Ακάθιστου Ύμνου στον Ι. Μητροπολιτικό Ναό Αγ. Γεωργίου Μοιρών 3/4/2020.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Τοῦ καθηγητοῦ Ἰωάννου Φουντούλη.

Στὴν ἐπίσημη λειτουργικὴ γλώσσα ἡ ἀκολουθία αὐτὴ ὀνομάζεται «Ἀκάθιστος  Ὕμνος» ἢ μονολεκτικὰ «Ἀκάθιστος» ἀπὸ τὴν ὀρθία στάση, ποὺ τηροῦσαν οἱ πιστοὶ καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ψαλμωδίας της. Ἔτσι καὶ μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴ στάση τοῦ σώματος ἐκφράζεται ἡ τιμή, ἡ ἰδιαίτερη εὐλάβεια, ἡ εὐχαριστία πρὸς ἐκείνη, πρὸς τὴν ὁποία ἀπευθύνουμε τοὺς χαιρετισμούς μας.

Εἶναι δὲ ἡ ἀκολουθία αὐτὴ στὴ σημερινὴ λειτουργική μας πράξη ἐντεταγμένη στὸ λειτουργικὸ πλαίσιο τῆς ἀκολουθίας τοῦ μικροῦ ἀποδείπνου. Ἔτσι γίνεται κάθε Παρασκευὴ στὶς τέσσερις πρῶτες ἑβδομάδες τῶν Νηστειῶν, ἀκόμα καὶ τὴν Παρασκευὴ τῆς Ε’ Ἑβδομάδος, ποὺ μετὰ τὴν τμηματικὴ στὶς τέσσερις πρῶτες ἑβδομάδες ψαλμωδία του, ἀνακεφαλαιώνεται ὁλόκληρος ὁ ὕμνος. Στὰ μοναστήρια, ἀλλὰ καὶ στὴ σημερινὴ ἐνοριακὴ πράξη καὶ παλαιότερα κατὰ τὰ διάφορα Τυπικά, ἔχουμε καὶ ἀλλὰ λειτουργικὰ πλαίσια γιὰ τὴν ψαλμωδία τοῦ ὕμνου: τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου, τοῦ ἑσπερινοῦ, τῆς παννυχίδος ἢ μίας ἰδιόρρυθμης Θεομητορικῆς Κωνσταντινουπολιτικῆς ἀκολουθίας, τὴν «πρεσβεία». Σ᾽ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις σ᾽ ἕνα ὁρισμένο σημεῖο τῆς κοινῆς ἀκολουθίας γίνεται μία παρεμβολή. Ψάλλεται ὁ κανὼν τῆς Θεοτόκου καὶ ὁλόκληρο ἢ τμηματικὰ τὸ κοντάκιο καὶ οἱ οἶκοι τοῦ Ἀκάθιστου.

Θὰ παρατρέξωμε τὸ διαφιλονικούμενο, ἐξ᾽ ἄλλου, θέμα τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως καὶ τοῦ ποιητοῦ τοῦ Ἀκάθιστου. Πολλοὶ φέρονται ὡς ποιηταί του: ὁ Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, ὁ Γεώργιος Πισίδης, οἱ πατριάρχαι τῆς Κωνσταντινουπό λεως Σέργιος, Γερμανὸς ὁ Α΄, ὁ Ἱερὸς Φώτιος, ὁ Γεώργιος Νικομήδειας (Σικελιώτης), ποιηταὶ ποὺ ἔζησαν ἀπὸ τὸν Ζ΄ μέχρι τὸν Θ΄ αἰώνα. Ἡ παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη ἀστάθεια καὶ οἱ νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στὶς λίγες ἐσωτερικὲς ἐνδείξεις ποὺ ὑπάρχουν στὸ κείμενο, ἄλλοι προτιμοῦν τὸν ἕνα καὶ ἄλλοι τὸν ἄλλο ἀπὸ τοὺς φερομένους ὡς ποιητάς του. Ἕνα ἱστορικὸ γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο συνεδέθη ἀπὸ τὴν παράδοσι ἡ ψαλμωδία τοῦ Ἀκάθιστου, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς προσανατολίση κάπως στὴν ἀναζήτησί μας: Ἡ ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου πολιορκία καὶ ἡ θαυμαστὴ σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν 8η  Αὐγούστου τοῦ ἔτους 626. Κατὰ τὸ Συναξάριο μετὰ τὴν λύσι τῆς πολιορκίας ἐψάλη ὁ ὕμνος αὐτὸς στὸν ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν, ὡς δοξολογία καὶ εὐχαριστία γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ ἀπεδόθη στὴ θαυματουργικὴ δύναμι τῆς Θεοτόκου, τῆς προστάτιδας τῆς Πόλεως. Πατριάρχης τότε ἦτο ὁ Σέργιος, ποὺ πρωτοστάτησε στοὺς ἀγώνας γιὰ τὴν ἄμυνα. Εὔκολο ἦταν νὰ θεωρηθῆ καὶ ποιητὴς τοῦ ὕμνου, ἂν καὶ οὔτε ὡς ὑμνογράφος μᾶς εἶναι γνωστός, οὔτε καὶ ὀρθόδοξος ἦτο. Ἐξ᾽ ἄλλου ὁ ὕμνος θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν παλαιότερος, γιατί ἂν ἦταν γραμμένος γιὰ τὴν σωτηρία τῆς Πόλεως δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν παρὰ ρητῶς νὰ κάμνη λόγο γι᾽ αὐτὴν καὶ ὄχι νὰ ἀναφέρεται σὲ ἄλλα θέματα, ὅπως θὰ ἰδοῦμε πιὸ κάτω. Ἡ ψαλμωδία ὅμως τοῦ Ἀκάθιστου συνδέεται ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς πηγὲς καὶ μὲ ἄλλα παρόμοια γεγονότα: τὶς πολιορκίες καὶ τὴ σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ Πωγωνάτου (673), ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (717- 718) καὶ ἐπὶ Μιχαὴλ Γ΄ (860).

