Εορτή Αγ. Απ. Ανδρέα στην Ενορία Παρανύφων, μνημόσυνο για τους κατοίκους των Παρανύφων που βοήθησαν την Εθνική Αντίσταση, αποκάλυψη πλάκας για αυτούς και σχετική ομιλία του κ. Ζαχαρία Δ. Καλοχριστιανάκη, συνταξ. εκπαιδευτικού – συγγραφέα, 30/11/2008.

Η συμμετοχή των Παρανύμφων στην Εθνική Αντίσταση

(Πανηγυρικός λόγος κατά τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής πλάκας, στις 30 Νοεμβρίου 2018, στους Παρανύφους)

του Ζαχαρία Δημ. Καλοχριστιανάκη,  συντ/χου εκπ/κού-συγγραφέα

 

Σεβασμιότατε, κ. Δήμαρχε, κ. Βουλευτά, κυρίες και κύριοι ! 

Μετά την κατάληψη της Κρήτης, το Μάιο του 41,  οι  Γερμανοί κατακτητές, καλούσαν τους εγκλωβισμένους Άγγλους, Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς να παραδοθούν.

   Όσοι δεν παραδόθηκαν ή δεν πιάστηκαν αιχμάλωτοι,  θεωρήθηκαν εχθροί του Χίτλερ και καταδιώκονταν. Περιπλανώμενοι, πεινασμένοι κι εξαθλιωμένοι, άγνωστοι σε άγνωστους τόπους, προσπαθούσαν να φτάσουν στις νότιες ακτές με την ελπίδα να φύγουν για την Αίγυπτο.

       Oι Παράνυμφοι ανέκαθεν συνδεόμενοι με τις Τρεις Εκκλησιές, με τη σχέση μητρόπολης-επινείου, ήταν επόμενο να παίξουν καθοριστικό ρόλο σ’ αυτόν τον αγώνα. Οι εγκλωβισμένοι σύμμαχοι (Άγγλοι, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί), αφού έφθαναν στους Παρανύμφους, κρύβονταν από τους κατοίκους και στη συνέχεια, με τη βοήθεια τους και με κύριο συντονιστή τον εκεί εγκατεστημένο   Μόντυ Wood House, Νίκο τον έλεγαν οι ντόπιοι, προωθούνταν   νύχτα και με κίνδυνο της ζωής τους, μέσω του μονοπατιού του Αγίου Παύλου και της Κλεισούρας κι έφταναν στο σημείο προσορμισμού του υποβρυχίου. Αξίζει να αναφερθεί ότι αρκετοί από τους ντόπιους συνοδούς παρακαλούσαν τους συμμάχους να τους πάρουν μαζί τους στην Αίγυπτο, να στρατολογηθούν και να πολεμήσουν τον κατακτητή.

       Στους Παρανύμφους έβρισκαν θερμή φιλοξενία από τον επί πολλά χρόνια Πρόεδρο Γεώργιο Δημητράκη, τον επονομαζόμενο «Παρεδράκη». Όλο το χωριό, με τη συμβολή και της εκκλησίας,  σαν ένα μελίσσι, δούλευε για τον ίδιο σκοπό. Εδώ είχε την έδρα του ο Άγγλος λοχαγός Μόντυ Wood House, γιος Λόρδου με ακαδημαϊκή μόρφωση και γνώση των αρχαίων ελληνικών κι εδώ είχε τακτικές συναντήσεις με τον Πετρακογιώργη και τον Μπαντουβά, με τον οποίο μάλιστα είχε αναπτύξει φιλία.

       Ευνόητο λοιπόν ότι οι Παράνυμφοι, ως ο προθάλαμος της αναχώρησης  των εγκλωβισμένων, σήκωσαν το βάρος της φιλοξενίας και το όνομά τους έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη πάμπολλων αξιωματικών, ως τόπος δράσης της συμμαχικής κατασκοπείας και συγκέντρωσης φυγάδων.

