνα.

     Ο λόγος που εκφώνησε ο Φιλάγρης αποτελεί μέρος των ομιλητικών κειμένων του φιλοσόφου και διαιρείται σε δύο μέρη. Στον πρόλογο, όπου επιχειρηματολογεί γιατί πρέπει να τιμούμε περισσότερο τους μαθητές του Χριστού, σε σχέση με τους λοιπούς αγίους και πατέρες, ενώ γίνεται αναφορά στην «επί του όρους ομιλία» και επιχειρείται ερμηνεία των «μακαρισμών». Στη συνέχεια εισέρχεται στο κυρίως θέμα του εγκωμιάζοντας τους δύο εορτάζοντες Αποστόλους.

     Η παρουσία του φιλοσόφου Φιλάγρη στο μοναστήρι των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου συνέδεσε τα δύο μοναστήρια με ισχυρούς πνευματικούς δεσμούς. Ο θάνατος του Φιλάγρη και η παρακμή του μοναστηριού του, των Τριών Ιεραρχών στο Λουσούδι, σε συνδυασμό με την επελθούσα Τουρκοκρατία, συμπαρέσυραν στην εγκατάλειψη και τα δύο μοναστήρια. Τα περιουσιακά τους στοιχεία σε αγρούς περιήλθαν σε κοσμικούς.

     Στις αρχές του 19ου αιώνα παρατηρείται εγκατάσταση, ξένων προς την Ιερά Μονή Κουδουμά, μοναχών στο μοναστήρι. Τότε οι κάτοικοι των Παρανύμφων και του Πλατανιά δώρισαν κτήματα για τη συντήρηση των μοναχών και μάλιστα το 1902 ο μοναχός Αβραάμ είχε φροντίσει για την καλλιέργεια και την περίφραξη αυτών των κτημάτων. Όμως μετά το θάνατο του Αβραάμ, όπως προκύπτει από επιστολή του εφημέριου Χάρακα παπά Γρηγόρη, προς τον επίσκοπο Αρκαδίας, (Αρχείο της ΙΜΓΑ, την οποία δημοσίευσε ο Νίκος Ψιλάκης, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, τ. Α΄, σ. 282), ξέσπασε τσακωμός μεταξύ των δωρητών, οι οποίοι ζητούσαν πίσω την επιστροφή των κτημάτων που οι πρόγονοι τους είχαν δωρίσει.  Λόγω αυτής της διένεξης οι μοναχοί αποχώρησαν (Χ. Παπαδάκης). Μετά τον Αβραάμ, ο οποίος πέθανε και θάφτηκε εδώ (ό. π.), στον Άγιο Παύλο το 1905-1908 ζούσε ο μοναχός Γεράσιμος Ν. Γιανναδάκης και μέχρι το 1960 ο Νεόφυτος Μαρκάκης, προερχόμενοι από τον Κουδουμά. Μετά από αυτούς το μοναστήρι αποξενώνεται από ανθρώπινη παρουσία και ερημώνεται.

    Κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, που οι Παράνυμφοι ήταν ο προθάλαμος της συγκέντρωσης των φυγάδων αντιστασιακών  και το μοναστήρι είχε ακόμη ανθρώπινη παρουσία, το μέσω του Αγίου Παύλου μονοπάτι, από τους Παρανύμφους προς τους περί τις Τρεις Εκκλησιές  όρμους, ήταν προνομιακό, άγνωστο στους κατακτητές και ασφαλές δρομολόγιο. Σε εκατοντάδες ανέρχονται οι εγκλωβισμένοι αγωνιστές, που φιλοξενήθηκαν στο μοναστήρι και  διεκπεραιώθηκαν προς τη Μέση Ανατολή. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που Παρανυμφιανοί μέσω του μονοπατιού του Αγίου Παύλου, με μουλάρια και με κίνδυνο της ζωής τους, μετέφεραν  τραυματίες και αρρώστους Άγγλους, Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς προς το σωτήριο για την Αφρική πλωτό.

    Σήμερα το εκκλησάκι ανήκει στην ενορία των Παρανύμφων, αποτελεί σημείο αναφοράς της ευρύτερης περιοχής, χώρο ξεκούρασης και αναψυχής για τους ορειβάτες, τους παλαδίνους, τους περιπατητές και τους οδοιπόρους προς τα νότια παράλια και προς τη μονή Κουδουμά.

     Το όνομα του μοναστηριού των Πέτρου και Παύλου στους Παρανύμφους, μέσω του Φιλάγρη, εδώ και 650 περίπου χρόνια, βρίσκεται γραμμένο σε μια από τις μεγαλύτερες και αρχαιότερες βιβλιοθήκες του κόσμου, στη Ρώμη, αλλά και στα απομνημονεύματα των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, ντόπιων και ξένων και αυτά από μόνα τους περιποιούν ξεχωριστή τιμή  και σέμνωμα για την Εκκλησία, τα Αστερούσια και ιδιαιτέρως για τους κατοίκους των Παρανύμφων.

Σεβασμιότατε!

Με την σημερινή αναμνηστική πλάκα, έργο των για μια ακόμη φορά  φιλίστορων Σας ενδιαφερόντων και της τοπικής ενορίας, η μικροϊστορία του τόπου μνημειώνεται και παραδίδεται στους νυν και στους επιγενόμενους ως παντοτινό κτήμα αθανασίας, γιατί ό, τι δεν γράφεται χάνεται ή κατά πως λέει ο Ελύτης: «Ό,τι χαθεί, χάνεται για πάντα. Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή, καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει».

Έρρωσο, Σεβασμιότατε, να προΐστασθε και άλλων αγαθών έργων και εύγε παπά Γιώργη!