Ὅποιος ὅμως καὶ ἂν ἦταν ὁ ποιητὴς καὶ μὲ ὁποιοδήποτε ἱστορικὸ γεγονὸς ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω καὶ ἂν συνεδέθη πρωταρχικά, ἕνα εἶναι τὸ ἀναμφισβήτητο στοιχεῖο, ποὺ μᾶς δίδουν οἱ σχετικὲς πηγές, ὅτι ὁ ὕμνος ἐψάλλετο ὡς εὐχαριστήριος ὠδὴ πρὸς τὴν ὑπέρμαχο στρατηγὸ τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους κατὰ τὶς εὐχαριστήριες παννυχίδες ποὺ ἐτελοῦντο εἰς ἀνάμνησιν τῶν ἀνωτέρω γεγονότων. Κατὰ τὴν παρατήρησι τοῦ συναξαριστοῦ ὁ ὕμνος λέγεται «Ἀκάθιστος», γιατί τότε κατὰ τὴν σωτηρία τῆς Πόλεως καὶ ἔκτοτε μέχρι σήμερα, ὅταν οἱ οἶκοι τοῦ ὕμνου αὐτοῦ ἐψάλλοντο, «ὀρθοὶ πάντες» τοὺς ἤκουαν εἰς ἔνδειξιν εὐχαριστίας πρὸς τὴ Θεοτόκο, ἐνῶ στοὺς οἴκους τῶν ἄλλων κοντακίων «ἐξ ἔθους» ἐκάθηντο.

Γιατί ὅμως ψάλλεται κατὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οἱ λύσεις τῶν ἀνωτέρω πολιορκιῶν δὲν συνέπεσαν κατ᾽ αὐτήν. Στὶς 8 Αὐγούστου ἐλύθη ἡ πολιορκία ἐπὶ Ἡρακλείου, τὸν Σεπτέμβριο ἡ ἐπὶ Πωγωνάτου, στὶς 16 Αὐγούστου ἐωρτάζετο ἡ ἀνάμνησις τῆς σωτηρίας τῆς Πόλεως ἐπὶ Λέοντος Ἰσαύρου καὶ στὶς 18 Ἰουνίου ἐλύθη ἡ πολιορκία ἐπὶ Μιχαὴλ τοῦ Γ΄. Μὲ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ συνεδέθη προφανῶς ἐξ αἰτίας ἑνὸς ἄλλου καθαρῶς λειτουργικοῦ λόγου: Μέσα στὴν περίοδο τῆς Νηστείας ἐμπίπτει πάντοτε ἡ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Εἶναι ἡ μόνη μεγάλη ἑορτή, ποὺ λόγω τοῦ πένθιμου χαρακτῆρα τῆς Τεσσαρακοστῆς, στερεῖται προεορτίων καὶ μεθεόρτων. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἔλλειψη ἔρχεται νὰ κάλυψη ἡ ψαλμωδία τοῦ Ἀκάθιστου, τμηματικῶς κατὰ τὰ ἀπόδειπνα τῶν Παρασκευῶν καὶ ὁλόκληρος κατὰ τὸ Σάββατο τῆς Ε΄ ἑβδομάδος. Τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς ἀνήκει λειτουργικῶς στὸ Σάββατο, ἡμέρα ποὺ μαζὶ μὲ τὴν Κυριακὴ εἶναι οἱ μόνες ἡμέρες τῶν ἑβδομάδων τῶν Νηστειῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες ἐπιτρέπεται ὁ ἑορτασμὸς χαρμόσυνων γεγονότων, καὶ στὶς ὁποῖες, καθὼς εἴδαμε, μετατίθενται οἱ ἑορτὲς τῆς ἑβδομάδος. Καθ᾽ ὁρισμένα Τυπικὰ ὁ Ἀκάθιστος ἐψάλλετο πέντε ἡμέρες πρὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί κατ᾽ ἄλλα στὸν ὄρθρο τῆς ἡμέρας τῆς ἑορτῆς. Ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος εἶναι τὸ κοντάκιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ ὕμνος τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν ὁ Ἀκάθιστος συνεδέθη μὲ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ποὺ ἀναφέραμε, τότε συνετέθη νέο εἰδικὸ προοίμιο, γεμάτο δοξολογία καὶ ἱκεσία, τὸ τόσο γνωστὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ». Στὴν ὑπέρμαχο στρατηγό, ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου, ποὺ λυτρώθηκε χάρι σ᾽ αὐτὴν ἀπὸ τὰ δεινά, ἀναγράφει τὰ νικητήρια καὶ παρακαλεῖ αὐτὴν ποὺ ἔχει τὴν ἀκαταμάχητη δύναμι νὰ τὴν ἐλευθερώνη ἀπὸ τοὺς ποικίλους κινδύνους γιὰ νὰ τὴν δοξολογῆ κράζοντας τό: «Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».