     Αξίζει να τονιστεί ότι ο ρόλος των κατοίκων ήταν δυσανάλογα μεγάλος, σε σχέση με τις οικονομικές τους δυνατότητες και εν πολλοίς αγνοημένος. Η μακροϊστορία πολλές φορές καταβροχθίζει ή και αγνοεί τη μικροϊστορία. Οι Παράνυμφοι ήταν τότε συγκοινωνιακά αποκομμένοι, όχι μόνο από τα αστικά κέντρα, αλλά και από τα καμποχώρια. Αυτό όμως τους έδινε το σημαντικό πλεονέκτημα ότι οι αγροτοποιμένες κάτοικοί τους, ως γνώστες των ακτών, των μονοπατιών και των σπηλαίων, μπορούσαν να δράσουν με αυτονομία. Ένας άλλος σημαντικός λόγος ήταν ότι ο μικρόκοσμος της τοπικής κοινωνίας, η μη εγκατάσταση στο χωριό κατοχικών στρατευμάτων, το σε υψηλό βαθμό πατριωτικό συναίσθημα και οι μεταξύ των κατοίκων στενοί συγγενικοί δεσμοί δεν επέτρεπαν την εμφάνιση προδοτικών φαινομένων κι αυτό είναι το σημαντικότερο παράσημο, που πρέπει να τους αποδοθεί.

       Η συμμετοχή των Παρανυφιανών σε αυτόν τον αγώνα διαχωρίζεται σε δύο περιόδους. Στην πρώτη, που αρχίζει από την κατάκτηση της Κρήτης μέχρι το Γενάρη του 1942, που χρονικά συμπίπτει με την εγκατάσταση των Γερμανών στις Τρεις Εκκλησιές και η δεύτερη από τότε μέχρι την απελευθέρωση. Δεν θα σας κουράσω με ονόματα και ημερομηνίες. Αλλά πρέπει να τονιστεί ότι σε όλες τις αποβατικές επιχειρήσεις των συμμάχων η συμβολή των Παρανυμφιανών ήταν καταλυτική.

Ως προς τη δεύτερη τα γεγονότα έχουν ως εξής.

       Είναι αρχές του 1942. Η συνεχιζόμενη απόκρυψη και η διαφυγή των συμμάχων από τις Τρεις Εκκλησιές, με τη  συμμετοχή των Παρανυμφιανών, γίνεται γνωστή στους κατακτητές και διατάσσεται η εκκένωση του χωριού. Σήμερα μού δίδεται, για πρώτη φορά, η ευκαιρία να σας ανακοινώσω το μέχρι τώρα άγνωστο περιστατικό, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο γι αυτή την εκκένωση. Η έρευνα της προφορικής μικροϊστορίας, στην οποία η σύγχρονη ιστοριογραφία αποδίδει μεγάλη σημασία,  δεν σταματά ποτέ και συνεχώς φέρνει στο φως νέα στοιχεία. Ιδού λοιπόν το αίτιο.

       Ο γερμανομαθής δάσκαλος Χαράλαμπος Σαριδάκης, από τον Πύργο,  αν και ήταν ενεργό στέλεχος της αντίστασης, ήταν και διερμηνέας των Γερμανών. Στο γραφείο του φρουραρχείου στον Πύργο βλέπει μία κατάσταση με 25 ονόματα αντιστασιακών που φιλοξενούνταν στους Παρανύμφους και βοηθούσαν τους συμμάχους να διαφύγουν. Στην κατάσταση αναγραφόταν η διαταγή να μεταβεί την επομένη κλιμάκιο Γερμανών να ζώσει το χωριό, να συλλάβει και να εκτελέσει τους αντιστασιακούς και τους άνδρες του χωριού. Αμέσως πηγαίνει στο σπίτι του Βασίλη Τσικρικωνάκη, στον Πύργο, που ήταν αγροφύλακας στους Παρανύμφους και λέει στη γυναίκα του να ειδοποιήσει τον άνδρα της. Όμως ήταν νύχτα, η κυκλοφορία απαγορευόταν και κανένα από τα μεγαλύτερα παιδιά της δεν ήθελε να πάει. Ο 13/χρονος Κώστας, έχοντας άγνοια κινδύνου, προθυμοποιήθηκε να μεταφέρει γραπτό μήνυμα, με την εντολή αν τον πιάσει γερμανικό απόσπασμα να φάει το χαρτί και να δικαιολογήσει τη μετακίνησή του, πως ήθελε να πάρει τρόφιμα από τον πατέρα του. Το παιδί φεύγει και φτάνει νύχτα στους Παρανύμφους. Ο πατέρας του τρομαγμένος τον ρωτά για ποιο λόγο ήρθε κι αυτός του δίνει το χαρτί, γιατί το παιδί δεν ήξερε τι έγραφε, αφού δεν γνώριζε να διαβάζει. Ειδοποιείται πάραυτα ο Πρόεδρος της Κοινότητας, χτυπά η καμπάνα, μαζεύονται οι χωριανοί και ειδοποιούνται οι άνδρες και οι φιλοξενούμενοι να εγκαταλείψουν το χωριό. Τα χαράματα οι Γερμανοί κυκλώνουν το χωριό, ερευνούν αλλά δεν βρίσκουν κανένα άνδρα. Το μικρό αγόρι έγινε πραγματικός ήρωας κι έσωσε τον ανδρικό πληθυσμό ενός χωριού.  Αυτό ήταν αφορμή να εκκενωθούν οι Παράνυμφοι και τα διπλανά χωριά. Συγκρατείστε, παρακαλώ, αυτό το περιστατικό.

       Με την εγκατάσταση των Γερμανών στις Τρεις Εκκλησιές το Γενάρη του 1942 δεν σταμάτησε και η διαφυγή των πατριωτών προς την Αίγυπτο. Και σε αυτή τη χρονική συγκυρία η συμμετοχή των κατοίκων δεν υστέρησε.

        Στις 15 Φεβρουαρίου 1943 είχε προγραμματιστεί να φύγει ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, ο Πετρακογιώργης με τα παλληκάρια του και κάποιοι επώνυμοι από το Ηράκλειο. Αφού πέρασαν τα καμποχώρια της Μεσαράς και διασχίζοντας την απαγορευμένη ζώνη των Αστερουσίων έφτασαν δυτικά από τις Τρεις Εκκλησιές. Σχεδίαζαν να εξουδετερώσουν το γερμανικό φυλάκιο, σκοτώνοντάς ή αιχμαλωτίζοντας τους εννέα Γερμανούς. Εκεί συνάντησαν Παρανυμφιανούς βοσκούς, που είχαν πάρει άδεια να ξεχειμωνιάσουν τα κοπάδια τους. Ζήτησαν σχετικές πληροφορίες και αποκάλυψαν το σχέδιο τους. Οι βοσκοί δεν συμφωνούσαν και ζήτησαν τη συγκατάθεση του Άγγλου λοχαγού Τοm Dunbabin,  Tομ ή Γιάννη τον φώναζαν οι Παρανυμφιανοί, που με τον ασυρματιστή του κρύβονταν στην περιοχή και τον παρακάλεσαν να μην πειράξουν τους Γερμανούς, γιατί την άλλη μέρα θα ξεσπούσαν  αντίποινα εναντίον των Παρανύμφων. Ο Τομ εκτίμησε πως οι βοσκοί είχαν δίκιο, οι άνθρωποι βοηθούσαν τους συμμάχους και μελλοντικά θα τους έχαναν και ανέθεσε στους βοσκούς να οδηγήσουν την ομάδα σε όρμο που να  μπορεί να προσεγγίσει πλοίο. Κρατείστε, παρακαλώ και αυτό το  περιστατικό για τη συνέχεια.

        Σας ανέφερα προηγουμένως να συγκρατήσετε δύο περιστατικά. Το ένα αφορά το ζώσιμο του χωριού από τους Γερμανούς και το άλλο τη σκέψη των Παρανυμφιανών βοσκών να μην εξουδετερωθεί το Γερμανικό φυλάκιο στις Τρεις Εκκλησιές. Φαίνεται ότι ήταν θέλημα Θεού να εξελιχθούν έτσι αυτά τα δύο περιστατικά και οι Παράνυμφοι να μην ακολουθήσουν τη μοίρα των καμένων χωριών της Βιάννου.

       Σεβασμιότατε, κυρίες και κύριοι !  Οι κάτοικοι των Παρανύμφων, βαθύτατα θρησκευόμενοι, εμφορούμενοι από το αξιακό σύστημα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, απέναντι στη θηριώδη χιτλερική βαρβαρότητα, αντέταξαν το ήθος, την ευγένεια, την αξιοπρέπεια και το σεβασμό στο διωκόμενο συνάνθρωπο. Και να τονίσομε ότι οι γυναίκες των Παρανύμφων συμπεριφέρθηκαν στους ξένους με στοργή και τρυφερότητα αντάξια της ελληνίδας μάνας. Γιατί οι ξένοι και οι ικέτες, κατά την ομηρική προτροπή, είναι πρόσωπα ιερά.  Γυναίκα των Παρανύμφων, ο αδελφός της οποίας είχε σκοτωθεί στο Αλβανικό μέτωπο, έκρυβε και φρόντιζε, για αρκετό διάστημα, Ιταλό φυγάδα, που είχε ζητήσει άσυλο στο σπίτι της, ο οποίος εν δυνάμει θα μπορούσε να ήταν ο φονιάς του αδελφού της. Αυτό δεν έκαμε και ο Άγιος Διονύσιος, κρύβοντας το φονιά του αδελφού του, που ζήτησε προστασία στο μοναστήρι του; Αλλά και η κρητικιά μάνα, που όταν έβγαλε η θάλασσα ένα Γερμανό νεκρό, ως άλλη Αντιγόνη,  πήρε το νεκρό, τον έθαψε στην παραλία και κάθε μέρα του άναβε καντήλι. Και όταν κάποιοι της είπαν ότι αυτός ήταν εχθρός η μεγαλόψυχη γυναίκα απάντησε. Αυτό το παλικάρι δεν είχε μάνα;

       Στο σημείο αυτό θα μου επιτρέψετε, ανοίγοντας παρένθεση, να επισημάνω ότι η έρευνα που έκαμα, με αφορμή τη σημερινή εκδήλωση,  μου αποκάλυψε πλήθος ανήροτων γεγονότων,  ψήγματα των οποίων σας ανέφερα, τα οποία καλλύνουν και λαμπρύνουν τον τόπο. Προσπάθησα, σεβόμενος το χρόνο, να μην σας κουράσω με ονόματα και ημερομηνίες, που σχετίζονται με τον τόπο και τα οποία φυλάσσω στο αρχείο μου. Η ταπεινότητά μου δεν μού επιτρέπει να δίνω συμβουλές. Θα ήθελα όμως να πω, εάν κι εσείς, Σεβασμιότατε συμφωνείτε, να συλλεχτεί και να καταγραφεί, όσο ακόμη ζουν οι παππουδογιαγιάδες,  όλος αυτός ο άγραφος ιστορικός πλούτος για να παραδοθεί ως πατρογονικό αξιακό θυμητάρι στη νέα γενιά. Κι αν χρειαστεί η βοήθειά μου να τη θεωρήσετε δεδομένη.  Κλείνει η παρένθεση.

     Οι Παρανυμφιανοί, λοιπόν,  όχι μόνο βοήθησαν τους ξένους να διαφύγουν, αλλά άνοιξαν τα σπίτια τους,  τους έκρυψαν, τους έντυσαν και τους τάισαν,  σε μια εποχή που η διαχείριση της φτώχειας δεν  ήταν εύκολη. Η συμπεριφορά τους περιποιεί ιδιαίτερη πατριωτική τιμή στους απογόνους.  Η  σημερινή αναμνηστική πλάκα σηματοδοτεί αυτό το γεγονός, αναδεικνύει τον τόπο και ισχυροποιεί το αίσθημα της καταγωγής των κατοίκων. Ειδικά σήμερα, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, η αναδρομή στα ανιδιοτελή εθνικά πρότυπα των περασμένων γενεών ίσως αφυπνίσει συνειδήσεις, επαναπροσδιορίσει το απολεσθέν αξιακό σύστημα, λειτουργήσει ως άκος ψυχής, κατά τη ρήση του Παναγιότατου Οικουμενικού μας Πατριάρχη, και… ίσως μας κάμει ν’ ανεβούμε λίγο ακόμη ψηλότερα.

       Η πρωτοβουλία Σας, Σεβασμιότατε, για το στήσιμο και αυτού του μνημείου, και η υλοποίησή του, από τους τοπικούς φορείς, αποτελεί αντίδωρο ευγνωμοσύνης προς τους  αγωνιστές προγόνους τους. Γνωρίζω ότι «…χαλεπόν εστιν ανδρών αρετήν δια λόγων εγκωμιάζειν…(Ισοκράτης). Μέσα όμως από το μνημείο αυτό, αναδύεται το πάθος των κατοίκων για τη λευτεριά της Κρήτης κι ένα  σύνολο ιστορικών γεγονότων που ξεπερνά τα όρια του θρύλου. Οι παρακοιμώμενες Νύμφες, που ίσως είναι αυτές που ονοματοδότησαν το χωριό, φαίνεται ότι σήμερα ξύπνησαν από το βαθύ λήθαργο και  αγαλλόμενες κάλεσαν τις Μούσες να συνεορτάσουν. Η Μούσα Κλειώ έρχεται να κλεΐσει και να λαμπρύνει, με το μνημείο αυτό,  το κλέος των προγόνων και η μητέρα της η Μνημοσύνη να το παραδώσει στην αθανασία, ώστε  «ως μήτε τα γενόμενα εξ ανθρώπων τω χρόνω εξίτηλα γένηται, μήτε έργα μεγάλα τε και θαυμαστά ακλεά γένηται…», για να θυμηθούμε τον Ηρόδοτο.